Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Αη-Γιώργης ο Μοφκιτσάνος!


Της Κατερίνας Μπαχάρη-Κουτσουνά
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που η Μοφκίτσα έσφιζε από ζωή, το ανηφορικό κροκαλιαστό μονοπάτι που οδηγούσε κατά τη Σκουτέργα στο μικρό, ταπεινό, απέριττο ξωκλήσι του Αη-Γιώργη, με πρωινό μπροστάρη καβαλάρη τον παπά-Γιώργη απάνου στο άλογο, που κράταγε σφιχτά το ποτήρι της θείας κοινωνίας αμίλητος και λουσμένος στο φως της ροδαυγής και την κουστωδία του, ψαλτάδες και παιδιά με τα εξαπτέρυγα και ό,τι άλλο χρειαζόταν για την επιτέλεση της θείας λειτουργίας και των μυστηρίων, έγραφε στο νου μας εικόνες εκστρατείας, όπως μας τις διηγούνταν οι παλιότεροι με μια ομορφιά και μια πίστη στο σκοπό αδιασάλευτη. Τον καλημέριζαν στο φτάσιμο τα πουλιά με αρχηγό τ´αηδόνια και του ´διναν τον τόνο της κατοπινής ψαλμωδίας που η στεντώρια σεβάσμια φωνή του συνέπαιρνε τους πιστούς και μαζί με του μικροκαμωμένου Πανάγου αρχιψάλτη τη βραχνή, τραβηχτή φωνή, του Δημητράκη τη μελίρρυτη και ταπεινή και του μπάρμπα Χρήστου τη γλυκειά και καμαρωτή, ουλουνών όμως τις φωνές με περισεύουσα πίστη και με τον τρόπο του καθένα ολοκληρωνόταν το μεγαλείο της θεϊκής παρουσίας σε πλαίσια γήινα με δοτικότητά απόλυτη, που είχε σαν επιβράβευση τη γαλήνη στην ψυχή τους! Και το εκκλησίασμα τους ευγνωμονούσε γιατί όλοι γεύονταν το απαύγασμα της θείας παροχής μέσω της ψαλτικής ικανότητας των συγχωριανών του. 
Τον υποδεχόταν τον παπά η καταστόλιστη εικόνα του άγιου, που καρφώνει με μαεστρία και εξολοθρεύει το θεριό και που από την παραμονή το βράδυ μαζί με τον εσπερινό την είχαν τα κορίτσια του χωριού ντυμένη στα γιορτινά της και ´κείνος ξεκαβαλίκευε προσεχτικά κι αφού ακούμπαγε στη θέση του το Άγιο ποτήρι επέστρεφε κι έκανε τις μετάνοιες του σκύβοντας μπροστά στην εικόνα κι ακουμπώντας ίσαμε κάτω το χώμα, γιατί, ως φαίνεται, όσο βαθύτερη η κίνηση της μετάνοιας τόσο μεγαλύτερη κι η συχώρεση, κι αρχίναγε τον όρθρο παρέα με τα πουλιά που δε σιγοντάριζαν απλά, συμμετείχαν στη μυσταγωγία!
Λαμποκοπούσε στο ανέβασμα ο δρόμος στο κατόπι ανθρώπους όλων των ηλικιών και ζώα καταστόλιστα με ολοκέντητα υφαντά κιλίμια και πιστούς γιορτινά ντυμένους αναβάτες σε μια ανάβαση πανηγυρική, με πανδαισία χρωμάτων, πίστη και καμάρι και συνοδούς τ´αηδόνια και τ´άλλα πουλιά σε συναυλιακό κονσέρτο υψηλής αισθητικής ακουστικής απόλαυσης, αληθινό πανηγύρι τέρψης ψυχών και σωμάτων!
Κι ένα μελίσσι από παιδιά κάθε ηλικίας είχαν ξεχυθεί από πολύ πρωΐ πίσω από το Μεγαβούνι, κάπου εκεί τριγύρω στα λημέρια του Άγιου, να ξετρυπώνουν τραγουλιά, ένα μοσκοβολητό βοτανόφυτο, πού ´μοιαζε με το καριοφύλλι, άλλο παρόμοιο ήμερο φυτόκηπου καμάρι, δυσεύρετο και ακατάδεχτο να μετοικήσει στα κηπάρια του χωριού, έμενε πιστός σύντροφος φρουρός και συμπαραστάτης του Άγιου, αλλά πρόθυμα δινόταν στα παιδιά αγόρια συνήθως, δε θυμάμαι ποτέ κορίτσι να είχε καυχηθεί ότι μάζεψε τραγουλιά, δεν τους επέτρεπαν κιόλας να παίρνουν τα βουνά παρέα με τ´αγόρια, που έκοβαν όμως μόνο το φύλλωμά του καθώς χώνονταν στις λούζες για να το ξετρυπώνουν,  ιδανική κρυψώνα που δικαιολογούσε το σπάνιο του ευρήματος, και δεν το ξερρίζωναν ποτέ, κι όσοι είχαν τολμήσει να το κάμουν τους το ανταπέδιδε με γρουσουζιά το φυτό και ποτέ του δεν ξανά παρουσιαζόταν μπροστά τους, όσο κι αν το γύρευαν. 
Με την τραγουλιά ανά χείρας! 
Σαν φόρτωναν όμως τις χούφτες τους με το δυσεύρετο πολύτιμο βοτάνι, σαν έμπειροι πραματευτάδες διαλαλούσαν το σπάνιο τους εμπόρευμα κουνώντας το στον αέρα με περηφάνεια, γυρεύοντας πρόθυμους αγοραστάδες και τους είχαν εξασφαλισμένους εννοείται κι έτσι εξασφάλιζαν το χαρτζιλίκι τους και είχαν και την ευλογία του Άγιου, που το πρώτο κλωναράκι του το αφιέρωναν με ευλάβεια σε Κείνον! Όποιος είχε στο πέτο του εκείνη την ημέρα τραγουλιά καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι κι αν ήτανε και νιόγαμπρος ή λογοδοσμένος ή υποψήφιος ακόμα, τόχε τρανό καμάρι. Και από την εικόνα στο τέλος που τη μάδαγαν όποιος πετύχαινε την τραγουλιά-κλωνάρι -αφιέρωμα, καμάρι τόχε και χαρά και ´κείνος και τύχη κι ευλογία το θεωρούσε!
Η τραγουλιά

Το ξωκλήσι μικρό κι απέριττο πετρόχτιστο και με πλακόστρωτο δάπεδο υποδεχόταν τους πιστούς του με την ανθοστόλιστη εικόνα του προπομπό καλωσοριστάρη σ´έναν αυλόγυρο που ήσαν επίσης εκεί στημένοι οι πάγκοι των κερεμπόρων επιτρόπων και των λουκουμεμπόρων πωλητών και πρόθυμων κεραστάδων του επιβεβλημένου κεράσματος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ,δηλαδή ή το αγόραζε κανείς μόνος του και το απολάμβανε ή κάποιος μπρούκλης και κουβαρντάς τον κέρναγε, το ίδιο έκανε ,αρκεί να μην έμενε κανείς χωρίς λουκούμι. Ροζ, τριαντάφυλλο συνήθως, για να προκαλεί με το χρώμα του, είχε αγοραστική αξία μεγαλύτερη με την τροφαντή του όψη.
Ο αυλόγυρος, μια άπλα αλωνίσια πάνω στο λοφάκι ξανοιγμένη αφειδόλευτα για να χωράει την ομήγυρη ατσιγκούνευτα καμάρωνε κι εκείνος κατάφορτος για μια φορά το χρόνο κι αντί για βαρυγκώμια χαρά του και καμάρι τόχε να σέρνει απάνω του τόσες πιστές ψυχές!
Τα σφεντάμια τρογύρω του, οι κουμαριές, οι πρίνοι, τα σχίνα, οι αγλατζινιές, οι κουμαριές, οι γκορτζιές, οι τρικωκιές, οι κοκορεβυθιές(χαρουπιές), οι φασκομηλιές, οι ασφάκες, οι αφάνες, τ´ασφάλαχτα, τα νιόφυτα πευκάκια και κάμποσα άλλα τρανά κι αγέρωχα, τα δυο τεράστια πουρνάρια που μαρτυρούσαν τον καιρό που πέρναγε, σφιχταγκαλισμένα κορνίζαραν περίχαρα το εκκλησάκι και τον αυλόγυρό του, αφήνοντας επίτηδες ένα ξάνοιγμα-πορτάρι στη νότια του πλευρά! Κι ας μη μιλήσω για το βελούδινο χαλί που ήταν στρωμένο καταγής ολοκέντητο με τα λογής-λογής ψιλολούλουδα της άγριας φύσης προσφορά σε πανδαισία χρωματική από το απαλό ροζ ως το έντονο κίτρινο κι από το ανοιχτό γαλάζιο μέχρι το σκούρο άγριας ορχιδέας ή το λιλά και το λευκό της ολάνθιστης καυκαλήθρας και της σκορδαλήθρας και το λουλακί και το κατακόκκινο της παπαρούντας ως το πορτοκαλί της αδερφής της.
Δεν ήξερα τότε μήτε και τώρα να ειπώ αν η φύση με μάγευε πιότερο από του Άγιου την άπιαστη προστασία. Γνωρίζω όμως με σιγουριά και λέω τώρα ότι το δικό του κράξιμο ήταν η αναγκαστική μας προσγείωση στον παράδεισο της ανοιξιάτικης φύσης. Η ευγνωμοσύνη άπλετα προσφερόταν και στους δύο και σήμερα προσφέρεται μεγαλύτερη σαν τόχει ο άνθρωπος πιότερη ανάγκη να βρίσκεται κοντά τους.

Δεν ήταν οι καλίφωνοι ψαλτάδες που μπέρδευαν τις ψαλμωδίες τους με των πουλιών και των αηδονιών τις λαλιές, που ο οίστρος τους ετούτη την εποχή ξελογιάζει, ήταν η πιστή προσήλωση των ανθρώπων στην ιερή υποχρέωσή τους, ήταν η Άνοιξη, ήταν το μεγαλείο της φύσης, ήσαν όλα μαζί που γέμιζαν το κενό της ανθρώπινης ανασφάλειας κι έκαναν όλα γύρω να γεμίζουν με της πληρότητας την ιερότητα. Και η εικόνα του στρατηλάτη ομπροστά, περίβλεπτη κι εντυπωσιακή μέσα στο καταστόλιστο του συνοθυλεύματος των άγριων και ήμερων λουλουδιών, που τα πρώτα ήσαν προσφορά απλόχερη της φύσης τα δεύτερα δώρο της πρόθυμης προσφοράς των πιστών ,πρόθυμη να δώσει την ευλογία της στους θρήσκους και τους θρησκόληπτους, στους πιστεύοντες και τους άπιστους, στους ψαγμένους και τους μη ερευνώντες, με προθυμία χωρίς διακρίσεις αρκεί που είχαν όλοι τη διάθεση να φτάσουν ίσαμε ´κει.
Το ρυακάκι που διέσχιζε κάθετα τη δίοδο μερικά μέτρα πριν ανέβει κανείς το τούμπι που στήσανε οι χωρικοί το σπιτικό του Αγίου, γάργαρο και βιαστικό κυλούσε ανάμεσα σε μεγάλες πετρόπλακες που το νερό και ο χρόνος τις είχανε λειάνει και τα υπολείμματα δημιουργούσαν τροφή για μούσκλια γλυστρερά δύσκολα επέτρεπαν την άνετη διάβαση απέναντι ειδικά στους γεροντότερους. Έγλειφε λαίμαργα ό,τι προλάβαινε από τη σάρκα των ξυπόλυτων ποδιών, εκείνων που προτιμούσαν έτσι να το διαβούν, κι έκανε ηδονικό αναγάλλιασμα σαν τα ποδάρια ολωνών εκείνη την ημέρα μοσκοβολούσαν καθαριότητα.

Τ´αλογομούλαρα διάσπαρτα αφημένα άλλα στο χώρο πριν το ρυάκι άλλα μετά από αυτό στο διπλανό χωράφι του Βενετσάνη ,που ποτέ του δεν απέτρεπε κανέναν, το θεωρούσε μάλιστα και ευλογία να ,,ξυπηρετάει,, τις ανάγκες του κόσμου για τον ερχομό τους στον άγιο ζωντάνευαν κι ημέρευαν μαζί με τους ανθρώπους το άγριο τοπίο. Το διασκεδαστικότερο ήταν όταν οι κυράδες κάθε ηλικίας και από κάθε τόπο περνώντας το ρυάκι και ευρισκόμενες στο σταθερό αμμουδερό μονοπάτι της ανηφόρας που οδηγούσε στο εκκλησάκι, έβγαζαν τα πρόχειρα παπούτσια της ως εκεί διαδρομής τους, φόραγαν τα ψηλοτάκουνά τους ή τα όποια καλά τους είχαν η κάθε μια, παιδούλες, ηλικιωμένες χαμηλά, νιες, νιόπαντρες, αρρεβωνιασμένες, ξενόφερτες τακουνάτα, πασαρέλα αληθινή, πώς θα εμφανίζονταν απρεπείς μπροστά στον άγιο; Όχι, με τα καλά τους και όλη τους την περηφάνεια και όλη τους τη δόξα και τη λαμπράδα της ψυχής τους και του παρουσιαστικού τους! Οι περισσότερες τα έκρυβαν στις λούζες τα παλιά τους για να τα ξαναφορέσουν στην επιστροφή. Ο Άγιος υποδεχόταν χαμογελαστός το ποίμνιό του, είχε κι αυτός το δικαίωμα μια φορά το χρόνο στη γιορτή του να βλέπει όμορφες παρουσίες και ποτέ του δεν αρνήθηκε ακόμα κι άσεμνες περιβολές, άσε που καμμιά δεν τόλμαγε εκείνους τους καιρούς να ντυθεί άσεμνα, πάρεξ κι αν ήταν καμμιά ξενόφερτη τσατσά που γύρευε μέσα στην αλήθειά της συχώρεση φωνάζοντας περίτρανα το ποιόν της με τα ξεγουλητά της τεκολτέ, χάρμα για των λιγουριάρηδων αντρών τα μάτια, εκεί ο Άγιος έκανε έκπτωση, εμ, τι Άγιος θά ´τανε, αν δεν ήξερε να σχωρνά!
Η γλυκειά ταλαιπώρια της ανάβασης ήτανε άραγε μια δοκιμασία που έπρεπε να υποστούν οι κάτοικοι, μια προσπάθεια αγώνα για να νιώσουν εντονότερα του Άγιου την ευλογία και ν´ακούσουν το ναι της ψυχής τους να θριαμβεύει χωρίς λιποψυχιά μα θαρρετό και πρόθυμο και επιβραβευμένο; Ακόμα κι έτσι να ήτανε, άξιζε τον κόπο η κάθε ταλαιπώρια. Αποζημιώνεται κανείς από κάθε άποψη με την πρώτη ματιά. Με ολάνοιχτα πνευμόνια, με απλωτή ματιά που χώρια από την πέριξ ομορφιά ένα ξάνοιγμα, μια σούδα,  μ´ουρανό που τραβάει το βλέμμα αγκαλιαστά μέχρι κάτω τη θάλασσα, με οσφραίνοντα ρουθούνια την ευωδία της Άνοιξης, με ακούοντα ώτα τις συναλίες των πουλιών, με την αίσθηση της προστασίας από τον άγιο, με το ξεσήκωμα ούλου του χωριού για τη συμμετοχή σε τούτη την ευλογημένη πανδαισία έχει την εντύπωση ότι κατακλύζεται η ψυχή του από ένα μοναδικό, ανεπανάληπτο συναίσθημα άξιο κάθε μικρής ή μεγάλης θυσίας.
Δε γίνεται να ξεχάσει όποιος το έζησε το τι γινόταν στο τέλος της λειτουργίας! Χαιρετούρες, ευχές, αστεία ακόμα και πειράγματα, αγοραπωλησίες τραγουλιάς και λουκουμιών, στήσιμο για φωτογραφίες, όταν ο φωτογράφος είχε την ευκαιρία να έρθει από την κοντινή πόλη, γέλια, χάχανα, κουβεντολόι του καλού καιρού, σούρσιμο της ψαλμωδίας κι όξω από την εκκλησιά, μόνο που οι ήχοι άλλαζαν και
γίνουνταν ήχοι μελισσιού, ένα βουητό, που έβγαιναν από πολύχρωμες παρουσίες και ψυχές γιομάτες δύναμη.
Ο ήλιος και οι ευωδιές από τα λούλουδα και οι αηδονολαλιές που έρχονταν από τη ρεματιά πιο πέρα, οι άνθρωποι και το παιδομάνι, τα ζώα και το εκκλησάκι που έμοιαζε μια κουκκίδα μέσα στην απέραντη άγρια φύση, όλα σε μια αρμονική συνύπαρξη γοητείας, πίστης, συναδέλφωσης, γιορτής! Όλα μπλεγμένα σ´ ένα πανηγύρι, σε μια ικεσία, σε μια ευχή!
Μια ανεπανάληπτη εικόνα καταγεγραμμένη και βαθιά χαραγμένη στο παιδικό μυαλό ήταν εκείνη των γιαγιάδων μας οι οποίες, αφού προσκυνούσαν τον άγιο, έπαιρναν κεριά και διασχίζοντας διαγώνια το χωράφι του Βενετσάνη, μπουρδουκλώνοντας τα πόδια τους στα ψηλωμένα χορτάρια με τις τροφαντές παπαρούντες ανάμεσά τους, τις ολάνθιστες καυκαλήθρες και τις φτέρες να υποχωρούν πρόθυμες στο τσαλαπάτημα, τραβούσαν εκεί που έκραζε με την επιβλητική παρουσία του ένας αιωνόβιος πλάτανος και τα παιδιά περίεργα ακολουθούσαν αδιαφορώντας πλέον αν θα τσαλάκωναν τα
φρεσκοσιδερωμένα τους ρούχα ή θα λέρωναν τα καινούργια τους παπούτσια.
 Ο ίσκιος του πλάτανου που δεν ξέρω αν πέντε οργυιές ανθρώπων θα τον αγκάλιαζαν, τόσο χοντρός και γέρος ήταν, προστάτευε ευλαβικά τεράστιες πέτρες γκριζαρισμένες από το χρόνο και την αχρηστία και στα χαλάσματα που ήσαντε φυτρωμένες δάφνες κι ανάμεσά τους έτρεχε τ´αγιονέρι, εκεί πίσω από τον πλάτανο που σήμερα έχει ο κορμός του ανοίξει παράθυρο για να περνάει το φως του ήλιου και το βλέμμα του ανθρώπου καταγράφοντας την ομορφιά της ρεματιάς και θάβοντάς τη ζωγραφισμένη στα κατάβαθα της ψυχής του, κορνιζαρισμένη με του πλάτανου τα σωθικά, προσφορά του αδυσώπητου χρόνου στα βλέμματα της εκάστοτε γενιάς, σε μια λιμνούλα γάργαρο νεράκι σ´ένα σημείο που πίστευαν πως είναι το ιερό της άγιας τράπεζας ή τέλος πάντων σημείο που τους ήταν βολικό άναβαν τα κεράκια τους, έκαναν την ευχή τους, σταυροκοπιούνταν κι αφού ένιβαν το πρόσωπό τους, ένα τσούρμο γυναίκες, γριές ως επί το πλείστον και παιδιά ακόλουθοι γύριζαν κι έπαιρναν θέση, όποιες προλάβαιναν κάθονταν στις λιγοστές ψάθινες καρέκλες, στασίδια δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν, οι άλλες όρθιες και τό ´χανε και καμάρι γιατί σταθήκανε σεβάσμια και τι ήτανε μια στάλα ορθοστασία μπροστά στη χάρη που θα τους έδινε ο Άγιος; Στη θέση εκείνη που άναβαν οι νόνες τα κεριά ήταν η παλιά, η πρώτη εκκλησία του Αη- Γιώργη, πόσο παλιά κανείς δεν ξέρει από τους σημερινούς μα κι ούτε γιατί την εγκατέλειψαν κι αποφάσισαν να χτίσουν τη σημερινή. Εκεί τα πλατάνια, στέκι των νεράιδων, βογγούν από την ιστορία των αιώνων και οι ογκόλιθοι το ίδιο κι αν αφουγκραστεί κανείς προσεχτικά ίσως ν´ακούσει και τις ψαλμωδίες του καιρού που αγνοί παπάδες και ψαλτάδες έψελναν του άγιου το απολυτίκιο και τις άλλες προστατευτικές ευχές κι ευλογίες. Ίσως κάποια νόνα αλαφροΐσκιωτη να το ´χε τούτο ακουσμένο και από τότε πήγαιναν όλες τσούρμο ν´ανάψουν τ´αγιοκέρια στη μνήμη του Αγίου τους!
Το απέριττο του μέσα της νέας εκκλησούλας, μια άγια τράπεζα στο ιερό για τη θυσία, μ´ένα Χριστό αρχιερέα απέναντι, το Βαγγέλιο απάνου της δυο κηροπήγια εκατέρωθεν, τα δώρα της θυσίας κι ένα καντηλέρι που θαρρείς πως μένει ακοίμητο. Στο χώρισμά από τον κυρίως χώρο του ναού τρεις τοξωτές πόρτες στη σειρά ακάλυπτες, όλα στη φόρα, ακόμα και η θυσία, τόσο απλά κι αβίαστα κι απροκάλυπτα γίνονται όλα ανάγκης ούσης, με τις εικόνες του τέμπλου μετρημένες, τέσσερις του Θεού, εδώ κυριολεκτούμε, ο Στρατηλάτης, η Παναγία, ο Μέγας αρχιερέας κι ο Πρόδρομος με την καντήλα του έκαστος, για να μην έχει κανένα λόγο να παραπονιέται, ένα ξύλινο ψαλτήρι μόνο στα ξεξιά χωρίς στασίδια, μονάχα δύο υποπόδια ξύλινα κι αυτά και δυο παραθυράκια αντικρυστά για να βλέπουν οι ψαλτάδες να διαβάζουν, δυο μπρούτζινα μανουάλια καλογυαλισμένα έφεραν με περισσό καμάρι απάνω τους τα Λαμπροκέρια ολάσπρα με φως ικεσίας που πήγαινε ολόισια και κατ´ευθείαν στο Θεό και τις τεράστιες ταξολαμπάδες που ακούμπαγαν στο δάπεδο, ίσα με το μπόι τους είχαν ταμένο να την πάνε οι ευεργετημένοι, εγκάρδια παρακλητική ή ευγνωμονητική προσφορά των πιστών, μερικές ψαθοκαρέκλες και δύο θύρες, η μπροστινή κεντρική και η πίσω δυτική της υπηρεσίας θα λέγαμε, κορδέλες λαμπριάτικες κόκκινες κι άσπρες, σαν η Πεντηκοστή τον κλείνει μέσα της, γλυκά αιχμαλωτισμένο τον άγιο, αυτά ήσαν και είναι ακόμα τα στολίδια στο μικρό εκκλησάκι με μια σημαντική αντικατάσταση σε εκσυγχρονισμό πολυτελή του δαπέδου που έγινε καλλιμάρμαρο, του ξύλινου ταβανιού και της προσθήκης καθισμάτων σύγχρονων προσφορά πιστών και δρόμο λεωφόρο πλέον με ανύπαρκτο το ρυάκι, με καμμία δυσκολία ανάβασης, αφού το αυτοκίνητο πηγαίνει έως έξω από την πόρτα της εκκλησιάς, αλλά με τον κόσμο αποδεκατισμένο χωρίς εκείνη την παλιά αίγλη, χωρίς το συρφετό και το αλογομάνι, χωρίς τα λουκούμια και το κρύο νερό, χωρίς τραγουλιά, χωρίς γριές να ανάβουν κεράκια στην παλιά γκρεμισμένη εκκλησιά, χωρίς χορούς και γλέντια του πανηγυριού απόηχο, χωρίς καταστόλιστες αρρεβωνιασμένες και τροφαντές κυράδες που έδειχναν την αξιοσύνη τους με την πάστρα τους με τα κολλαριστά γιακάδια των πουκάμισων των αντρών τους και τις κολλαριστές καλοσιδερωμένες κορδέλες στα μαλλιά των κορασίδων τους ή τα καλογυαλισμένα παπούτσια τους, χωρίς να υπάρχει πλέον κανένας να πει: περάστε από το σπίτι, γιατί όλοι μας μπαίνουμε στο αυτοκίνητό μας και φεύγουμε χωρίς καλά-καλά να προλάβουμε να χαιρετηθούμε μεταξύ μας. Μέσα στην καλοπροαίρετη διάθεση της αναγέννησης όλα φτωχά και ταπεινά μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής του τότε και αυτού που λένε γιορτή, ξέδωμα, αναζωογόνηση! Τώρα όλοι λιτά, απρογραμμάτιστα, ταπεινά, ένα κατάλοιπο χρέους μοναχά κι αυτό χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες δύο τριών αφοσιωμένων ανθρώπων. Οι άνθρωποι κάνουν τα πανηγύρια οι άνθρωποι και τις γιορτές, οι οργανωμένες κοινωνίες!
Παρ´όλα αυτά το συναίσθημα παραμένει και όλοι οι Μοφκιτσάνοι επιθυμούμε να βρισκόμαστε και να θυμόμαστε!
Και του χρόνου με ευχαριστίες άπειρες στους πρωτεργάτες αυτών των προκλητικών και παρακλητικών συνευρέσεων και τις φιλότιμες προσπάθειές τους για τη συντήρηση των μνημείων που αποτελούν τις ρίζες μας ,καθώς και τις γενναίες προσπάθειες τους να κάνουν την πρόσβασή μας εύκολη!
Και του χρόνου χωριανοί, και του χρόνου φίλοι! Με υγεία!
Ευχαριστούμε Σπύρο, Γιώργο, ευχαριστούμε πρόεδρε Γιάννη, ευχαριστούμε παπά Σταύρο!
Χρόνια σας πολλά οι απανταχού Μοφκιτσάνοι Γιώργηδες!