Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Η ΒΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΙΑΣ!

Της Κατερίνας Μπαχάρη-Κουτσουνά
Η Βρύση της Ετιάς!
Στη βρύση που λαχτάρησα νεράκι να διψάσω,
να δροσιστώ και να βραχώ, ζωή να ξαποστάσω,
ήρθα και βρήκα ερημιά και μούσκλια φυτρωμένα!
Και το λιμπί κι η γούρνα της πλήρως ερημωμένα!
Οι μνήμες στήσανε χορό και οι λυγιές καρτέρι
κι είπανε: -Ξένη πώς γυρνάς απ´τα δικά μας μέρη;
-Δε με γνωρίζεις βρύση μου, που ήπια το νερό σου,
τα ζωντανά μου πότισα, στάθηκα στο πλευρό σου;
-Ήσουνα νια, νεράιδα μου, με γυριστές πλεξούδες!
Και τώρα γλυκομίλητη, μα σαν τ(ι)ς ξενοκυρούδες!
Πούν´το ξυπόλυτο παιδί με το πλατύ το γέλιο;
Τα γίδια και τα πρόβατα, το ξύλινο φραγγέλιο;
Πού ´ναι η βήκα, το σταμνί, κόπανος και βαρέλα;
Ο γάιδαρος και τ´άλογο που ´κάναν πασαρέλα!
Τα κοριτσούδια κι οι φωνές που και νεκρό ανασταίναν;
Θυμάσαι ,,χορομπουλητό,,κι ύστερα ξεθυμαίναν
στη γούρνα μου τη δροσερή, την καλογυαλισμένη;
Πλατσούρισμα, μπουγέλωμα κι ας ήσουν στολισμένη!
Στο ένα χέρι το τυρί, στ´ άλλο το παξιμάδι
σα χόρταινες που μ´εβαζες με το ξερό σημάδι;
-Βρύση μου, εκείνα μέσα μου τα κουβαλώ! Κι εσένα!
Κι όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, τρώγω απ´τα περασμένα!
Κι ήρθα κοντά σου σήμερα λίγο να ξαποστάσω,
να θυμηθώ το παρελθόν και νιότη ν´αγοράσω!
-Δεν την πουλώ τη νιότη εγώ κι ας είμαι στα κουρέλια!
Εδώ νά ´ρθείς για να τη βρεις με βήκες και βαρέλια!
Κι αν αρρωστήσεις, γιατρικό θα δώκω το νερό μου,
μα στέρεψε κι αυτό μ´εσέ, χάθηκε τ´ονειρό μου!
-Βρύση μ´, τα χίλια πρόβατα, οι δέκα τσοπανάδες,
που πότιζαν, ξεδίψαγαν κοπέλια και μανάδες;
Δε σου ´τοιμάσανε στολή στη σχόλη να φορέσεις,
στο πανηγύρι, στη γιορτή, Χριστού, Λαμπρή, ν´αρέσεις;
Δεν ήρθαν την Πρωτοχρονιά κορίτσια να γεμίσουν,
να πιούν τ´αμίλητο νερό, με τύχη να φορτίσουν;
Να σε ταΐσουνε γλυκό και να σ´αλείψουν μέλι;
Να τραγουδήσουν ωσσανά οι ψαλτάδες κι οι αγγέλοι;
-Σα γριά μ´αφήκαν μοναχή, στέρφα σαν προβατίνα,
να σιγοστάζω δάκρυα, σα χήρα απ´την Αθήνα!
Τι έχασα γι άντρα το βουνό, την Πλεύρη στα καμμένα!
Τα περδικοπερίστερα τά ´χω κι αυτά χαμένα!
Δεντρί, αγραπίδι, κουτσουπιά, πουρνάρι, κουμαρίτσα,
την πεύκα, τη βελανιδιά και τη μικρή αγριελίτσα!
Βουή τα βρήκε τα δεντρά και μένα συφορίτσα!
Οι ξυλοκόποι τά ´σουραν απ´την κατηφορίτσα!
Ο άμπουλας πιο πάνω γιε, θυμάσαι, δες οι βράχοι!
Στο σχιστολίθι είχαν φωλιά κάβουροι και βατράχοι!
Σφήκες, σερσέγκια, μέλισσες, μερμήγκια, πεταλούδες,
σκύβαν κι επίναν κι έλεγαν λόγια σαν κοπελούδες;
Τα φίδια γοργοσέρνονταν, γιορντάνια η φορεσιά τους
και τά ´πνιγε του άμπουλα η χαρά μες τη δροσιά τους;
Το πανηγύρι του άμπουλα και το δικό μου αντάμα
θυμάσαι που το γλένταγαν και το ´καναν ρεκλάμα;
-Θυμάμαι, βρύση μου καλή, και τούτα κι άλλα τόσα!
Τα νυφοστόλιστα προικιά, τα χαρανιά, τη Γκιόσα!
Κόρες λευκαίναν τα πανιά και γριές τις ορμηνεύαν
και ζευγολάτες πέρναγαν, σιμά σου ξεπεζεύαν!

Το ξωκλήσι της Ετιάς!
Κι όταν στη σχόλη της Κυράς απάνου στο ξωκλήσι,
8 Σεπτέμβρη με καλό, κοπέλια, νιοί μελίσσι,
δίνανε όρκους, πέζευαν για τη δική της Χάρη
κι αυτή ευλόγα πρόθυμα και νια και παληκάρι!
Θυμάμαι τα Χριστούγεννα, εκείνο το Δεκέμβρη
πού ´πλένα τα γουρνάντερα στο παγωμένο αγέρι,
κι η ζεστασιά των σπλάχνων σου θώπευε την ψυχή μου,
τη μάνα που αγκομάχαγε κι ήμουνα μοναχή μου!
Κι απέναντι, φιγούρα σου, αυλή σου, συντροφιά σου,
(του) Ψαρρού ο κήπος έστεκε, θρέμμα και ομορφιά σου,
με κηπομαγερέματα κι οπωρικά και τη συκιά δικιά σου!
Η στέρνα του έτρεφε πολλά βατράχια σαν παιδιά σου!
_Ξέχασες το σιγόντο μου, που εκράταγα στους νέους;
Και τα φιλιά, τους όρκους τους, Ιουλιέτες και Ρωμαίους;
_Και την ελιά της νόνας μου πιο πάνω στην πεζούλα
που έστεκε φύλακας πιστός στα φόρα και στη ζούλα!
-Τώρα τα βάτα συντροφιά, τα σκίντα κι οι λυγιές μου,
τα μούσκλια, νεροκάρδαμα, βατράχια, οι πληγές μου!
Ανάμεσα στις πέτρες μου λειχήνες, βρύα, ξέρες,
μετρούν τους χρόνους, τους καιρούς και τις καλές τις μέρες!
Στ´αρχαία θά ´μαι κάποτε, στ´αζήτητα ίσως μείνω
και στου χωριού τους κάτοικους (ποιούς;) ίσως νερό δε δίνω!
Μα εγώ θα στέκω όσο μπορώ, θ´ανοίγω τη θωρειά μου
κι όποιος διαβάτης σαν και σε κοιτά την αρχοντιά μου
μαραζωμένη, τραγική, με νου που ταξιδεύει
κι αναθυμάται τα παλιά, δακρύζει και ,,λαγγεύει,,!
Αχός ακόμα έρχεται του κόπανου η αψάδα
και πανηγύρι και γιορτή π´έδιωχναν την αγριάδα!
-Σκύβω που λες να πιώ νερό, να πιω, να ξεδιψάσω!
Δεν είχε γεύση του καιρού, πικρό ήτανε σα γράσο!
Κι έφερε δίψα πιότερη, δίψα φαρμακωμένη!
Ήτανε το παράπονο...κι η βρύση περιμένει.....
...γενιά να φέρει το ξυστρί, νιο να τήνε ξυστρίσει
και νια κι αρραβωνιαστικιά να την καλογυαλίσει!
Το σύννεφο παρακαλεί να βρέξει το νερό του....
Η γούρνα γιόμισε νερό και τρέχει...στο πλευρό του!
Είπε ! Κι εξύπνα απ´ το βαθύ τον ύπνο που είχε πάρει
και μες τ´ονειροτάξιδο δεν έπαιρνε χαμπάρι
πως την δροσιά της κουβαλώ, την τώρα και την τότε!
Έφυγα και παρακαλώ ! Αμήν Θεέ μου, πότε;
Φωτό της περιοχής με το ξωκλήσι και κάτω η βρύση!
                              Υ.Γ. Οι Μοφκιτσάνοι, δεμένοι με τον τόπο μας δικαιολογούμε το συναίσθημα και την προσωποποίηση, τις μνήμες και τη λαχτάρα για την αναβίωση και δεν παύουμε να ονειρευόμαστε ποτέ!