Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Νέο Διοικητικό Συμβούλιο στον Πολιτιστικό Σύλλογο Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ"

 Με τη συμμετοχή των αρκετών συμπατριωτών μας πραγματοποιήθηκε επιτυχώς σήμερα 22/4/2018, η Τακτική Γενική Συνέλευση του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" με Διοικητικό - οικονομικό απολογισμό αλλά και εκλογή Νέου Διοικητικού Συμβουλίου για τη διετία 2018-2020.
Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο, που αναδείχτηκε από τις σημερινές αρχαιρεσίες, συνεδρίασε μετά την γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων και συγκροτήθηκε σε σώμα με την παρακάτω σύνθεση:
1) Παναγοπούλου Θεοδώρα του Ευσταθίου (Πρόεδρος)
2) Ψαρρός Δημήτριος του Νικολάου (Αντιπρόεδρος)
3) Κατσάμπουλας Ματθαίος του Δημητρίου (Γραμματέας)
4) Κουτσουρούπα Ασπασία του Αναστασίου (Ταμίας)
5) Σωτηρόπουλος Σωτήριος του Αθανασίου (Μέλος)
6) Κόντος Ιωάννης του Θεοχάρη (Μέλος)
7) Παναγοπούλου Κων/να του Αναστασίου (Μέλος)
Ευχόμαστε στο Νέο Διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου, καλή θητεία και επιτυχία στους σκοπούς και στους στόχους του! 

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Ένα ακόμη όμορφο Πάσχα στη Μοφκίτσα!


Χριστούγεννα στην πόλη και Πάσχα στο χωριό λέει η λαϊκή παροιμία! Φτιάξαμε λοιπόν βαλίτσες με γιορτινά ρούχα, αποχαιρετήσαμε την πόλη και πήραμε τον εορταστικό δρόμο προς το χωριό.  Επιστροφή στα παλιά μας τα λημέρια, εκεί που μεγαλώσαμε, όπου υπάρχουν θύμισες. Tα κλειστά σπίτια άνοιξαν, οι  εκκλησία με αρκετό κόσμο. Η ζωή ξανάρθε στο χωριό. Ημέρες χαράς, ημέρες αγάπης, ημέρες για αντάμωμα με συγγενείς και φίλους έστω και για λίγες μέρες. Άνθρωποι όλων των ηλικιών που επέστρεψαν για λίγο στη γενέτειρα τους για να γιορτάσουν το Πάσχα και να σμίξουν με συγγενείς και φίλους.
Επιστροφή στην φύση. Το Πάσχα συμπίπτει με το απόγειο της άνοιξης! Το χωριό και γενικά η ελληνική επαρχία έχει βαφτεί με τα καλύτερα χρώματα.
Εορταστικό κλίμα! Περπατήσαμε στους δρόμους και στην όμορφη πλατεία του χωριού, απολαύσαμε τις παραδοσιακές γεύσεις, γλυκά, μυρωδιές αλλά και τα εγκάρδια χρόνια πολλά των συγχωριανών μας!  Στο χωριό το Πάσχα κρατά όλες τις μέρες. Κατανυκτική λειτουργία όλες τις μέρες της Μεγάλης  Εβδομάδας στην εκκλησία του χωριού μας, ο στολισμός του Επιταφίου αλλά και η Ανάσταση του Κυρίου. 
Ζήσαμε και φέτος την κάθε στιγμή και γιορτάσαμε όλοι μαζί με τις οικογένειές μας! 
Χρόνια Πολλά, Χριστός Ανέστη!


Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Εκλογές στον Πολιτιστικό Σύλλογο Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ"


 Καλούνται όλα τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" στην Τακτική Γενική Συνέλευση του συλλόγου μας, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 22 Απριλίου 2018, Βουλής 34 (Ισόγειο) και ώρα 11.00πμ:  
Θέματα Γενικής Συνέλευσης:
  1. Διοικητικός και Οικονομικός Απολογισμός της διετίας 2016-2018.
  2. Έκθεση Εξελεγκτικής Επιτροπής της διετίας 2016-2018.
  3. Προτάσεις - τοποθετήσεις - συζήτηση επί των προς τροποποίηση διατάξεων του από 17/10/1984 ιδρυτικού καταστατικού του συλλόγου μας και ψήφιση αυτών.
  4. Εκλογές για την ανάδειξη Νέου Διοικητικού Συμβουλίου και εξελεγκτικής επιτροπής.
Η παρουσία όλων κρίνεται απαραίτητη. Σας περιμένουμε να συμβάλλετε με τη συμμετοχή, τις ιδέες και τις προτάσεις σας στην αναβάθμιση, την ανανέωση και τη βελτίωση της λειτουργίας του Συλλόγου μας, έτσι ώστε να συνεχίσει τη δράση του και την προσφορά του στον πολιτισμό και στο χωριό μας που τόσο αγαπάμε.
Για το Διοικητικό Συμβούλιο
      Ο Γραμματέας                                       Η Πρόεδρος
 Μάνθος Κατσάμπουλας        Ντόρα Παναγοπούλου

Υ.Γ. Το Δ.Σ του συλλόγου, πιστεύει στην  ενεργό συμμετοχή όλων μας. Πιστεύει στον ενεργό πολίτη που μάχεται, διεκδικεί, οραματίζεται, στοχεύει και πετυχαίνει. Είναι γεγονός ότι έχουν αλλάξει πολλά, σήμερα. Βιώνουμε μια δύσκολη περίοδο, το ενδιαφέρον των πολιτών, και ειδικά, των νέων με τα κοινά περνάει ένα είδος κρίσης. Από τη στιγμή που επιλέγουμε τη λύση της μη συμμετοχής, οποιαδήποτε περίοδο και αν διανύουμε, η περιφρόνηση των πολιτών στα κοινά, συνήθως, συνεπάγεται αδράνεια, απραξία, έλλειψη προόδου. Όσο το ποσοστό αποστροφής στα κοινά αυξάνεται, τόσο, μεγαλύτερες επιπτώσεις έχει. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μεγαλώνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, γιατί κανείς δε διεκδικεί τίποτα. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η ενεργός συμμετοχή όλων μας, μέσα από το σύλλογο, μέσα από συλλογικούς φορείς. Διαφορετικά, κάθε αύριο θα είναι και χειρότερο και χωρίς δραστηριότητα δεν χτίζεται το μέλλον για μας αλλά και για τις επερχόμενες γενιές.
                                 Το Διοικητικό Συμβούλιο

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Πασχαλινές ευχές!


Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" εύχεται στα μέλη και φίλους του συλλόγου Χρόνια Πολλά, Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

"Μοιρολόγια" Το Μοιρολόι στη Μοφκίτσα


Επιμέλεια: Μαρία Κανελλοπούλου


Το μοιρολόι κατείχε ένα σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού μας τότε που αυτό είχε ζωή. Το μοιρολόι "γόος" των αρχαίων ελλήνων που συνεχίσθηκε στα Βυζαντινά χρόνια σαν "ανάκλημα" συνεχίστηκε και εντάθηκε στα χρόνια της σκλαβιάς, τότε που η ζωή του κάθε έλληνα ήταν ανείπωτη τραγωδία. Συνέχισε ως τις μέρες μας αποδεικνύοντας την άρρηκτη συνέχεια της φυλής μας, μιας φυλής Μεσογειακής που τίποτε δεν αντιμετώπιζε αθόρυβα ούτε και  αυτόν τον θάνατο. Τίποτε δεν αφήνει να περνάει απλά και αθόρυβα. Το θάνατο ακολουθούσε ο θρήνος από τα χρόνια του Ομήρου και τα χρόνια της λατρείας της Μέλαινας Δήμητρας.
  Ο λαός μας έζησε πολύ τραγικές εποχές, και μέσα στην τραγωδία του έκανε το θρήνο λυρικό τραγούδι, το μοιρολόι. Το έκανε μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Το μοιρολόι ήταν συμπαράσταση στους πενθούντες, επικοινωνία με τους νεκρούς, ψυχική ανάγκη.
Τα μοιρολόγια ήταν λυπητερά, λυρικά τραγούδια, δημιουργήματα γυναικών που είχαν το ταλέντο να δημιουργούν από τον πόνο στίχους, παρ' όλο ότι η πορεία της ζωής τους ήταν περιορισμένη στα πλαίσια μιας κλειστής καταπιεστικής αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας. Αυτά τα ποιήματα, πεζοτράγουδα και τι δεν είχαν. Είχαν μέτρο, ρυθμό, επίθετα, μεταφορές, παρομοιώσεις, διαλόγους, στοιχεία υπερβολής, κ.α.
  Η διαδικασία του μοιρολογίσματος είχε τάξη που βασιζόταν σε άγραφους κανόνες. Ξεκινούσε όταν ο ήλιος ανέτειλε και σταματούσε το ηλιοβασίλεμα. Ξεκινούσε πάντα μια ηλικιωμένη και ακολουθούσαν οι άλλες.  Ήταν δε αυτή η διαδικασία μια παράσταση απλοϊκή, αλλά πολύ σχετική με την παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Κορυφαία του χορού η πρωτομοιρολογίστρα και μέλη του χορού οι υπόλοιπες γυναίκες.
Από τα ακούσματα που έχω από την γιαγιά Αγγελική, περίφημη πρωτομοιρολογίστρα του καιρού της ήταν η θεία της Χάιδω Κοκκώνη, η οποία διέθετε και μια καταπληκτική φωνή. Έχω δε συγκρατήσει δυο μοιρολόγια, ένα που ξεκινούσε και ένα που τελείωνε όταν σήκωναν για την εκκλησία τον νεκρό και ειπώθηκαν από τις Μοφκιτσάνες θείες μου στην θανή της αδελφής μου.
"Καλάκαμες και πέθανες και μ' άνοιξες τους πόνους
τους περσινούς, τους φετινούς, τους αλησμονημένους
Όποια δεν έχει πεθαμό, δεν κλαίει τους πεθαμένους
Όποια δεν έχει αξαφνιά, δεν κλαίει τους ξαφνιασμένους
Όποια δεν έχει σκοτωμό, δεν κλαίει τους σκοτωμένους
Όποια δεν έχει ξενιτειά, δεν κλαίει ξενιτεμένους.
Και απαντούσαν οι γυναίκες ανάλογα με τα συμβάντα της ζωής της κάθε μιας.
Εγώ έχω τον πεθαμό και κλαίω τους πεθαμένους
Εγώ έχω την αξαφνιά και κλαίω τους ξαφνιασμένους κλπ."

*****
" Ήρθε η ώρα η πικρή, του χωρισμού η ώρα
ποια έχει λόγο να μου πει και γράμμα να μου δώσει
ποια έχει ρούχα στο μποξά, στον Άδη για να στείλει
Και απαντούσαν οι γυναίκες ανάλογα τη ζωή της μία - μία.
Εγώ έχω λόγο να σου πω και γράμμα να σου δώσω
έχω και ρούχα στον μποξά στον Άδη για να στείλω
γιατί έχω τον πατέρα μου στον Άδη χρόνια δέκα ή
έχω την αδερφούλα μου και καρτερεί στον Άδη  κ.α"

*****
Η καλή μοιρολογίστρια εκτός από φωνή έπρεπε να διαθέτει το ταλέντο του αυτοσχεδιασμού "συνταιριάσματος", να είναι καλή συνταιριάχτρα έλεγε η γιαγιά μου.
Το μοιρολόι έπρεπε να περιλαμβάνει οτιδήποτε είχε σχέση με το νεκρό, συνήθειες, χαρακτηριστικά, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, τρόπο θανής κ.α.
Στην Μοφκίτσα τα μοιρολόγια τα έλεγαν τραγούδια. Άλλωστε λυπητερά, λυρικά τραγούδια ήταν.  Εγώ τραγούδια πολλά σας έμαθα, θέλω τα καλύτερα στην θανή μου έλεγε η σπουδαία πρωτομοιρολογίστρια Παναγιώτα χα Αντωνίου Κριτσέλη (Χριστοδουλαντώναινα) απευθυνόμενη στις νεότερες.
Ήταν αυτή που έφερε στο χωριό εκείνο το μοιρολόι που κατέπληξε όταν θρηνούσε τον πρόωρα χαμένο γαμπρό της Μήτσο Κοκκώνη.
"Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη
Ένας γυρεύει την Λαμπρή κι άλλος το καλοκαίρι
κι ο Μήτσος τ' Άγιου Δημητριού που είναι η γιορτή του
που βγαίνουν τα γλυκά κρασιά που ανοίγουν τα βαγένια
κανείς δεν τους αγροίκησε εκεί στον κάτω κόσμο
μόνο μια κόρη όμορφη, μια μικροπαντρεμένη
πάρτε και εμέ λεβέντες μου να βγούμε από τον Άδη.
Κόρη βροντάν τα ρούχα σας μας αγροικούν οι άλλοι
τα βγάνω τα παντέρημα, στον Άδη τα αφήνω…"
Το υπόλοιπο το έχω ξεχάσει.
Σαν παιδί περνούσα τα καλοκαίρια μου στη Μοφκίτσα και την αγάπησα τόσο πολύ που σε όλους λέω εγώ έχω δυο χωριά, δυο πατρίδες. Ένα Καλοκαίρι συνέβη ο θάνατος του Αλέξη Κόντου και είχα εντυπωσιαστεί από τον γρήγορο αυτοσχεδιασμό που έκαναν οι ηλικιωμένες του χωριού για τον πρόωρο χαμό του.
"Μην με σκεπάζεις ουρανέ, μην με πλακώνεις χώμα
γιατί εγώ δεν φόρεσα καπέλο με κορώνα (στρατός)
Μην με σκεπάζεις ουρανέ, μην με πλακώνεις χώμα
γιατί εγώ δεν φόρεσα στεφάνι κι αρραβώνα (γάμος)"
Σαν παιδί είχα ζήσει δίπλα στην αξιοσέβαστη γιαγιά Γαρούφω Κριτσέλη (αδελφή της γιαγιάς μου) με είχε εντυπωσιάσει ότι είχε αυτοσχεδιάσει για όλο το φάσμα της ζωής της έχοντας χάσει τον εικοσάχρονο γιό της Ανδρέα. Απομακρυνόταν, απομονωμένη μονολογούσε. ¨όταν τελείωνε ήταν ήρεμη με ένα πικρό χαμόγελο σαν να έχει επιτελέσει ένα αναγκαίο καθήκον, σαν να είχε έρθει σε επαφή με την ψυχή του παιδιού της.
Έτσι κάνουν όλες έλεγε η γιαγιά μου. Όταν είχε μπροστά της κάποιο νεκρό.
"Εκεί που πας (όνομα) κι εκεί που σεργιανίζεις
αν βρεις τις νιές χαιρέτα τες, τους νιούς κουβέντιασέ τους
Αν βρεις και τον Ανδρέα μου, πολλά φιλιά να δώσεις.
Και πώς να τον γνωρίσω εγώ τον γιόκα σου στον Άδη;
Ψηλός, λιγνός ειν' στο κορμί, μελαχρινός στα κάλλη
έχει τα μάτια σαν ελιά, τα φρύδια σαν γαϊτάνι.
Όταν πλησίαζε κάποια μεγάλη γιορτή.
Σαν έρθουν Ανδρέα μου Λαμπρές και μεγαλογιορτάδες
εγώ για το χατίρι σου πικρά θ' αναστενάξω
για να ιδείς Ανδρέα μου πόσο πονάει η μάννα
για να τα' ακούσει ο χάροντας, να λυπηθεί τις μάνες.
Όταν συνέβαινε κάποιο ευχάριστο γεγονός:
Εμένα μου στείλανε παραγγελιά απ' τον Άδη
εκεί που γίνονται χαρές, ποτέ να μην περάσω
νάναι η καρδούλα μου βαριά, νάν' η ψυχή μου μαύρη
νάναι και τα ματάκια  βρύση που δεν στερεύει."
Είναι για μένα η γιαγιά Γαρούφω απεικόνιση της θεάς Δήμητρας της Μέλαινας (μαυροφορεμένης), μια εικόνα της μάνας Παναγιάς.
Υπήρχαν πολλές ταλαντούχες μοιρολογίστρες στο χωριό που εγώ τις αγνοώ. Η γιαγιά μου είχε αναφέρει εκείνο το πικρό συνταίριασμα της θείας της Αθηνάς Κοκκώνη για τον σκοτωμένο στην Μικρά Ασία γιό της.
"Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει μέσα στην τουρκιά
να κάψει τις κορώνες τους να κάψει τα σπαθιά τους
να κάψει τις καρδούλες τους, όπως και τη δική μου
και για τον πονεμένο πατέρα  Κωνσταντή (άνδρα της)
Πανηγυράκι γίνεται στον Άγιο Κωνσταντίνο
κι ο Κωσταντής που γιόρταζε, καθόταν λυπημένος
φάτε και πιέτε ρε παιδιά κι έχετε και το νου σας
γιατί περνάει ο χάροντας καβάλα στο άλογό του
Μαύρος είναι, μαύρα φορεί, μαύρο και τ' αλογό του,
μαύρα είναι και τα δόντια του, που τρώει τους λεβέντες
τα παλληκάρια τα καλά και τους πολεμιστάδες."
Επίσης η γιαγιά μου είχε αναφέρει σαν εξαίρετα ταλαντούχα  μοιρολογίστρια την Γεωργίτσα Παπαδάμη που άφησε το ταλέντο της να φανεί στον πρόωρο χαμό του αδελφού της  και στην συμμετοχή της στον θρήνο του πρώτου της εξαδέλφου Αντώνη Αγραπηδά, του αγνοημένου ήρωα της Μοφκίτσας που παρασημοφορήθηκε στο Μικρασιάτικο Μέτωπο και πέρασε τα πάνδεινα αιχμάλωτος στο "Αμελέ Ταμπουρού" τάγματα εργασίας των Τούρκων και επέστρεψε με την ανταλλαγή αιχμαλώτων.
Λόγω της συγγενικής μας σχέσης (αδελφός του παππού μου) έχω καταγράψει δυο αυτοσχεδιασμένα απ' αυτήν μοιρολόγια.
"Αντώνη μου που κείτεσαι, λεβέντη μου που είσαι
Αντώνη την ψυχούλα σου, ο χάρος που την βρήκε
εκεί που ειν' τα ψηλά βουνά κι οι κάμποι οι μεγάλοι
κι η πικροθάλασσα πλατιά, περάσματα δεν έχει
θ' ανοίξω δρόμους στα βουνά, στους κάμπους μονοπάτια
και για την πικροθάλασσα, καράβι θ' αρματώσω
να φέρει η μάνα σου κερί κι η αδελφές σου λάδι
κι η πρώτη ξαδερφούλα σου να φέρει το λιβάνι"

*******
"Ο χάρος εσεργιάνιζε, εκεί στα ξένα μέρη
λεβέντες εσημάδευε, καλούς κι αντρειωμένους
και στον Αντώνη έριξε, βόλι φαρμακωμένο
κι ο Αντώνης μας εφώναξε μες στ'αγγελόκρουσμά του
Πού 'σαι αδερφούλα μου καλή, μανούλα αγαπημένη
για να μου πλύντε τις πληγές να με νεκροστολίστε,
και πρωτοξαδερφούλα μου να πεις τα μοιρολόγια.
Ο Χάρος με σημάδεψε, στον Άδη με πηγαίνει.
κι πάλι ο Αντώνης εγύρεψε, μια χάρη να του κάνει.
Παρακαλώ σε χάρε μου, του κάτω κόσμου αφέντη
να στείλω μήνυμα πικρό, στη δόλια μου μανούλα
με το πουλάκι τα' ουρανού, με το χελιδονάκι.
Χελιδονάκι μου καλό και κοσμογυρισμένο
για πέρνα απ' το σπιτάκι μου και κάτσε στην αυλή μου
και πέσε στην μανούλα μου, να μην με περιμένει
να μην αλλάξει του Χριστού, στην εκκλησιά μην πάει
και την Λαμπρή ανήμερα, τραπέζι να μην στρώσει
Οι Τούρκοι με φονέψανε, εδώ στα ξένα μέρη
Τούρκε οχτρέ, Τούρκε φονιά, Τούρκε καταραμένε
πήρες τον ήλιο απ' το πρωί και τα' άστρια από τη νύχτα
φόνεψες το παιδάκι μου κι έκαψες την καρδιά μου."
Δεν ξέρω αν η αγράμματη κι απλοϊκή Μοφκιτσάνα Γιωργίτσα Κριτσέλη - Παπαδάμη είχε να ζηλέψει κάτι από το ταλέντο μιας ποιήτριας καταξιωμένης.
Έχω καταγράψει μοιρολόγια αγαπημένα και πολυτραγουδισμένα στη Μοφκίτσα στα σαρανταήμερα μνημόσυνα που η θεία μου Μαρία Αγραπηδά με την ωραία φωνή της είπε για την αδελφή μου κάνοντας όλους να κλάψουν.
"Σαν πήρα έναν ανήφορα, κι έναν ανηφοράκο
να βρω κλαράκι να σταθώ, πέτρα για ν' ακουμπίσω
ούτε πετρούλα απάντησα, ουτε κλαράκι ευρήκα
πήρα ένα έρημο στρατί, μ' εβγαλε στου Αγιωργιού την πόρτα
Γειά σας χαρά σας άνιφτοι, καλως τον τον νιμένο
πως τα περνάτε ρε πιδιά, εδώ στον κάτω κόσμο΄
δίχως φαι, διχως ψωμί, δίχως δικό κανένα
πώς να περάσουμε παιδιά, εδώ στον κάτω κόσμο
εδώ είναι τα φίδια πλεχταριά κι οχιές περιπλεγμένες
Όταν πεινάνε για ψωμί, τρώνε απ' το κορμί μας
κι όταν διψάνε για νερό, το αίμα μας βιζαίνουν
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά, θα σε παρακαλέσω
να μη μου φας τα μάτια μου, τα θέλω για να βλέπω
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά θα σε παρακαλέσω
να μην μου φας τα χέρια μου, θέλω να χαιρετίσω
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά θα σε παρακαλέσω
να μην μου φας τα πόδια μου, θέλω να περπατήσω
με καρτερούν στο σπίτι μου, πίσω για να γυρίσω."

*****
"Εμένα με πήρε ο πόνος σου, με πήρε κι ο καημός σου
μωρ' αν σε πήρε ο πόνος μου, σε πήρε κι ο καημός μου
για πέρνα απ' το μνήμα μου κι απ' το νεκρόταφό μου
και σκάψε με τα νύχια σου, σαν άγρια  γερακίνα
και ρίχτ' το χώμα από τη μια, την πλάκα από την άλλη
και σήκω το μαντήλι μου, να δεις το πρόσωπό μου
κι αν είμαι όπως με ήξερες, σκύψε κι αγκάλιασέ με 
κι αν είμαι μαύρη κι άραχνη, σκύψε και σκέπασέ με
και παρ' τα χέρια σταυρωτά και την καρδιά κρατώντας
και τράβα στο σπιτάκι μας και κάτσε στη γωνιά μας
και βάλε μια ψιλή φωνή, όσο κι αν έχεις βάλε
ναρθούν ματάκια θλιβερά, ναρθούν καρδιές καμένες
άλλη  να κλαίει τον άνδρα της κι άλλη την αδερφή της
και εσύ να κλαις εμένανε, που πια δεν ξαναβλέπεις."

*****
"Στο παραθύρι να μην βγεις, στην πόρτα να μην κάτσεις
και παραπέρα στην αυλή, να βγεις να κουβεντιάσεις
το παραθύρι έχει δροσιά κι η πόρτα έχει κουβέντα
και παραπέρα η αυλή διασκέδαση μεγάλη
Αλησμονάς και χαίρεσαι και χαίρεται η καρδιά σου
δεν πρέπει πια να χαίρεσαι, μηδέ να κουβεντιάζεις
μον' πρέπει εσύ να κάθεσαι, σε έρμο στευροδρόμι
κι εκεί να κλαις τα ντέρτια σου, να κλαις και τους καημούς σου
για να τα' ακούσει η μαύρη γη, λουλούδια να μη βγάλει
για να τα' ακούσουν τα κλαριά, ποτά να μην ανθίσουν."

*****
"Για πεσ μου πότε θε να ρθεις και πότε θα γυρίσεις
να έχω η δόλια απαντοχή, να έχω η έρμη ελπίδα
για να στρώσω κόκκινα, να στρώσω βελουδένια.
Μωρή τι στρώνεις κόκκινα, τι στρώνεις βελουδένια
Μωρ' μαύρη ποιος σε γέλασε και ποιος σε κοροϊδεύει;
Εδώ που μπήκα εγώ, πίσω δεν ξαναβγαίνω
εγώ στα έμπα βρήκα ανοιχτά, στα έβγα ηύρα κλεισμένα
Με κλειδωνιές Βενετικές, με αμπάρες σιδερένιες
εδώ το λένε μαύρη γη, το λένε στο μηγύρι
Εδώ ειν' τα μνήματα, δασιά κεφάλι με κεφάλι"

*****
"Ο χάρος εβουλήθηκε να φτιέξει περιβόλι
βάζει τις νιές για λεμονιές, τους νιους  για κυπαρίσσια
τα μικρομέγαλα παιδιά, μόσχους και καρυοφύλλια
και τους καλούς τους γέροντες, φραγή στο περιβόλι.
Αχ να μπόραγα να άνοιγα, πόρτα στο περιβόλι
να κόψω κλάρες λεμονιάς, κλαριά από κυπαρίσσια
και να γεμίσω την ποδιά, μόσχους και καρυοφύλλια
να ακουμπήσω στην φραγή, λίγο να ξαποστάσω
να βρω τον πατερούλη μου, κουβέντα να του πιάσω
να βρω και τη μανούλα μου, ορμήνιες να γυρέψω."

*****
Είναι πάρα πολλά τα μοιρολόγια του χωριού, επειδή δεν έχω καταγράψει πολλά, αν συμπληρώσουν άλλοι που έχουν βιώματα  και μνήμες από το χωριό, πιο πολλές από εμένα, γιατί εγώ μπορώ να μπερδέψω μερικά.
Πολύ πονεμένα ήταν και τα μοιρολόγια αυτών που πέθαναν στην ξενιτειά. Η οικογένεια του παππού μου είχε τέτοια απώλεια, όταν πέθανε ο αδερφός του Θεόδωρος στην Αμερική. Ο παππούς μου είχε πει μερικά που έλεγε η πονεμένη μητέρα του και προγιαγιά μου.
"Ανάθεμά σε ξενιτειά, όσα καλά κι αν έχεις
κι αν έχεις πύργους γυάλινους, πύργους μαλαματένιους
Εγώ είδα , εγώ άκουσα, τους ξένους πως τους θάβαν
δίχως λιβάνι και κερί, δίχως παπά και ψάλτη
αλλάργα από τις εκκλησιές, αλλάργα από τους άγιους
και πάνε και τους θάβουνε, σε έρημα χωράφια"

*****
"Ξένος εψυχοράγαγε, σε ξένο παραγώνι
τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει
μαϊδ' αδερφό, μαϊδ' αδερφή, ούτε τη δόλια μάνα
να είχα μανούλας γόνατα και αδερφής αγκάλη
να είχα νερό απ' τον τόπο μου και μήλο απ' τη μηλιά μου."

*****
"Παιδάκι μου πώς να το ειπώ, το μαύρο μοιρολόι
ξένοι σου φέραν το νερό, ξένοι σε σιγυράγαν
ξένοι σου στρώναν τα σκουτιά, τα γιατρικά σου δίναν
ξένοι τα χέρια σταύρωσαν και κλείσανε τα μάτια
ξένοι σε εδίακαν στην εκκλησιά, στον έρημο τον τάφο
κι από τον πόνο τον πολύ, της ξενητειάς τη λύπη
βαλαντωμένος έπεσες, στο έρμο σου το μνήμα."
*****
"Εγώ επήγα στην ξενιτειά, να κάτσω δέκα μήνες
κι η ξενιτειά με γέλασε κι έκαμα δέκα χρόνους
παρακαλώ σε ξένη γη, να μη με αρρωστήσεις
γιατί η αρρώστια θέλει
 θέλει μανούλας αγκαλιά και αδερφής  φροντίδα
Κι η πρώτη μου ξαδέρφισσα, να κάθεται κοντά μου
Όσο 'χει ο ξένος την υγειά, όλοι τον αγαπάνε
μα 'ρθε καιρός κι αρρώστησε ο ξένος να πεθάνει
κι ο ξένος αναστέναξε κι η γη αναταράχτη."

*****
Πριν μερικά χρόνια συγκινήθηκα από την θεια Μαλλιώ της Μοφκίτσας, που όταν αντίκρυσε νεκρή την αδελφή της την Πηνειώ είπε:
Ήρθα αδερφούλα να σε τραγουδήσω, για να μην μου κατέβεις παραπονεμένη. Πήρα εδώ το σημειωματάριό μου και έγραψα εκείνο το πικρό αυτοσχεδιασμό που έκανε για τον αδελφό τους, το πιο τραγικό συμβάν της ζωής της.
"Στο δρόμο που θα πορευτείς, φαντάρο θ' απαντήσεις
για πάρε ρούχα καθαρά, ν' αλλάξει τα παλιά του
πάρε κρασί και βάλσαμο, να πλύνει τις πληγές του
πάρε κλωνί βασιλικού, για χαιρετίσματά μου."
Αντίο θεια Μαλλιώ, ήσουν από τις τελευταίες. Αντίο στη γενιά της Μοφκίτσας που πήρε μαζί της τους πολιτιστικούς θυσαυρούς, που εμείς, αγνοήσαμε, περιφρονήσαμε, χλευάσαμε. Αν κάποιος γνώστης της λογοτεχνίας το ψάξει , όλα αυτά θα τα εντάξει και θα τους κατονομάσει Λογοτεχνικούς Θησαυρούς.
  Η περιοχή μας ήταν πλούσια σ' αυτόν τον τομέα. Μοιρολόγια έχουν καταγραφεί από πανεπιστημιακούς όπως ο  κ.Ν. Βέης.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Μάρτης (Το βραχιολάκι του Μαρτίου)

Επιμέλεια: Μαρία Κανελλοπούλου

Ο Μάρτης πρώτος μήνας της Άνοιξης πήρε το όνομά του απ' τον θεό των Ρωμαίων Mars του αντίστοιχου δικού μας Άρη που τον θεωρούσαν και πατέρα του γενάρχη τους, του Ρωμύλου.
Στην αρχαία Ελλάδα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου αντιστοιχούσε  στο μήνα Ανθεστηριώνα  που έκαναν τις γιορτές των ψυχών (σημερινά Ψυχοσάββατα) και το δεύτερο δεκαπενθήμερο αντιστοιχούσε στο μήνα ελαφηβολιώνα.
Οι ρωμαίοι θεωρούσαν τον Μάρτη πρώτα μήνα του έτους, την δε πρώτη Μάρτη έψαλλαν τις καλένδες (τα κάλαντα)
Οι δε Βυζαντινοί θεωρούσαν την πρώτη Μάρτη σαν πρώτη ημέρα του πολιτικού έτους, την πρώτη Σεπτέμβρη, πρώτη ημέρα του θρησκευτικού έτους. Οι τρεις πρώτες ημέρες του Μαρτίου και του Αυγούστου θεωρούνται από πολλούς και σαν αποφράδες ς μέρες, ενώ άλλοι θεωρούν και τις τρεις τελευταίες . Επίσης όλα του Μαρτιού τα Σάββατα και  τ' Αυγούστου οι Δευτέρες " θεωρούνται  "δρίμες"(αρχαίων δριμύες) = δηλαδή αποφράδες ημέρες που πρέπει να αποφεύγεται η θάλασσα, οι δύσκολες εργασίες. Απαγορεύεται το λούσιμο (ασπρίζουν και πέφτουν τα μαλλιά), το πλύσιμο των ρούχων (έλιωναν δηλ εφθείροντο εύκολα τα ρούχα, τα έτρωγε ο σκώρος. Το κόψιμο ξύλων για κατασκευές, γιατί θα τα έτρωγε το σαράκι.
"Οι δρίμες του Αυγούστου στα πανιά  και του Μαρτιού τα ξύλα"
Έθιμο πασίγνωστο του Μάρτη που κρατάει ως τις μέρες μας είναι το ασπροκόκκινο πλεχτό βραχιολάκι  που φοριέται στο χέρι για να αποφευχθεί το κάψιμο από τον ήλιο του Μάρτη και να σκορπίσουν από το άτομο κάθε είδους κακά και γρουσουζιές. Το έθιμο αυτό είναι πανάρχαιο βαλκανικό (πιθανόν Αιγυπτιακής προέλευσης). Οι αρχαίοι Αθηναίοι το φορούσαν ή στο χέρι ή στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Μόλις έβγαινε ο μήνας το έπλεναν και το ξανάβαζαν τον επόμενο χρόνο. Στόλιζαν δε με τα ίδια βραχιολάκια το άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Τον 5ο Μ.Χ Αιώνα χαρακτηρίσθηκε από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο συνήθεια ειδωλολατρική. Στην Νεότερη Ελλάδα πλεκόταν τη νύχτα την τελευταία του Φεβρουαρίου και φοριόταν την αυγή της πρώτης ημέρας του Μάρτη, αλλού έβγαινε όταν έβλεπαν τα πρώτα χελιδόνια, αλλού το βράδυ της Ανάστασης, αλλού την πρώτη Απρίλη και δενόταν σε δένδρο καρποφόρο.
Στα Σκόπια το λένε αυτό το έθιμο Μαρτίνκα. Στην Αλβανία Βερόρε. Φορούν τα βραχιολάκια για καλή τύχη και για να μην μαυρίσουν από τον Μαρτιάτικο ήλιο. Τα βγάζουν και τα βάζουν δίπλα από ένα καρποφόρο δένδρο και κάτω από μια πέτρα. Αν τις επόμενες μέρες μαζευτούν σκουλήκια η χρονιά θα είναι καρπερή και ευλογημένη. Στη Βουλγαρία κρεμούν έξω από την πόρτα ένα κόκκινο πανί την "μπάμπα Μάρτα" δηλ. την γιαγιά Μάρτη που προφυλάσει από τα ίδια φαινόμενα.
Στην Ρουμανία την λένε Μαρτιζόρ που συμβολίζει το αγαπημένο τους λουλούδι το χιονόφυλλο. Συνδέεται δε με τον αγαπημένο του μύθο κατά τον οποίο ο θεός ήλιος κατέβηκε στη γη  για να γιορτάσει με τους ανθρώπους, τότε ένας δράκος γίγαντας τον φυλάκισε με αποτέλεσμα να πέσει στη γη σκοτάδι και χειμώνας ατέλειωτος. Τότε παρουσιάστηκε  ένας ήρωας νεαρός που τον απελευθέρωσε, σκοτώθηκε από τον δράκο και το αίμα του έγινε χιόνι. Σε ανάμνηση αυτού του ηρωικού κατορθώματος πλέκουν και φορούν το Μαρτιζόρ.
Στις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων υπάρχουν οι μύθοι οι σχετικοί με την αστάθεια του Μαρτίου που μου έλεγε η Μοφκιτσάνα γιαγιά μου Αγγελική. Μια γριά είχε αρνάκια και κατσικάκια και ο Μάρτης ήταν ζεστός και μεγάλωσε τα ζώα της άνετα,  την τελευταία ημέρα του Μάρτη είπε Πριτς (Δεν σε έχω ανάγκη Μάρτη μου, εγώ τα μεγάλωσα τα αρνάκια και τα κατσικάκια μου). Τότε ο Μάρτης δανείστηκε δυο ημέρες από τον Φεβρουάριο, χιόνισε τόσο πολύ που μαρμάρωσε τα' αρνιά και τα κατσίκια της γριάς και η γριά κρύφτηκε κάτω από το λεβέτι που μαρμάρωσε.
Οι δώδεκα μήνες είχαν ένα μεγάλο βαγένι κρασί για να πίνουν. Όμως ο Μάρτης τους ξεγέλασε το ήπιε όλο και από τότε είναι πάντα μεθυσμένος. Όταν θυμάται πως ξεγέλασε τα αδέρφια του γελάει (ήλιος), όταν σκέπτεται πως έκανε άσχημα κλαίει (βροχή -χιόνι).
Ο Μάρτης πήρε δυο γυναίκες μια πολύ άσχημη και μια πολύ όμορφη. Όταν γυρνάει κατά την άσχημη κλαίει (βροχή -χιόνι), όταν γυρνάει κατά την όμορφη γελάει (ήλιος).
Άπειρες είναι οι παροιμίες σχετικά με τον Μάρτη. Αναφέρω μερικές που έλεγαν στη Μοφκίτσα και έχω ακούσει από την γιαγιά μου.
Ο Μάρτης το πρωί χιόνισε
το γάιδαρο τον ψόφησε
το μεσημέρι βρώμισε (ζέστη)
και του Μαρτιού το βράδυ
τον πήρε το ποτάμι (βροχή).
*****
Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπάει κέρατο βοδιού.
*****
Του Μαρτιού οι αυγές με κάψανε
του Μάη το μεσημέρι.
*****
Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης
τα παλιόβοϊδα τα γδέρνει
τα δαμάλια τα παιδεύει
τις παλιόφραχτες τις καίει
και καινούργιες τις ξανασταίνει.
*****
Του Μάρτη χιόνι βούτυρο
μα σαν παγώσει μάρμαρο.
*****
Τσοπάνη μου την κάπα σου
το Μάρτη να φυλάξεις.
*****
Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά
κι ο Απρίλης άλλο ένα
θα δεις κουλούρες σαν αυλές
και πίτες σαν αλώνια
θα δεις τον κοντοκρίθαρο
πως στρίβει το μουστάκι
θα δεις και τις αρχόντισσες πως ψιλοκρισαρίζουν
θα δεις και την φτωχολογιά
πως ψιλοκοσκινάει.
*****
Σαν ρίξει  ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα
χαρά σ' εκείνο τον ζευγά που'χει πολλά σπαρμένα.
*****
Κάλλιο Μάρτη στις γωνιές, παρά Μάρτη στις αυλές.
*****
Όπου έχει κόρη ακριβή του Μάρτη ήλιος μην τη δει.
*****
Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και στο εξάμηνο ξεβάφει.
*****
Από Μαρτιού πουκάμισο και απ' Αύγουστο την κάπα ή
Από Μαρτιού πουκάμισο και απ' Αύγουστο σιγκούνα.
*****
Μάρτης έκλαιγε κι ο θεριστής γελούσε.
*****
Μηδέ ο Μάρτης Καλοκαίρι, μηδέ ο Αύγουστος χειμώνας ή και
Από Μάρτη καλοκαίρι και απ' Αύγουστο χειμώνας.
*****
Ως του Μαρτιού τις δέκα οχτώ
ψοφάει η πέρδικα στ' αυγό.
*****
Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα και ο κακός στους ίσκιους.

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Το καμπαναριό της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Μοφκίτσα!

Αιωνόβιο, ακοίμητο, φρουρός της Παναγιάς και ´κείνη ετούτου, στέκεται βιγλάτορας κι αγναντεύει μια την Πλεύρη, μια τη Βουνούκα, στρίβει κατά το νότο και θαυμάζει το σπερνό ένα προς ένα ούλα τα ηλιοβασιλέματα της Δύσης, φορτωμένο με το πιο ιερό βάρος, την βαρειά ορειχάλκινη καμπάνα της εκκλησιάς και με την θεϊκή υποχρέωση να προσκαλεί δικαίους και αδίκους, ενάμισυ αιώνα τώρα περίπου!
Μα πάνω απ´όλα αγκαλιάζει ολόγυρα τις γειτονιές με την περήφανη κορμοστασιά του και όλο το χωριό με μια ματιά δικό του, υποτακτικό στο κάλεσμα της καμπάνας που αγροικά κι είναι έτοιμη κάθε φορά που πρέπει να χτυπήσει.
Αγκαλιασμένο με πετρόχτιστη κυκλωτική μάντρα ίσα με εξήντα εκατοστά ύψος στη δυτική πλευρά του, που λιγοστεύει καθώς προχωράει ανατολικά, παλάτι τόχει και βασιλιάς με στέμμα μια καμπάνα, που γίναν δυο, ζευγάρωσαν, μοιράστηκαν τη μοίρα τους τη θεοταγμένη. Τα μνήματα στέκονται γύρω του φρουροί, στρατιώτες και σιγοντάρουν αν χρειαστεί στο κάθε μίλημά τους.
Το πουρνάρι της εκκλησιάς μας, σήμα κατατεθέν για όταν θέλαμε να δηλώσουμε τον τόπο ή τη συγκεκριμμένη θέση, φιλοξενούσε μέχρι πρότεινος, ατόφιο το βάρος της μεγάλης ορειχάλκινης καμπάνας με το γλυκόλαλο γλωσίδι για τις χαρούμενες στιγμές και την ξαφνική μεταστροφή του σε λυπητερό κάλεσμα για τις δυσάρεστες αντίστοιχες. Τώρα πια ενισχυμένο το δεντροκαμπαναριό μας, το πιο φυσικό του κόσμου, με σιδερένιους πασσάλους κάτι που μας χάλασε λίγο τη όμορφη, ρομαντική εικόνα και με μια ακόμα καμπάνα συντροφίτσα ψάχνει με ήχο δυνατότερο ανά την υφήλιο τους πιστούς της και με το συμβολισμό της για τον παραστρατημένο άνθρωπο, τον κάθε Αδάμ και τον καλεί για τη μεταστροφή του.
Γιορτές, χαρές, μηνύματα να στείλει και να πάρει, Δοξολογίες στο Θεό και λύπες, σε πόλεμο και πυρκαγιά, τότε και για το κατηχητικό,χιλιάδες τα μηνύματα μέσω της καμπάνας και τα καλέσματα για έκτακτα περιστατικά, όπως τους ξαφνικούς θανάτους.
Κάποτε οι τετρακόσιοι κάτοικοί του χωριού μου, λεφούσι ξεχύνονταν στην εκκλησιά με το κάλεσμα της καμπάνας. Με την τρίτη έπρεπε όλοι να είναι εκεί. Με τον καιρό λιγόστευαν χρόνο με το χρόνο και τώρα σχεδόν έρημο με δέκα πέντε οικογένειες να δηλώνουν απλά τις αλλοτινές δόξες.
Μες την καρδιά του κάθε Μοφκιτσάνου είναι καταγραμμένες στιγμές καλέσματος γλυκειές και τρυφερές, στιγμές ευφροσύνης, στιγμές πόνου και λύπης.
Κάθε Κυριακή και γιορτή με χάρη περισσή καλεί αδιάκοπα τον κάθε πιστό ν´αναλογιστεί το δικό του χρέος και να ακούσει τη φωνή του Θεού με το δικό της λάλημα.
Χαρακτηριστικός ο χτύπος της καμπάνας όταν χτυπά χαρά να δώσει τη Λαμπρή και σου αναπτερώνει το ηθικό κι εκείνος του Μεγαλοβδόμαδου δε θέλει να φύγει από μέσα σου, μα ούτε συ θέλεις να τον αποδιώξεις, γιατί το ίσο σου κρατεί και ισορροπεί το είναι σου.
Σχολειό; Ρολόι για το πρωινό και τ´απογιοματινό του τότε κάλεσμα, η καμπάνα. Η καμπάνα για όλα μπροστά!
Προσωπική εργασία σε κοινοτικά έργα; Με την καμπάνα η σύναξη στο άψε-σβήσε, δρόμο παίρνει η ομάδα, την κοινότητα βοηθά και ξεχρεώνει μεροκάματα που της αναλογούν.
Βαφτίσια; Με την καμπάνα θα το πουν, μ´εκείνη θα καλέσουν τη μάνα να ´ρθει στην ώρα της να παραλάβει το νεοφώτιστο! Για ´κείνον τον καιρό μιλώ!
Γιορτάζει ο Άγιος του χωριού; Ποιος θα πρωτομιλήσει; Μα η καμπάνα φυσικά θα πει περίτρανα εδώ γιορτή και σχόλη, εδώ λατρεία και χαρά και θα σιωπήσει και θα ξαναμιλήσει.
Ήρθε ο Δεσπότης στο χωριό; Εκείνη πάλι! Όλοι μικροί μεγάλοι εκεί, να δουν δεσπότης τι θα πει, να πάρουν ευλογία.
Μήπως περιόδευε ο βασιλιάς, η βασίλισσα; Η καμπάνα θα το διαλαλούσε! Θα έστεφε τους υψηλούς περαστικούς!
Έχουμε Εθνική γιορτή και παλιγγενεσία; Καμπάνας ήχος θα το πει, καμπάνα θα λαλήσει κι ο ήχος θά ´ναι ανάλογος και θα βροντοφωνάξει στα γύρω πέρα ν´ακουστεί στα Διάσελα να φτάσει.
Θάνατος; Με την καμπάνα θα μιλήσουν, το κάλεσμά της ιερό, συνοδευτικό για τον εξαγνισμό του πεθαμένου και τη συνοδεία στην τελευταία του κατοικία. Αυτή θα διαγράψει έναν ακόμα από τα κατάστιχα των ζωντανών.
Πυρκαγιά ή άλλη φυσική καταστροφή; Η καμπάνα πρόθυμη ν´ανακοινώσει το κακό και αναγκαίος ο τρόπος.
Δοξολογία στο Θεό, μια καμπανολαλιά αλλιώτικη από τις άλλες με ήχο δοξαστικό θα δηλώσει την ιερή την ώρα.
Και του βοριά το ξώφαλτσο χτύπημα στο γλωσίδι το ξεχωρίζουν οι άνθρωποι, όπως και ´κείνο της χαράς και της λύπης με όλες τους τις ηχητικές διαβαθμίσεις.
Μα η πιο όμορφη παιδική θύμηση είναι εκείνη της παρακουστικής, που ο καθένας νόμιζε πως η καμπάνα έλεγε ό,τι είχε πρόσφορο το ακουστικό του μέσο, το αυτί του.
Μακρόσυρτα και καθορισμένα επαναλαμβάναμε διασκεδάζοντάς το, την λέξη που νομίζαμε ότι λέει η καμπάνα! Κομφούζιο! Γέλια ξεκαρδιστικά, πειράγματα!
Πολλές φορές, όταν το λέγαμε μόνα μας και όχι με πολλούς μαζί, γινόταν μια συνήθεια με μονότονη επανάληψη της λέξης που νόμιζες ότι λέει η καμπάνα και το μυαλό αφοσιωνόταν σ´αυτό με σκοπό να χαλαρώνουμε και να ηρεμούμε και το τραβούσαμε μπορεί και ένα απόγευμα ολόκληρο με διακοπές.
Ακόμα και ερωτοφωλιά γινότανε το πουρνάρι με την καμπάνα του και δίνονταν όρκοι μυστικοί και αιώνιοι, που σαν ευλογημένοι κατέληγαν πάντα σε αίσιο τέλος.
Πολλά τέτοια ραντεβουδάκια είχαμε τσακώσει στα τριγυριςματά μας.
Ο ήχος της παλαιάς καμπάνας του χωριού μας ακουγόταν δυο και τρεις ώρες μακριά, ίσαμε τη Γλάτσα ´λέγαν οι παλιότεροι, επειδή προφανώς το χωριό απλωνόταν ίσαμε τη θάλασσα του Ιονίου πελάγους. Για τον ήχο των καινούργιων δεν το έχω ακούσει.
Ο αέρας άρπαζε τον ήχο και τον ταξίδευε μακριά όσο τα ηχητικά του κύματα του επέτρεπαν κι ανάλογα με τον τράτο που τού ´διναν τα μέρη. Το δικό μας επειδή στα δυτικά απλώνεται ως τη θάλασσα όπως είπαμε, είχε το περιθώριο να ταξιδεύει απρόσκοπτα αρκετά μακριά.
Οι παλιότεροι λέγανε: ,,Η καμπάνα και το λιβάνι διώχνουν το Διάβολο,,!
Ο ήχος της, ένα παράξενο πράγμα, δεν ενοχλεί κανέναν! Δεν έχω ακούσει άνθρωπο της γενιάς μου να παραπονέθηκε για ηχορύπανση εξ αιτίας του χτύπου της καμπάνας! Για τους σημερινούς δεν ξέρω, ίσως ναι! Ο σημερινός άνθρωπος είναι κουρασμένος ψυχικά και βασανισμένος. Το νευρικό του σύστημα σμπαράλια, λογικό είναι να ενοχλείται όχι μόνο από την καμπάνα, αλλά από κάθε θόρυβο!
Διάβασα χαρακτηρισμούς, που τους παραθέτω αυτούσιους:
,,Ήχος σεμνός και μεγαλοπρεπής, γλυκός και τονωτικός, ήρεμος και κατανυκτικός, αφυπνιστικός και προσευχητικός,,.
Έτσι ακριβώς τους νιώθω κι εγώ τους ήχους της δικής μας καμπάνας! Τους κρατώ μέσα μου έτσι αληθινούς και αναβαπτίζομαι!

Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ
Με τη γλυκειά της τη φωνή το νου μου τον μαγεύει!
Σήμα μου στέλνει για χαρά, για λύπη, με πλανεύει!
Τις παιδικές μου θύμησες διαρκώς αναμοχλεύει.
Ο ήχος σκίζει και λαλεί και τους πιστούς μαζεύει!
Πολύχρωμος ο συρφετός διαρκώς ανηφορίζει,
κατά που έχει ο καθείς τον τρόπο να ορίζει.
Με της καμπάνας τον αχό, ναός πανηγυρίζει
και μ´ευαγγέλια χαράς η πλάση πλημμυρίζει.
Νταν, νταν,....γκλαν, γκλαν...,νταν, νταν, ντιν, νταν
Καμπάνα μοναχή χτυπά και τον αέρα σκίζει,
για χίλια μυστικά μιλά, να πείσει με πασκίζει.
Καμπάνα βάγια των Βαγιών, Χριστός ανέστη λέει,
μα είναι και κάτι φορές που μοναχή της κλαίει.
Κάθε δείλι το καντήλι με καμπάνας ήχο δίνει
πρόσταγμα για να φωτίζει, στο Θεό να παραδίνει.
Άγγελος από ´κει πάνω το γλωσίδι ακουμπά.
Ήχοι διάσπαρτοι αντηχούνε κι η καμπάνα μας γελά.
Περιμένω κάποια μέρα το γλυκό της μυστικό.
Δίνω ραντεβού μαζί της στο πουρνάρι το τρανό.
Με καθάριο τον αγέρα τη γλυκοπαρακαλώ
να υπογράψουμε συνθήκη, να μπορώ να της μιλώ.
Μια καμπάνα η ζωή μας, ένα φως για την ψυχή μας.
Ένας ήχος, μια ελπίδα, βήμα για την προσευχή μας.
Η κλαγγή της μας μαγεύει, όλους μας μάς προστατεύει.
Ένα νταν της μας παιδεύει, ένα γκλαν της μας γιατρεύει.
Καμπανία, Σύρος, Κρήτη, οι πατρίδες καρτερούν
με ορείχαλκο, καλούπια και χυτήρια μπορούν
τις καμπάνες να ορθώσουν, στους ναούς ζωή να δώσουν.
Το καλό να διαδώσουν και τον κόσμο να στομώσουν.
Μα η δική μας η καμπάνα δε θα πάψει να μιλά,
να καλεί, να διαφεντεύει, να σιγοπαρακαλά.
Είναι βράχος, είναι πίστη, είναι στου Θεού το σπίτι.
Μας γυρεύει στον πλανήτη, τσιουρίζει σα σπουργίτι!
Κλααααν, γκλιιιιν, γκλααν, γκλαν, ντιν,  ντααααν .......


Κατερίνα Μπαχάρη - Κουτσουνά

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Ανακοίνωση - Ενημέρωση

Δυστυχώς για λόγους μη συμμετοχής, το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" με λύπη του ανακοινώνει την ακύρωση της προγραμματισμένης για Κυριακή 11/2/2018 εκδρομής-Κοπή πίτας στο Ναύπλιο.  Ευχαριστούμε τους λίγους που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και παραμένουμε στο ότι θα ξαναπροσπαθήσουμε και ευελπιστούμε να σας έχουμε μαζί μας σε δράσεις του συλλόγου μας στο άμεσο μέλλον.

Το Διοικητικό Συμβούλιο

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Εκδρομή - Κοπή Πρωτοχρονιάτικης Πίτας Του συλλόγου μας!

Προς τα μέλη και τους φίλους του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών «Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ»


Το Δ.Σ. του συλλόγου σας εύχεται καλή και δημιουργική χρονιά.
Στη προσπάθειά μας να προσφέρουμε εναλλακτικές μορφές διασκέδασης και συνεύρεσης των μελών και φίλων του συλλόγου μας, αποφασίσαμε την κοπή της Πρωτοχρονιάτικης πίτας να την πραγματοποιήσουμε σε συνδυασμό με μονοήμερη εκδρομή σε ένα γνωστό αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα προορισμό, το Ναύπλιο, την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018 και ελπίζουμε στην γρήγορη ανταπόκρισή σας, για τη σωστή οργάνωση της εκδρομής!

Πληροφορίες και κλείσιμο θέσεων: Μάνθος Κατσάμπουλας
 Τηλ. 6932-711290

Τιμή Εισιτηρίου: 10,00€ / άτομο 
 Ελεύθερη επιλογή φαγητού

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Άστεγα...όνειρα !

Η πατριώτισσά μας Κατερίνα Mπαχάρη-Κουτσουνά, ορμώμενη από δημοσίευση φίλης της, με σκέψεις γύρω από τις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και της Νέας χρονιάς και η εστίασή της στο λεπτό ,ευαίσθητο και άλυτο θέμα των δεινοπαθούντων συνανθρώπων μας της έδωσε το έναυσμα να γράψει τους σημερινούς στίχους !


Άστεγα...όνειρα !
Τα λαμπιόνια του δέντρου τυφλώνουν.
Το μαζεμένο στη γωνιά, τον άστεγο μαλώνουν ,
που για παλάτι το χαρτοκούτι
και για κρεββάτι το παλιοσκούτι
έριξε απάνω του και καρτεράει
διαβάτη ένα έστω, να μη γελάει
με της κατάντιας του τη φρίκη
χρόνους, Χριστούγεννα με πανωπροίκι
του κόσμου του άπονου τη δίκη
στης καταφρόνιας την καταδίκη !
Κι αυτός στον κόσμο του και συλλογάται ,
μαζεύει όνειρα κι αναρρωτάται:
- Ποιο δίκιο μ´έβαλε σ´αυτή τη θέση;
Ποιος Θ(ε)ός μ´αντάμοιψε για να μ´αρέσει;
Το βιος μου πήρανε κακοί κι αγροίκοι
που ´φτιαξα από κουρέλια ,φθαρμένο μπρίκι.
Εγώ δεν κάλεσα την εφορεία,
ούτε ζητιάνεψα φτωχού ανδρεία,
για ν´αποδείξω πως πολεμάω
κρύο και χιόνι πως αγαπάω.
Σ´άλλη γωνιά τεμπέλης άμοιρος,
το χέρι απλώνει κι αυτός κακάμοιρος.
Σκίζει μια κούτα στο πεζοδρόμι,
τραβάει, τεντώνει και την απλώνει, γελούν οι δρόμοι!
Ξαπλώνει μπρούμυτα , βαριεστημένος,
με πλάνη όνειρου συνεπαρμένος
πως είναι πούπουλα στο ξάπλωμά του,
ζεστή αγκάλη από τη μαμά του !
Κι άλλος απέναντι ψηλά κοιτάζει,
τον ουρανό βλέπει, θαυμάζει .
-Στείλε μου ,Θε μου, ένα αστέρι,
διαμάντι κάντο ,για να μου φέρει
αγάπης πάπλωμα, ζεστό φαγάκι
και ούριο άνεμο κι ένα βαρκάκι,
να σβήσω ο δόλιος τη λιχουδιά μου μ´ένα ψαράκι !
Κι η γριά η κακόμοιρη με το παιδάκι,
που κλαίει κι οδύρεται για ένα τσαγάκι,
χωρίς γαντάκια και παπουτσάκια,
βλέπει τριγύρω της άδεια τασάκια....
-Ούτε μια γόπα για μένα, Θε μου;
Γίνανε βόλια; Κι απανωθέ μου πέφτουν, χτυπάνε,
χαλάζια, χιόνια ,μπόρες, λυσσάνε ;
Και το παιδάκι απλώνει χέρι
με την ελπίδα ο Θεός να φέρει
κάποιον καλό πλούσιο διαβάτη,
οβολό να δώσει για το σακάτη.
Θεός και πλούσιος αλλού κοιτάνε
και το παιδάκι το προσπερνάνε...
-Κάτσε στη μοίρα σου, πού ´ναι γραμμένη.
Κάποιος σαν εσένα μπορεί να περ(ι)μένει ,
λένε και τρέχουν για να προφτάσουν
βόλια που πέφτουν να τα θαυμάσουν !
Παιδάκι πέρασε, στέκει μπροστά του.
Κοιτάει, σκέφτεται, παρηγοριά του....
Κουλούρι αγόρασε, το δίνει
και φεύγει τρέχοντας διώχνει τη δίνη.....
Γιορτή πιο πέρα πέντ´έξι κάνουν.
Σκουπίδια απλώνουν, μεριάζουν, ψάγνουν.....
Εδώ μπουκίτσα, ´κει σάπιο μήλο
κι έρχετ´η Τάξη ,τους σπάει στο ξύλο...!
Σκορπιούνται, φεύγουνε κι αναστενάζουν
και μεταξύ τους όρκους μοιράζουν:
Όοταν θα γίνουμε εμείς αφέντες
και παλληκάρια και λεβέντες,
στον κόσμο ετούτο, βαρειά κατάρα,
φτωχοί που ζούνε με τη λαχτάρα,
θα πάρουνε μια μεζονέτα
χωρίς φωτιά , μόν´μια παλέτα
να ζωγραφίζουν τα όνειρά τους,
γιατί να λείψουν;....μπα !..κι η σειριά τους;
Τι θ´απογίνει η κοινωνία
με ούλους πλούσιους και με ηνία;
Φτωχοί που φέρνουνε ισορροπία
και άστεγοι που δεν πιάνουν μία...,
πολυβολούνε τη ραθυμία
δίνουν στους πλούσιους ευθυμία....!
Άστους να ζούνε κι ίσως ειπούνε:
Μια μέρα ούλοι στο ίδιο κιβούρι θε να μπούνε !
Δυο μέτρα τόπο, μα πάντα πλούσιοι, φτωχοί θα υπάρχουν
κι άστεγοι τόσοι , όσο να φτάσουν οι δόλιοι νά ´χουν
δυο μέτρα τόπο στο πεζοδρόμι και άλλα τόσα για ένα τάφο
χωρίς σεντόνι και Επιτάφιο !
Η ευχή μου είναι να έρθουν οι άνθρωποι στα λογικά τους, οι ηγέτες και οι πλούσιοι στην ενσυνειδητότητά τους, οι κοινωνίες στα μέτρα της προσφοράς τους και ο καθένας μας στον εαυτό του, ώστε κάποτε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα υποβάθμισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας!
Καλές γιορτές για όλους μας !

Κ. ΜΠ-Κ.