Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Βακούφια (Από την ιστορία της περιοχής μας)

(Επιμέλεια: Μαρία Κανελλοπούλου-Μάνθος Κατσάμπουλας)

Η λέξη μαγκούφια: βακούφια: τουρκ. Wakf αφιέρωμα.
Σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο που για αιώνες καταδυνάστευε την πατρίδα μας, βακούφια ήσαν τα πράγματα ή τα κτήματα που είχαν αφιερωθεί για την εξυπηρέτηση ευαγών ιδρυμάτων και κοινωφελών σκοπών, δηλαδή τεμένων , πτωχοκομείων κλπ. υπέρ κυρίως του τουρκικού λαού.
Το συστατικό έγγραφο (βακουφναμέ) συντασσόταν ενώπιον του Kαδή (ιεροεξεταστή). Ειδικό υπουργείο στην Κων/πολη το Εβκαφ  Ναγαρετή είχε την εποπτεία των βακουφιών. Βακούφια μπορούσε να συστήσει ο σουλτάνος, η μητέρα του (βαλιντέ σουλτάνα) αλλά και  σύσταση από ιδιώτες. 
Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας οι ιδρυτές απέβλεπαν κυρίως να αποφύγουν την δήμευση ή κατάσχεση των περιουσιών τους από Οθωμανούς.
Διακρίνονται σε δυο κατηγορίες: α) στα κτίρια που χρησιμοποιούσαν για τεμένη, σχολεία, κλπ. και β) στα κτήματα που εκμίσθωναν τα ευαγή ιδρύματα για τη λειτουργία τους.
Βακούφια μπορούσαν να συσταθούν υπέρ των Χριστιανικών ναών και μονών.
Πολλές φορές οι τούρκοι εξολόθρευαν όλο το σόι, οπότε οι περιουσίες τους περνούσαν στην εκκλησία. Επίσης και σε οικογένειες που μετανάστευαν επικηρυγμένες από τον δυνάστη περνούσαν οι περιουσίες τους στην εκκλησία.
Πολλοί άτεκνοι χάριζαν τις περιουσίες τους οι ίδιοι στην εκκλησία. Έτσι ο λαός ταύτισε τα βακούφια (μαγκούφια) με τα έρημα. Θεωρούσαν τις περιουσίες των ατέκνων καταραμένες  και απέφευγαν να τις κληρονομήσουν για να μην πάρουν την κατάρα της ατεκνίας.
Γνωστή σε εμάς είναι η παροιμία που λεγόταν από τους παππούδες μας στη Μοφκίτσα. "Τα έρμα σε έρμα πάνε" αλλά και οι κατάρες "έρμα και μαγκούφια να μείνουν, στις εκκλησιές να πάνε".
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου περιέρχονταν τα βακούφια των τούρκων στην ελληνική κυβέρνηση. Σήμερα εξακολουθούν να γίνονται δωρεές σε ευαγή ιδρύματα και μητροπόλεις  ακίνητα κυρίως αγάμων ή άτεκνων ανθρώπων, δεν λέγονται βακούφια αλλά απλά δωρεές.

Φόροι και δοσίματα της σκλαβιάς

Οι ραγιάδες (υπόδουλοι) πλήρωναν φόρους και δοσίματα στο Δοβλέτι (τουρκικό κράτος) πολλούς και πολυώνυμους. Εκτός από το χαράτσι που ήταν προσωπικός, όλοι οι υπόδουλοι πλήρωναν φόρους με βάση την ιδιοκτησία, την παραγωγή και την διακίνησή της.
Χαράτσι: Το πλήρωναν όλοι οι άνδρες "γκιαούρηδες" από 13 χρόνων μέχρι τα γηρατειά. Δεν πλήρωναν οι γυναίκες, οι ιερείς, οι γέροντες και οι ανάπηροι. Ήταν προσωπικός φόρος για να έχει το δικαίωμα ο ραγιάς "να φέρει το κεφάλι του στους ώμους του" όπως έγραφε το "Κεάτ" η απόδειξη που έπαιρνε πληρώνοντας το. Οι πλουσιότεροι πλήρωναν ακριβότερα και ο φόρος τους λεγόταν "αιλά" 12 γρόσια το χρόνο, οι μικροκτηματίες και οι έμποροι το "Εφσάτ" (6 γρόσια), οι τελείως ακτήμονες το "Έτνα" 3 γρόσια. Ο φόρος κανονιζόταν κατά βιλαέτι από τον πασά ανάλογα με τα χαρτιά (ατομικά δελτία υπόχρεων). Στο βιλαέτι ο Μπέης με τους δημογέροντες και τον δεσπότη τα μοίραζαν κατ' αναλογία στα χωριά και εκεί ο προεστός του χωριού μαζί με τον παππά υποχρεωνόταν να κανονίσουν ανάλογα με την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του καθ' ενός το ποσό που θα πλήρωνε.
Χαριτσιγιές ή δέκατα:  Η δεκάτη 1/10 της ακαθόριστης γεωργικής παραγωγής (σητιρά, όσπρια, λάδι, λινάρι, κουκούλι, κα. Στην πραγματικότητα ήταν το 1/7 και όχι το 1/10.
Μπενταάτ και Μπάλτα. Ήταν τα διόδια για τα μετακοινούμενα προϊόντα γεωργικά αλλά και μονοπωλιακά (αλάτι).
Χαρατζεραζι, αβαέτια, τιμιράτα και μαφρουσάτια: Ήταν υποχρεωτικές στο Μώρα Βαλεσή της Τρίπολης (γεν. διοικητή) για τα έξοδα του σεραγιού. Τι ποσοστό που θα πλήρωνε κάθε βιλαέτι το κανόνιζε κατά τις ανάγκες του ο πασάς.
Μετζέλι, νταχήλ ντεριέ: Ήταν εισφορές για τα έξοδα των αξιωματούχων του βιλαετιού.
 Αγιάνη: Επισημότερου τούρκου.
Βοεβόδα: Διοικητή στρατιωτικής επαρχίας.
Μπελούκμπαση: Αστυνόμου
Κατή: Δικαστή
Αγάδων:  Γαιοκτημόνων που διοικούσαν πολιτικά ή στρατηγικά.  (Αγάς διοικούσε και την Μοφκίτσα) αλλά και ομάδα δημογερόντων ή γερόντων που έπαιρναν μισθό 500 γρόσια το εξάμηνο.
Μπουμπασίρι και τζερεμέδες: Ήταν τα διοικητικά και δικαστικά έξοδα που τα καθόριζαν κατά την κρίση τους ο Μπέης (άρχοντας, κύριος που έφερε το τίτλο κατώτερου Οθωμανού ευγενούς), ο Κατής, ο Βοεβόδας, ο Αγάς.
Αμπελιάτικο ή στρεμματιάτικο: Κάθε στρέμμα σταφίδας ή αμπελιού πλήρωνε το χρόνο 10 παράδες αν ήταν ιδιόκτητα χωράφια ή 45 παράδες αν ήταν δημόσια.
Σαλαριά: Εισφορά  στον ιδιοκτήτη του τσιφλικιού από τον ζευγολάτη για κάθε ζευγάρι βόδια μισό βιτσέλι το χρόνο. Γι αυτόν που δεν είχε δικά του βόδια αλλά δούλευε με ξένα πλήρωνε το 1/4 βατσελιού τον χρόνο.
1 βατσέλι = 38 περίπου κιλά.
Ρέσμι  ιλακ ή νόμιστρο: Δικαίωμα βοσκής των κοπαδιών στα λειβάδια 2 παράδες το ζώο (πρόβατο ή κατσίκα). 1 γρόσι ασημένιο νόμισμα ισοδυναμούσε με 40 περίπου παράδες.
Ρέσμι  ζιντζιέ (κρασιού), ρέσμι μιρέ (λαδιού), ρέσμι γιαυλάκ (σανού) και ρέσμι άλλων προϊόντων (τυριού, μαλλιού, βελανιού, λιναριού, κα.)
Αγγαρείες: Ήταν η αναγκαστική προσφορά εργασίας, για εκτέλεση σημ. έργων αλλά και στους αξιωματούχους τούρκους από τον σεϊζη (σωματοφύλακας) ως τον πασά.
όλα αυτά πλήρωναν οι Μοφκιτσάνοι όπως και οι κάτοικοι των γύρω χωριών κατάσταση που βύθιζε στην ανέχεια, την αμάθεια και την εσωστρέφεια.
Οι τούρκοι εύρισκαν τον τρόπο να ξεφύγουν ή να τους φορτώσουν στην ράχη του ραγιά.
Το πιο άσχημο όμως ήταν ότι όλους τους παραπάνω φόρους  και εισφορές στο Δοβλέτι τους παραχωρούσε για την είσπραξη σε ενοικιαστές κι αυτοί σε υπονοικιαστές.
Αυτοί μαζί με την αυθαιρεσία, την απληστία, την ασυδοσία που κυριαρχούσαν τότε στο τούρκικο κράτος γίνονταν βαρύτεροι έως εξοντωτικοί κυρίως για τους ακτήμονες ή τους μικροιδιοκτήτες.
Τα τσιφλίκια τους κτήματα των αγάδων γαιοκτημόνων, των κεφαλοχωριών (Καρίγεδων) τα εκμίσθωναν οι αγάδες στους ραγιάδες καλλιεργητές κατά τρεις τρόπους.
α) Στο μισακό ή συντροφικό. Ο ιδιοκτήτης έβαζε τα χωράφια, ο μισακάτορας ή μισακολόγος την δουλειά. Στην συγκομηδή αφαιρπούσαν τα έξοδα (τον σπόρο, εργαλεία, κ.α) τα δοσίματα, το υπόλοιπο μοιραζόταν στη μέση.
β) Στο τριτάρικο ο ιδιοκτήτης έβαζε μόνο τη γη, το χωράφι, ο καλλιεργητής όλα τα έξοδα και αφού αφαιρούσαν τα δοσίματα, έπαιρνε ο ιδιοκτήτης τρία μερτικά και ο καλλιεργητής τριτάρης έξι.
Στον Κάμπο το τριτάρικο ήταν η πιο διαδεδομένη μίσθωση.
γ) Στο γιώμορο ο ιδιοκτήτης νοίκιαζε τα χωράφια, προπληρωνόταν το ποσό που κανόνιζαν και ο καλλιεργητής έπαιρνε όλη την παραγωγή, αφού έπαιρνε φόρους και δοσίματα πάνω του.
Έτσι ζούσαν εκείνα τα χρόνια οι Μοφκιτσάνοι. Το χωριό μας είχε έντονη τούρκικη παρουσία, αγά γαιοκτήμονα δηλ. ο οποίος είχε και κονάκι "Πυργάκι" καθώς Σκουτέρ-Αγά, αγά που κυβερνούσε τα κοπάδια, κάτι σαν τσέλιγκα αγά.
Και βρήκαν τη δύναμη όπως και οι άλλοι Έλληνες να ξεσηκωθούν και το μέσα απ' την ανέχεια, την αμάθεια και την δυστυχία να πετύχουν το θαύμα της απελευθέρωσής τους.

Στοιχεία για τους φόρους των Ελλήνων πήραμε από το σχετικό βιβλίο του Ντίνου Ψυχογιού και την εγκυκλοπαίδεια  Πάπυρος Larousse Britannica.