Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Τον τόπο που αγαπήσαμε…

Πάλι πιάστηκα με το όμορφο, νοσταλγικό και συγκινητικό ποίημα, της αγαπητής πατριώτισσας Κατερίνας Μπαχάρη - Κουτσουνά  που μας φέρνει γλυκές θύμισες από την αγριεμένη νιότη...ένα όμορφο ποίημα και το οποίο δημοσιεύω, δηλώνοντας ενθουσιασμένος για την όμορφη προσέγγιση όλων των θεμάτων που καταπιάνεται. Μας μιλά για τις θύμισες της νιότης μας και τις καταβολές μας αλλά και την ομορφιά του χωριού μας της Μοφκίτσας.
Μιλά για τον μακροχρόνιο μόχθο των γονιών μας, τη σκληρή δουλειά όλων των κατοίκων του χωριού μας γιατί ακριβό το δώρο της ζωής. Κόποι ανείπωτοι, ποτάμια ο ιδρώτας, κορμιά αντρειωμένα που αντιστέκονται, που στύβουν τις πέτρες μέσα στα χέρια τους, ατρόμητοι κι ακατάβλητοι, για να γευτούν τη Δημιουργία.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, έχοντας ζήσει και συμμετάσχει από παιδιά, στους κόπους, τις αγωνίες, τις απογοητεύσεις, μα και στις μεγάλες χαρές των κατοίκων του.
Περπατώντας τα Μοφκιτσάνικα  σοκάκια, βιώνουμε τα όνειρα της νιότης και ζούμε τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. Ζήσαμε τον κύκλο της ζωής του χωριού μας μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο.  
Σε έναν τέτοιο όμορφο τόπο γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε και γι αυτό τον  αγαπάμε…

Μάνθος Κατσάμπουλας

ΜΟΦΚΙΤΣΑ
 (Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο FB στις 31/3/2017 από την Κατερίνα)

Ανασασμός, πνοή ζωής τ´αγέρι του χωριού μου!
Με πλάνεψε και του ´δωκα την άπλα του κορμιού μου
 
και της καρδιάς την πεθυμιά και της ψυχής το εύρος.
Βουνά μου, όνειροβούνια μου, ελάτε σεις κοντά μου
να μου θυμήστε τα παλιά τα περπατήματά μου.
Πάτε ραχούλες παρακεί να σιγοτραγουδήσω,
από τον ύπνο το βαθύ τον κόσμο να ξυπνήσω !
Να δώσω σκήπτρο βασιλιά στην όμορφη Μοφκίτσα,
κερί στην Άγια Δέσποινα και σ´όλα τα ξωκλήσια !
Στους κάμπους και στις ρεματιές,βουνοπλαγιές και δάση,
να πάρουν την αγάπη μου, να δώσουν την πνοή τους.
Στ´αλώνια τα πετράλωνα, χερόβολα χρυσόβουλα,
τ´άλογα να γυρίζουνε στο μεσιανό το στύλο.
Στο ζευγολάτη τ´άλογα, τα βόδια και τ´αλέτρι
 
και στο βοσκό τα πρόβατα, τα στέρφα, τα γαλάρια.
Τα γίδια να ´ναι στο βουνό, τα πρόβατα στον κάμπο.
Ει,ει,ει,εεε, ν´ακούω τη Νιόνενα να λέει, ν´αντιλαλούν οι κάμποι!
Να βλέπω τον πατέρα μου νέο και καβαλάρη,
που ο μόχθος του τον έκαμε γέρο, ν´αναρωτιέται.
Να βλέπω και τη μάνα μου ίσια σαν κυπαρίσσι,
που ελύγισε κι ακούμπησε κορμό.  κλωνιά στο χώμα.......
Εκεί ´ναι κι όλοι οι χωριανοί σε γάμους, πανηγύρια
και τα παιδάκια στο σχολειό κι ο δάσκαλος σιμά τους.
Οι βρύσες οι νερόβρυσες με το κελάρυσμά τους ακόμα, ξένε,
σε καλούν, να πιείς απ´τη δροσιά τους.
Η Πέρα βρύση και η Ετιά περήφανες που στέκουν!
Το Πλατανούλι καρτερεί ζωντόβολα κι ανθρώπους,
να ξεδιψάσουν και δροσιά στον ίσκιο να χορτάσουν.
Καλή μου Περδικόβρυση, π´αδρόσιστο δεν άφησες κανένα...
περαστικούς και βιαστικούς και ζα και διψασμένους.....
Για χρόνια το νεράκι σου δρόσιζε το Μπουρνιά μας
και χαίρονταν περίτρανα οι γυναίκες κι μαμά μας....
Βλέπω στ´αλώνια του Μπουρνιά δυο τρία στην αράδα,
καμτσίκια π´ανεμίζουνε κι άλογα λιγδωμένα
κι απ´τον ιδρώτα τον πολύ γυαλοκοπούν στον ήλιο!
Τον αγωγιάτη πίσω τους με ψάθα να φωνάζει: Ο, ο, ο !
Το λυχνιστό χρυσόκαρπο βλέπω το σωρωμένο.
Τα όνειρα τ´αφεντικού τάχω στο νου βαλμένο.
Πέρα στ´αλώνια του σχολειού την Πασχαλοδευτέρα
γλέντι τρανό που γίνεται και δεν τελειώνει η μέρα.
Η Παναγιά βιγλάτορας τριγύρω αγναντεύει........
Δίνει ευλογίες άπειρες συνάμα και παιδεύει..
Απέναντι κι αντίκρυ της είναι το πατρικό μου!
Τις χίλιες μύριες θύμησες μου φέρνει στο μυαλό μου.......
Όλα, ωραία κι άσχημα,όλα μικρά μεγάλα τα ζήσαμε-τρανέψαμε.........
Τα ηλιοβασιλέματα στ´αλώνι μας πιο πέρα πώς να ξεχάσω;
Αγνάντευα ολόγυρα κι ο κάμπος ίσια κάτω,
κορνίζαρε τη θάλασσα με τον ορίζοντά της!
Στου Μπίνακα που πήγαινα λουλούδια να μαζέψω
στου Επιτάφιου τη γιορτή να τα εναποθέσω.
Ιδιαίτερα αγριολούλουδα, άγριες ορχιδέες
εκόβαμε, μετράγαμε χίλιες δύο ιδέες.
Αγιαντρέας και Ταξιάρχες είν´ακοίμητοι ,φρουρούν.
Της Ετιάς και ο Άι- Θαράπης κι Άγιοι Θόδωροι θεωρούν.
Του Ποιμένα το κοπάδι με χαρά τους το κοιτούν.
Απ´τον Καλό τη θάλασσα να την ξαναγναντέψω.
Μεγάλη Ράχη, Κόλυμπος, Λεσιές και Πλατανούλι.
Στα Μισοράχια ,στο Βαρκό, Χλιόβρυση, Βρωμονέρι.
Στις Λίμνες ,στου Καμπούλια μας και στο Περδικονέρι.
Σκουπάς, Αγιά Παρασκευή, Κριάκουρα, Μαλιαγκέικα
και Παλιοκάραβο που λες, όμορφα τοπωνύμια.
Όλα τους αγκαλιάζουνε αυτό το μέγα τόπο!
Από στεριά σε θάλασσα, απ´ορεινά σε κάμπο
 
απλώνεται η Μοφκίτσα μας νωχελικά κι αλάργα,
στα πόδια της σερνάμενη και η θάλασσα τη γλείφει...


Κατερίνα Μπαχάρη-Κουτσουνά  

Ευχαριστώ το Μάνθο για την κοινοποίηση τη σχετική με το ποίημά μου "ΜΟΦΚΙΤΣΑ" και δράττομαι της ευκαιρίας να μιλήσω ταπεινά για τον εικονιζόμενο: Είναι ο πατέρας μου!
Όπως όλοι σχεδόν οι πατεράδες στα χωριά ασχολήθηκε με τη γεωργία και η διαφορά ίσως έγκειται στο ότι αυτός ήταν μορφωμένος γεωργός! Είχε τελειώσει το σχολαρχείο της Ζούρτσας και ήταν άριστος μαθητής!
Ζήλευα και θαύμαζα μαζί τον καλλιτεχνικότατο γραφικό του χαρακτήρα, την ευγένεια της ψυχής του ,που την εξέφραζε σε κάθε περίσταση, χωρίς να κάνει διακρίσεις! Όλοι στο χωριό είχαν να πουν ένα καλό λόγο για: "το μπάρμπα Δημητράκη το Μπαχάρη"! Για το μειλίχιο χαρακτήρα του, που με τη γνώση του αφόπλιζε τον συνομιλητή του ή τον έφερνε στα μέτρα του και έκαναν ευχάριστους εποικοδομητικούς διαλόγους!
Φιλόξενος σε βαθμό υπερθετικό με ό,τι φτώχεια είχε ,προσκαλούσε τον περαστικό, το φίλο για ένα κρασί!
Και τότε ήταν που άνοιγε τον ασκό των απωθημένων του και άδειαζε την ψυχή του, φορτώνοντας τα στην όμορφη συζήτηση που άνοιγε και δεν έλεγε να την τελειώσει !
Όταν παλιότερα έκανε χρέη δασκάλου ο αείμνηστος ιερέας Γεώργιος Κριτσέλης ή όπως τον αποκαλούσαμε όλοι: "ο παπαγιώργης", από απόσταση βοηθούσε σε κάποια μαθήματα τον ιερέα και λόγω ταπεινοφροσύνης δεν το γνώριζε ούτε το σπίτι του! Εμείς το μάθαμε πρόσφατα.
Ορφανός από πολύ μικρός φορτώθηκε στους νεανικούς του ώμους το βάρος της ευθύνης για μια χήρα μάνα και δυο αδελφές ,ευθύνη που τον απέτρεψε από περαιτέρω σπουδές ! Η μάνα του, η γιαγιά μου, γυναίκα αντοχής,που ήξερε ν´αντιμετωπίζει στωικά τις δυσκολίες της ζωής, με καρτερία, αποφασιστικότητα και υπευθυνότητα, άδικα τον παρότρυνε να φύγει από το χωριό και να συνεχίσει τις σπουδές του. Δυστυχώς υπήρξε δέσμιος των λανθασμένων πεποιθήσεων της εποχής και η κοινωνία έχασε ένα σημαντικό μυαλό, που θα μπορούσε να είχε προσφέρει σημαντική πνευματική τροφή στην κοινωνική ιεραρχία του τόπου ή της πατρίδας. Ήταν από τους πρώτους μαζί με άλλες δυο οικογένειες, του μπάρμπα Χρίστου και του μπάρμπα Θεοχάρη που έστειλε κορίτσια στο σχολείο έως αποπεράτωσης των σπουδών τους. Ίσως να τον είχε επηρεάσει η αδικία του εαυτού του, αλλά περισσότερο ,επειδή γνώριζε την αξία της μόρφωσης. Τον ευγνωμονούμε γι αυτό και τον ευχαριστούμε !
Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσες να εμπιστευτείς, να συμβουλευτείς, να αγαπήσεις και να παραδειγματιστείς από αυτόν. Καλόβολος με σεβασμό στην προσωπικότητα του κάθε συγχωριανού πορευότανε μια ζωή στην οποία υπερίσχυε το καθήκον ,η ηθική και το χρέος !
Δεν ξεχνώ που πάντα κατακουρασμένος παραμέριζε την προσωπική του ανάγκη για ξεκούραση και αφοσιωνόταν στην καθοδήγησή μας στα μαθήματα .Δεν ξεχνώ ακόμα, που έφευγε από τον κάμπο(το παραθαλάσσιο τμήμα του χωριού)φορτωμένο το άλογο με ένα τρυγοκάλαθο σταφύλια και σύκα και όσο να φτάσει στο επάνω χωριό(το ορεινό τμήμα του χωριού)τα είχε φιλέψει σχεδόν όλα στους συνοδοιπόρους ,που δεν είχαν αμπέλια ή φίλους ή διερχόμενους.Παναγιά μου τι ήταν εκείνα τα σταφύλια: Τσιμπίπες, αητονύχια, ροδίτες, προβατίνες, κοκκοράρχ...,μοσχοφίλερα! Άσε τα οπωρικά: ροδάκινα, κοντούλες, κρυστάλια (αχλάδια), ασπρόσυκα, μαυρό - συκα! Θα μπορούσα ν´αναφέρω ατέλειωτες ιστορίες που χαρακτήριζαν τον πατέρα μου σαν τον καλύτερο άνθρωπο του χωριού.
Έχω και κανά δυο ιδιορρυθμίες του, όμως δεν θα τις αναφέρω καθ´ότι: "ο αποθανών δεδικαίωται"!
Πατέρα μου να είσαι ευλογημένος! Είμαι σίγουρη πως είσαι στα δεξιά και με τη μελίρρυτη φωνή σου υμνείς μαζί με τους αγγέλους το Θεό. Ναι, βέβαια, ξέχασα να πω, πως πάντοτε τραγουδούσε: "Τα δυο σου μαύρα μάτια που με κοιτάζουνε..."
"Νοσοκόμα μου ωραία...", "Μια τούρκα μάνα μάλωνε, μαλώνει με το γυιό της....", κ.τ.λ.
Η ψαλτική ήτανε η απόλαυσή του! Δεξιός, τα πάντα τα ήθελε "δεξιά" είχε πάντοτε θέση στο ψαλτήρι. Ο πατέρας μου ήταν μια κινητή βιβλιοθήκη. Διάβαζε λογοτεχνικά βιβλία μέχρι λίγο πριν το τέλος.
Θα ήτανε παράλειψη να μην αναφέρω την προσφορά του στην πατρίδα μαζί με άλλους χωριανούς στον πόλεμο του '40! Και την τελευταία στιγμή της ζωής του, που αντιλαμβανόμενος το τέλος, μας φώναξε κοντά του, μας έδωσε την ευχή του και μας είπε: "Εγώ φεύγω" μας φίλησε και ως την ώρα που έφυγε δεν ξαναμίλησε! Πλήρης ημερών, 98 γεμάτα ! Όσο ζούσε έλεγε συχνά και με κάθε ευκαιρία το παρακάτω τετράστιχο:
Εάν το γήρας βαθιά με πνίξει
και της νεότης παρέλθει ο χρόνος
ή αποθάνω και δε με βλέπεις
να με θυμάσαι εκ της εικόνος.
Εμείς τα παιδιά του, θεωρήσαμε ότι πολύ θα του άρεσε να τον συνοδεύει στην αιωνιότητα και το χαράξαμε στην ταφόπλακά του!
Αυτός σε γενικές γραμμές ήταν ο αγαπημένος του χωριού, γλυκός μου πατέρας!
Ευλογημένος να είσαι πατέρα ! Αιωνία σου η μνήμη !

Κατερίνα Μπαχάρη-Κουτσουνά