Απόψεις/Αρθρογραφία

        ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΑΚΗ
(Της Κατερίνας Μπαχάρη Κουτσουνά)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Βρισκόμαστε εκεί κάπου στο 1900!
Η πλουμιδού η Γιωργίτσα αναχάραξε πολλές βολές το φαΐ τής σκέψης της, προτού πάρει την απόφαση να τραβήξει κατά την πέρα ρούγα!
-Καλημέρα Αναστάση, τι τα λέτε; Πού έναι η Αναστάσαινα;
-Επάε στα κοτερικά, θα ματάρθει όπου νάναι, είπε ο Αναστάσης και σγάρλισε με τη μαγκούρα του το χώμα της αυλής.
-Τι γυρεύεις αχάραγο στο κονάκι μου Γιωργίτσα;
-Ένα θέλημα έθελα τη Διονυσούλα, μα όσο να ´ρθει ας ειπούμε καμμία κουβέντα.
-Ό,τι πεις!
- Είδα τη Νικολέττα, το Νικολάκη, μα το Θοδωράκη πουθενά. Πού τον έχουτε σκαπετήκει;
Εκοίταξε ολόγυρα και ξερογλειφότανε κι έκλεινε το μάτι στον αέρα, καρτερώντας την απόκριση.
-Και τι σε μέλλει εσένανε ετούτο δω, μωρή Γιωργίτσα; Άμε στο γαλάρι από αχάραγο, να βγάλει τα ζωντόβολα για βοσκή, γιατί εσήμερα θα βγάλει μπόλικη ζέστη!
-Α! Είπα κι εγώ !
Και τα πυρπυρόματά της δεν άφηναν λεφτό ακάρφωτο τον Αναστάση, που είχε αρχίσει να οχλιέται.
-Τι είπες, Γιωργίτσα, μπες στο παρασύνθημα, είπε έξυπνα και καλοσυνάτα ο Αναστάσης.
- Έχω μια καλή είδηση για σένα Αναστάση, είπε και πάστρεψε τα χείλια της με τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού, γιατί από το πολύ παίδεμα και το λιγούριασμα της κουβέντας αρχίσανε να της τρέχουνε τα σάλια.
-Να τηνε ακούσω Γιωργίτσα, να τηνε ακούσω !
-Ε, κοίτα ´δω! Στην Καλίδονα ο Φώτης ο Κ......., πόναι νοικοκύρης και κουβαρντάς έχει μια τσούπρα της παντρειάς, καλή και παινεμένη!
Ούτε κουβέντα για ομορφιά, για μπόι και για τέτοια.
-Για το Θοδωράκη είναι ό,τι πεις! Κι έσιαζε κάθε τρεις και λίγο την ποδιά της κι από το πολύ το σιάξιμο τήνε πολυφάδιασε.
Αφού αράδιασε ούλα τα καλά του κόσμου για τη λεγάμενη η Γιωργίτσα κι αφού τον κάμπο ούλο έριξε στα πόδια του και τα κοπάδια και τα γελάδια και τα ποτιστικά χωράφια κι ότι βάλει ο νους τ´ανθρώπου, σταμάτηκε τη χλαγοή και κοιτώντας τον κατάματα καρτερούσε με αγωνία την αντίδρασή του.
-Σα μπόλικα δε μας τα λες Γιωργίτσα, είπε ο Αναστάσης που άρχίνησε να του αρέσκει η ιδέα της καλής προίκας και σε ποιόνε δε θ´άρεσκε!
-Όπως σου τα είπα, έτσι ακριβώς έναι!
Κι από μέσα της έκαμε το σταυρό της να ειπεί ο Αναστάσης το ναι, γιατί την έκοφτε τη Γιωργίτσα και μάλιστα πολύ. Ήτανε συγγένισσά της κι ήθελε να την αποκαταστήσει με το λεβέντη το Θοδωράκη. Δεν είχε κι άδικο!
Φτωχό παιδί ο νιος, μα παλληκάρι με τα ούλα του!
Κορμοστασιά και μπόι κι ομορφιά κουκουλωμένα μέσα στα καθημερνά παλιόσκουτα του σούρτα φέρτα, μια στο κοπάδι, μια στα χωράφια και μόνο το δασύτριχο στέρνο του, έτσι ξέσκεπο που τ´άφηνε με ξεκούμπωτη τη βαθειά τραχηλιά του άσπρου του πουκάμισου, διαγραφόταν προκλητικό και στο όλο του παρουσιαστικό ένας έξυπνος άνθρωπος ήξερε να εκτιμήσει τι προσόντα κρύβονται από μέσα. Πόσο μάλλον η Γιωργίτσα που ήτανε κι η δουλειά της και που τον ήξερε από την εκκλησιά κι από τα πανηγύρια και τις σκόλες να φορεί τα γιορτινά του και να ,,κάνει τράκες,,! Και σαν έστριβε και ´κείνο το επίσης δασύτριχο κατάμαυρο μουστάκι του, η θωρειά του λάβαινε σοβαρότητα κι αξιοπρέπεια τρανύτερη. Οι κοπέλες του χωριού κρυφή λαχτάρα είχανε να τον ερωτευτούνε και προξενιά κρυφά να βάλουνε για ´κείνον και φίλτρα μαγικά ακόμα-ακόμα αν γινόταν να κάμουνε, για να τον παντρευτούνε! Η μοίρα όμως αλλιώτικα παιγνίδια έπαιζε και σιγοτραγουδούσε νυφιάτικα τραγούδια γι άλλου χωριού νταούλια και χαρούλες!
Νά σου από πέρα κι η Αναστάσαινα με την ποδιά ανάστροφη, που φιλοξενούσε πέντ´έξι ολόφρεσκα αυγά κοτίσια και τρία φαραονίσια, φάνηκε θωρειά λαμπρή και λυγερή παρά τη κούραση που τράβαγε κάθε μέρα παλεύοντας να τα βγάζει πέρα παλικαρίσια και με γληγοράδα.
Ακούμπησε τ´αυγά στο φουρναριό πρόχειρα, τίναξε την ποδιά της και το βελέσι της, γύρισε την πήλινη βήκα, που είχε πάντα κοντά στο φουρναριό, έπλυνε τα χέρια της, τα σφούγγισε με μια ανάστροφη και μια κανονική χεριά σέρνοντάς τα πάνω στην μπροστοποδιά της, που με τον τρόπο αυτό τη σιδέρωνε κιόλας, πήρε το σκαμνί, που σαν περσευούμενο ως εκείνη την ώρα ήτανε κολλημένο δίπλα στον τοίχο, κοντά στη σκάλα, στρογγυλοκάθισε και τότε χαιρέτισε τη Γιωργίτσα.
-Καλωσήρθες Γιωργίτσα! Τι σε φέρνει ίσαμε ´δω, τη ρωτάει.
-Μη σου βρίσκεται λίγος καφές; Έχω ξένους και το μαγαζί έναι κλειστό.
-Λίγο έχω κι εγώ, μα θα σου δώκω. Θα τον μοιραστούμε!
Η Ανατολή είχε χάσει το ροδόχρωμά της κι ο ήλιος ανηφόριζε σκορπίζοντας καφτερές τις αχτίνες του. Τα πρόβατα βαριεστημένα γύρευαν στάλο. Ο Θεοδωράκης τα στάλισε, έφραξε καλά το μαντρί, φόρεσε την τραγιάσκα του, πήρε παραμάσκαλα τη γκλίτσα, για φιγούρα την είχε μοναχά και πήρε το μονοπάτι που σε μισή ώρα θα τον πισωγύριζε στο σπίτι του.
Στο μεταξύ η Διονυσούλα, η Αναστάσαινα δηλαδή, σηκώθηκε για να φέρει τον καφέ. Έκοψε καμμιά δεκαριά σύκα από τη συκιά τους, που ήτανε στην αποκεί γωνία του πετρόχτιστου δίπατου σπιτιού τους και μια από τις κλάρες της ακουμπούσε στο παραθύρι, τά ´βαλε σ´ένα τσίγκινο πιάτο, έβαλε σ´ένα άλλο μια βρεγμένη πετσέτα, έβαλε το μισό καφέ σ´ένα ποτηράκι τον ακούμπησε στο πιάτο με τα σύκα και τα πήγε στην παρέα. Τράβηξε το μικρό σοφρά μπροστά στη Γιωργίτσα:
- Φάε, της λέει, είναι ακόμα δροσερά, δεν τά ´πιασε ακόμα η ζέστη, έχει ίσκιο από ´κεί.
Πάρε και συ δυο Αναστάση μου, του είπε με τρυφερότητα και τρανό σεβασμό . Πήρε δυο σύκα από το πιάτο και του τ´ακούμπησε στην απαλάμη. Εκείνος την κοίταξε το ίδιο τρυφερά και με τον ίδιο σεβασμό, της έγνεψε ευχαριστώ, σφούγγισε ένα -ένα τα σύκα στο εσωτερικό της παλάμης του, τά ´σκασε κι αφού διαπίστωσε πως ήσαν καθαρά τα έφαγε ολόκληρα με τη φλούδα τους.
Η Γιωργίτσα πάλι, δυο τρία που έφαγε, όχι περισσότερα κι ας τα ήθελε, αλλά δεν έπρεπε να την πουν και λιμασμένη, τα καθάριζε αργά και σταθερά από το κοτσάνι μέχρι κάτω ,,τον κωλιά,, τά ´βαζε ηδονικά στο στόμα, τα στριφογύριζε στον ουρανίσκο πιλατεύοντάς τα με τη γλώσσα της και ρούφαγε τη νοστιμάδα τους παινεύοντάς τα στους νοικοκυραίους τους. Σφούγγισε τα χέρια της στη βρεγμένη πετσέτα, έτριψε πέρα -δώθε τις παλάμες της να στεγνώσουν και σηκώθηκε από το σκαμνί της.
-Ο Θεός να βλογάει τη συκίτσα σας, τους είπε. Φχαρστώ Αναστάσαινα, καλό σας μεσημέρι!
Δεν πρόλαβε ν´αποκιώσει την ευκή, το βλέμμα της τσάκωσε το Θοδωράκη, που κατηφόριζε από τον απέναντι λόφο, πηδώντας σαν αγριοκάτσικο ανεμίζοντας τη γκλίτσα του στον αέρα και κόβοντας οριζόντια τις αχτίνες του ήλιου, που τον είχανε αρπάξει για τα καλά και το μαύρισμα τον αγρίευε λιγουλάκι, για να λέμε και του στραβού το δίκιο.
Η Γιωργίτσα, πού να φύγει! Επειδή τα της τελευταίας στιγμής από τα λεγόμενα είναι τα καλύτερα και επειδή ήθελε να χορτάσει το παλληκάρι που η ζέση του την άγγιζε από τ´αγνάντιο, κάνοντας τάχατε πως θυμήθηκε ένα νέο, αρχίνησε να εξιστορεί λόγια του αέρα, ώσπου ο Θοδωράκης στάθηκε μπροστά της και με την νεανική, ντροπαλή φωνή του τήνε χαιρέτησε:
-Γεια, είπε !
-Ρε, καλώς το λεβέντη μας, τι κάνεις ορέ Θοδωράκη; Και τον περιεργαζότανε για μια τελευταία φορά να σιγουρευτεί πως είναι η καλύτερη ευκαιρία για τη συγγένισσά της.
Κι αφού βεβαιώθηκε, έστριψε με νόημα τα χείλη της, ανοιγόκλεσε τα μάτια της μια, δυο φορές, είπε : άντε γεια, έστριψε επί τέλους την πλάτη της κι έφυγε για το σπίτι της. Η Αναστάσαινα ανακουφισμένη:
- Μπα την ευλογημένη, δεν έλεε να φύγει, έχω και μαγείρεμα! Κι έστριψε να φτιάξει το φαΐ, μα δεν πρόλαβε, γιατί ο Αναστάσης φώναξε και τους δυο τους να πάρουν τα σκαμνιά τους και να καθίσουν κοντά του!
Από το ύφος του κατάλαβαν πως κάτι σοβαρό είχε να τους πει.
- Η Γιωργίτσα δεν ήρθε για τον καφέ, τους είπε!
-Ετότενες γιατί, είπε η Αναστάσαινα.
- Το και το! Έτσι κι έτσι...
Είπε όλα όσα του μετέφερε η Γιωργίτσα και το ύφος του παρ´ότι μειλίχιο δε σήκωνε αντίρρηση!
Ο Θοδωράκης τσιμουδιά δεν είχε λόγο.
-Ό,τι αποφασίσεις Αναστάση μου, είπε η γυναίκα του κι έγνεψε και στο γιο της να κάμει το ίδιο.
-Το βράδυ θα της μηνύσουμε να ´ρθεί να της δώκουμε ,,το προχώρα,,!
-Είναι όμορφη Αναστάση μου; Θα είναι ταιριαστή με το λεβέντη μας, το Θοδωράκη μας;
-Όμορφη, ξώμορφη, τούτη θά ´ναι, είπε κοφτά.
Σηκώθηκε, πήγε στο διπλανό χωράφι, έλυσε το άλογο, το καβάληκε ,,ξίστρωτο,, και το πήγε στη βρύση με τα Πλατάνια για να το ποτίσει.
Το μυαλό του ντριβέλιζε: Ο άντρας βρίσκει και γυρεύει τη γυναίκα κι όχι ετούτο που μόλαχε σήμερα πρωί -πρωί!
Δε λες όχι σε μια καλή προίκα, αρκεί νά ´ναι καλή σα την Διονυσούλα μου, σκέφτηκε και μαλάκωσε μέσα του.
Το άλογο ήτανε σκασμένο. Έπινε, έπινε και δε χόρταινε. Ο Αναστάσης κοίταξε κατά πάνου στην εκκλησιά, έκαμε το σταυρό του, ευχήθηκε νά ´ναι καλή γυναίκα και πήγε τ´άλογο σ´έναν ίσκιο, τό ´δεσε και γύρισε στο σπίτι.
Ο καγιανάς πού ´φτιαξε στο πι και φι η Αναστάσαινα τού ´σπασε τη μύτη!
Ο σοφράς στρωμένος με την ριγέ υφαντή μεσάλα, πέντε χωματένια πιάτα στη σειρά, είχαν έρθει στο μεταξύ και τ´άλλα δυο αδέρφια, από ένα πηρούνι δίπλα, από ένα ποτηράκι πήλινο κι αυτό, από μια πετσέτα του αργαλειού κι ένα καρβέλι ψωμί ηλιοψημένο δώσανε γλύκα για θετική σκέψη και μαζί με το αναγκαίο σταυροκόπημα για προσευχή φάγανε το πιο γλυκό φαΐ του κόσμου κι έτσι όλοι μαζί ευχήθηκαν καλοστέριωτο το προξενιό και στων άλλων παιδιών τις χαρές !
-Με το καλό, καλοστέριωτος, ευχήθηκαν με μια φωνή.
Ο Θοδωράκης χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, είπε ένα ξέψυχο ευχαριστώ, πράμα που σήμαινε πως για κάποια άλλη είχε ετοιμάσει την καρδιά του, αλλά εκείνα τα χρόνια γινόταν ό,τι αποφάσιζε ο πατέρας. Αυτό ήτανε νόμος!
  
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Τα ,,ειδώματα,, και τα ,,φανερώματα,,
Η Γιωργίτσα έφυγε από του Αναστάση, μα ο νους της ήταν εκεί ολημερίς κι ολονυχτίς. Αν υπήρχε τρόπος να τρυπώσει κάπου μέσα στο σπίτι και να παρακολουθεί τις κινήσεις και τ´ακούσματα της οικογένειας, θα τό ´κανε με ευχαρίστηση. Μη μπορώντας να το κάμει ετούτο, στεκόταν σ´αναμμένα κάρβουνα καρτερώντας την απόκριση του Αναστάση. Πρωί-πρωί ,,το ταχύ,, βγήκε στ´αγνάντιο, κοίταξε κατά το σπίτι του μην και δει κίνηση ξέχωρη απ´ότι συνήθως. Έβανε και το χέρι αντήλιο όταν τη θάμπωνε το ανέβασμά του και φύλαξε καραούλι.Το σπίτι της βρισκόταν στην από ´κεί μεριά, απέναντι ακριβώς από το σπίτι του Αναστάση.
Δεν είδε τίποτα αλλιώτικο και τριδονοιασμένη γύρισε στις σπιτοδουλειές της, που την περίμεναν υπομονετικά.
Την άλλη μέρα το βράδυ ο Αναστάσης, δεν ήθελε ν´απαντήσει ογλήγορα κι ας είχε πάρει την απόφασή του επί τόπου, έστειλε κι εμήνυσε της Γιωργίτσας ό,τι τη θέλει και την καρτερεί.
-Τράβα, πες της Γιωργίτσας του Μητσή, είπε στον παραγγελιοδόχο πιτσιρίκο που μετέφερε το μήνυμα, ότι τη θέλει ο κυρ-Αναστάσης ο Μπαρής,,.
Φτερά έκαμε η Γιωργίτσα, γιατί αν δεν της ,,εμήναε,, δεν επρόκειτο να πάει, δεν το καταδεχότανε, ,,ούλα κι ούλα,,!
Εκείνη την ώρα ήτανε ανακατεμένη με το βραδυνό μαγείρεμα, τίποτα σπουδαίο, μια ντοματοσουπούλα έφτιαχνε, αλλά το μπελά της τον είχε κι αυτή, μα δεν την ,,έκιωσε,, τήνε παράτησε στη μέση. Τίποτα δεν τη βάσταγε τώρα πια!
Φτερά έκαμε η Γιωργίτσα. Πότε σκαπέτηκε στην απέναντι μεριά του χωριού μέσα στο μισοσκόταδο με προσποιητή ξεγνοιασιά, για να μη δίνει στους σουρουπογυρνάμενους στόχο, δεν το κατάλαβε ούτε κι η ίδια.
-Τακ, τακ κι ήταν έτοιμη να τραβήξει το ,,ζεμπερέκι,,.
-Εμπρός ! Κι έτρεξε να της ανοίξει η Νικολέττα.
Δεν ήσαν υποχρεωμένοι, αλλά η Αναστάσαινα μιας και θα ´τοίμαζε φαί για τη φαμίλια της σκέφτηκε να ετοιμάσει την τάβλα και να φάνε ούλοι μαζί με τη Γιωργίτσα μαζί κάτι καλό.
Είχε ,,βέβια,, γλυκό σουλτανίνα σ´ ένα βάζο πάντοτε φυλαγμένο, τρουπωμένο μαθές κρυφά κι ανάκρυφα και το κλωθογύριζε σε χίλια απίθανα σημεία, σαν τη κατσούλα με τα κατσούλια, για να μην το βρίσκουν τα παιδιά, μα ούτε κι ο Αναστάσης, που ήταν γλυκαντζής κι έτσι εκείνη θα ντροπιαζότανε αν της τύχαινε ξεχωριστή περίσταση.
Είχε στρώσει στο σοφρά άσπρη υφαντή μεσάλα με νταντε λίτσα πλεγμένη στο βελονάκι τούτη τη φορά, γιατί ήθελε να το κάμει πιο ´πίσημο, αλλά και για να μη την κουβεντιάζει η Γιωργίτσα.
Το σκαμνί της την περίμενε σε περίοπτη θέση δίπλα στων αλλουνών και προτού πάρουν ούλοι θέση στο βραδυνό γιορταστικά στημένο τραπέζι, ο Αναστάσης:
-Βάλε,κυρά Τάσαινα, κρασί στις κούπες, είπε και πάρτε ούλοι από μια. Πήρε ο ίδιος πρώτα την κούπα της Γιωργίτσας, της την πρόσφερε, πήρε στερνά και τη δική του και τσουγκρίζοντας στα ορθάτα:
- Να μας ζήσουν, είπε! Καλότυχα!
Ο Αναστάσης δεν ήταν επιπόλαιος άνθρωπος, αντίθετα ήταν σωστός και μετρημένος. Γιατί τά´καμνε ούλα τόσο βιαστικά κανείς δεν ξέρει ή μάλλον ούλοι ξέρανε, αλλά αφού εκείνος έπαιρνε τις αποφάσεις, δε μίλαγε κανείς.
Για νά ´μαστε ειλικρινείς, τέτοια ντομπροσύνη και τόση σβελτοσύνη στο πάρσιμο μιας τέτοιας απόφασης, η Γιωργίτσα δεν την καρτέραγε και τώρα γέλαγαν και τα μουστάκια της.
-Να μας ζήσουν είπε πρώτη και τσούγκρισε θαρρετά την κούπα της πρώτα με τον Αναστάση και μετά με ούλους τους άλλους με τη σειρά και ιεραρχικά, όπως άλλωστε ήσαντε στο τραπέζι στεκούμενοι. Δίπλα στον Αναστάση η Τάσαινα, ο Θοδωράκης, ο Νικολάκης, η Νικολέττα και στου φιλοξενούμενου τη θέση η Γιωργίτσα.
-Φάτε τώρα τα καλούδια που ετοίμασε η κυρά κι αν δεν είν´όπως μας τά ´πες θά ´χεις να κάμεις μαζί μου.
-Θα ιδείς και μοναχός σου, είπε, ενώ έκανε το σταυρό της από αμηχανία προτού το νοικοκύρη.
Η Διονυσούλα είχε σφάξει κόκκορα, είχε ψήσει και γαλόπιττα και φρέσκο ψωμί και περσινό βαγενίσιο κρασί από τα στραγγερά ηλιόξερα σταφύλια τ´αμπελιού τους, που ήτανε χρυσάφι για τον Αναστάση. Ο ίδιος δεν ήτανε πότης μερακλής, αλλά του ,,άρενε,, να πίνει ένα-δυο κουπάκια στην καθησιά του. Το ίδιο κι η φαμίλια του, ιδιαίτερα η Διονυσούλα που πλάνευε την κούρασή της μ´αυτό.
Αφού παίνεψε υπέρ το δέον την όψη του τραπεζιού η Γιωργίτσα:
- Καλά ,,ειδώματα ,, και καλά ,,αρρεβωνιάσματα,, ευχήθηκε.
Την πιθανότητα να μην αρέσει η νύφη ούτε που τη λογάριασε κανείς.
Η φρεσκάδα στο τραπέζι ήτανε ζηλευτή, όπου καθώς ,,κένωνε,, το φαί στα χωμάτινα ζωγραφιστά πιάτα η κυρά, σκορπιζόταν στον αέρα η μυρουδιά της κανέλας από το καπαμιστό κοκκόρι, που με τέχνη είχε μαγερέψει με φρέσκια ντομάτα από το παραδίπλα μποστανάκι της και λίγο πελτέ για να καλοκοκκινήσει. Σ´άλλες εποχές έβανε μοναχά πελτέ που τον είχε η ιδιανή φτιαγμένο, στραγγισμένο και λιασμένο, ώστε να διατηρείται ανέπαφος όλο το χρόνο.
Οι κυδωνάτες πατάτες που το συνόδευαν καλοτηγανισμένες σε μπόλικο ελαιόλαδο που δεν το τσιγκουνεύονταν ποτέ, γιατί κάθε χρόνο ήσαντε φορτωμένες οι ελίτσες τους, ξετρέλαιναν το μάτι καθώς τις είχε καβαλικέψει η ζουμερή, τρυφερή κοκκορομερίδα, κουκουλωμένη με μπόλικη μελένια, κόκκινη σάλτσα που μοναχά τα ροδοκοκκινισμένα από ντροπή μάγουλα του Θοδωράκη μπορούσαν να τη συναγωνιστούν.
Ετούτο δω πρώτη φορά γινότανε μαθές, να τσουγκρίζουνε και να ευχιώνται προτού τα ,,ειδωσίματα,,. Πρώτη και τελευταία!
Ήτανε νεραϊδογεννημένη φαίνεστε η νύφη ή είχε κάμει ξόρκια και μαγικά, κοντά στη γνώση, για να πηγαίνουνε όλα ρολόι και θεληματικά, έτσι ούτε όπως και στ´όνειρό της η Γιωργίτσα δεν το είχε φανταστεί. Όλα τούτα που γινόσαντε αποσπερού ήτανε πρωτόγνωρα για να γίνονται στο σπίτι του γαμπρού, αντί να γίνονται στης υποψήφιας νύφης.
,,Κολλήσανε τα λό(γ)ια μου, όπως κολλάει το σάλιο μου,, έλεγε και ματάλεγε από μέσα της και καμάρωνε σαν καρδινάλιος η Γιωργίτσα.
Μπας και δεν είχε φτύσει θαρρείτε τον τοίχο, προτού χτυπήσει τακ τακ την πόρτα;
Με φιλοφρονήσεις και παινέματα για το σπιτικό και τη φαμίλια του Αναστάση, αλλά και για την υποψήφια νύφη, η Γιωργίτσα πέταγε ανάμεσα και καμμιά σφήνα από κανά πρόσφατο ή παλιότερο νέο, έτσι για να μη λένε ότι το κάμνει επίτηδες να παινεύει συνέχεια την υποψήφια.
Ο Αναστάσης, λιγόλογος από τη φύση του είχε μετρημένες τις κουβέντες του, αν και σε άλλες περιπτώσεις, με τους κατάλληλους ανθρώπους στον καφενέ, λυνόταν η γλώσσα του κι έλεγε ιστορίες που του είχε ειπωμένο ο πατέρας του από τον πόλεμο του ´12, από των χωραφιών την καλλιέργεια και από τα ευτράπελα που γινόσαντε στις δανεικαριές.
-Για τελευταία βολά τσουγκρίστε ρε, είπε και σήκωσε πρώτος το κουπάκι του, καθώς η Διονυσούλα πέρναγε μισοκρυωμένη τη λαχταριστή γαλόπιττα από μπροστά τους, να πάρει ο καθένας το κομμάτι του με το ιδιανό του το χέρι, δεν είχανε καιρό για ξεχωριστά τραταρίσματα.
Γλυκαμένοι, ξαναμμένοι και χαρωποί κλείσανε γι απόψε τη βραδιά με του Αναστάση τα επισφραγιστικά λόγια:
- Ταχειά το βράδυ να ειπείς στους αντρώπους ότι θα πάμε να γένει η ,,συνάντηση,, και τα ,,ειδώματα,,. Κανόνιστο.
Η προξενήτρα ευχήθηκε δυο βολές ακόμα με τρεχούμενα σάλια από τη χαρά κι από το απρόσμενο ταβλοκάθισμα κι αν ήταν τρόπος θα κατηφόριζε μονάχη της ολονυχτίς, να πάει το μαντάτο στον ξάδερφό της.
Εδώ δε χωράγανε καμώματα. Ούτε σε δυο ημέρες η απάντηση της νύφης, ούτε να το σκεφτεί ο πατέρας της, ούτε τίποτα. Ποιος αφήνει τέτοιο κελεπούρι κι ασχολείται με καμώματα; Άλλωστε αυτά γίνονταν όταν ο προξενητής πήγαινε από τη μεριά του γαμπρού στη νύφη, τώρα έγινε το αντίθετο.
Καλό ή σκάρτο πράμα βέβαια η νύφη ήτανε προαποφασισμένο ετούτο δω να γένει, αλλά σ´άλλες ,,περιφτώσεις,, χώραγε και τούτο σ´ούλα μέσα.
-Μη σε νοιάζει εσένα, Αναστάση μου, εδώ είμαι εγώ!
Το προξενειό έπρεπε να ,,στρέξει,, οπωσδήποτε.
Η Θοδώρα η λεγάμενη ήτανε η πρώτη ,,τσούπα ,, του Φώτη του Κ.... από την Καλύδωνα, κοντή και λοβούλα, χωρίς ομορφάδα ανάμεσα σ´άλλες δυο βλασταρωτές και τύφλα νά ´χει η καλαμιά για την κορμοστασιά τους. Η Θοδώρα σπιρτόζα και καλόκαρδη δεν ξέρω αν ,,μπόραε,, να εξισορροπήσει με τούτα τα προσόντα της τις άλλες δυο.
Τούτος ήτανε κι ο λόγος που τά ´δωκε ,,ούλα,, ο πατέρας της, για να τήνε παντρέψει. Κι ευτυχώς που ήτανε πρώτη στη σειρά, γιατί αλλιώς θα μπέρδευαν τα πράγματα. Θα γινόσαντε σκόλια διάφορα. Θα λέγανε πως κάποιο κουσούρι έχει η πρώτη η όμορφη για να την ,,απηδήκει,, και να πάει στη δεύτερη κι άσκημη ο πατέρας της. Κι άλλα κι άλλα....
Έστειλε ολονυχτίς το μαντάτο η Γιωργίτσα στον ξάδερφό της.
Η Διονυσούλα είχε πολλά να κάμει κι ας ήξερε ότι είναι άξια και μπορεί να τα βγάλει πέρα, κιότεψε στην ιδέα.
Έβαλε λοιπόν τάξη στο μυαλό της και ρίχτηκε στη δουλειά.
Η Διονυσούλα σηκώθηκε νωρίς το ταχύ, έφτιαξε ,,χερχέρα,, ,,κουραμπιγιέδες,, με ολόφρεσκο φετινό βούτυρο, μοσκοβολιστό, που είχε ο ίδιος ο Θοδωράκης χτυπήσει στην ,,κάδη,, σαν πιο μπρατσωμένος με την καθοδήγηση βέβαια της μάνας του, έριξε ροδόνερο απόσταγμα και δυο βανίλιες, που πήρε από το μαγαζάκι του χωριού. Τότενες το χωριό είχε από ούλα, ήτανε κεφαλοχώρι, μέχρι και υφάσματα και μπόλια που θά ´ριχνε η πεθερά στη νύφη. Επήρε λοιπόν μία κι απ´αυτή.
Με το ψήσιμο μοσκοβόλησε ο τόπος και η γειτονιά μυρίστηκε το νέο, είχε ιδεί και τα σούρτα φέρτα της Γιωργίτσας, αλλά κανένας προς το παρόν δεν τόλμησε να ρωτήσει. Αφού μοσοκρυώσανε, τους ράντισε με το μοσκοβολιστό ροδόνερο και τους τύλιξε με ζάχαρη άχνη. Τους άφησε να περιμένουν και να κρυώσουν εντελώς.
Αμέσως μετά κατέβασε τα καλά τους τα σκουτιά, τα νοικοκύρεψε και τ´άφηκε να περιμένουν κι αυτά. Το ίδιο έκαμε με τα σκαρπίνια και τις κάλτσες, αλλά και με τα φέσια και τη φουστανέλα του Αναστάση, που παρ´ότι η μόδα είχε φέρει τα φράγκικα, αυτός τη ,,φόρηγε,, ακόμα τη φουστανέλα του. Μάλιστα είχε αξιώσει να τη φορέσει κι ο Θοδωράκης στο γάμο του, κάτι που δεν άρεσε σε κανέναν άλλο. Προς το παρόν δεν του φέρανε αντίρρηση, θα βλέπανε πως θα τον μεταπείθανε.
Ο Θοδωράκης φρόντισε για τ´άλογα. Τα ,,ξύστρισε,, , τα τάισε, τα σαμάρωσε, εξόν από το δικό του που το σέλωσε. Τους φόρεσε τις καινούργιες καπιστράνες τους και στο κόκκινο, τον Ντορή, που θ´ανέβαινε ο ξάδερφος με την κανίστρα, φορέσανε και σ´αυτό σαμάρι.
Οι αντρομίδες οι φιγουράτες, διπλωμένες στα τέσσερα με τις φαρδιές πλεχτές γιρλάντες τους περίμεναν κι αυτές πάνω στα σαμάρια.
Άναψε το χαρανί και τους έβαλε με τη σειρά ούλους να μπανιαριστούν και να λουστούν. Τους είπε να στάζουν μια σταγόνα λάδι και μία ξύδι στη χούφτα τους, να την απλώσουν στην απαλάμη τους και συνέχεια πάνω στα λουσμένα τους μαλλιά για να γυαλίσουν, γιατί το σαπούνι τα θάμπωνε. Έκαμε το ίδιο και στον εαυτό της.
Κατέβασε από την αστράχα την ,,κόφα,, ,την έπλυνε κι ας την είχε κουκουλωμένη με μεσάλα, η σκόνη ήτανε σ´όλες τις εποχές γρηγορότερη απ´ τον άνεμο, την έβαλε στον ήλιο να ,,στεγνώξει,, , τη στόλισε με τρυφερά και δροσάτα λουλούδια από τον κήπο της, τοποθέτησε μέσα την πιατέλα με τους κουραμπιέδες τυλιγμένη με διάφανη κόλλα σελοφάν, που την αγόρασε κι αυτή μαζί με μια κορδέλα από το μαγαζάκι του χωριού και την έκαμε φιογκάδα στην πιατέλα, τοποθέτησε και τη ,,μπόλια,, καλοδιπλωμένη και σε ειδικό κουτάκι αμπαλάζ μέσα. Παρέδωσε την κανίστρα στον άξιο ξάδερφό τους να την κρατάει πάνω στ´άλογο γερά και καμαρωτά με τα στιβαρά του μπράτσα.
Πήγαινε να βραδιάσει. Όλα ήσαν έτοιμα! Τα σκουτιά, τ´άλογα, οι αντρομίδες, η κανίστρα, η Γιωργίτσα ειδοποιημένη, έτοιμη κι αυτή, ο ξάδερφος τ´αδέρφια του γαμπρού και του Αναστάση, δε χρειαζόταν τίποτ´άλλο και κανείς άλλος.
Η γλυκειά αναμπουμπούλα του ντυσίματος έφερε λίγο άγχος, αλλά ξεπεράστηκε εύκολα.
Η ώρα του ξεκινήματος κανόνισαν να είναι λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα και μια ώρα που ήταν ο δρόμος τους, θα φτάνανε ακριβώς την ώρα που έπρεπε στο σκοπό τους.
Η πομπή ξάφνιασε τους χωριανούς, που δεν είχανε πάρει χαμπάρι τίποτα, εκτός από τους γειτόνους που κάτι είχανε ψιλιαστεί, αλλά δε ρώτησε κανείς τους από σεβασμό στον Αναστάση κι από ευγένεια. Μονάχα η Γιωργίτσα θα ήθελε να το σκορπίσει πριν την ώρα του σ´ούλο το χωριό και στα περίχωρα, αλλά φοβήθηκε την οργή του Αναστάση στην περίπτωση που το μάθαινε ότι διαδόθηκε από κείνη το νέο άγουρο γι αυτό έκατσε στ´αυγά της και σκέφτηκε: Ας κάμω εγώ τη δουλειά μου και λίγη υπομονή δε θα με βλάψει. Έτσι ηρέμησε κι έκατσε φρόνιμα.
Σαν ανηφόριζε στην περδικόβρυση η πομπή ήτανε μια ομορφιά! Δε συναντήσανε ούτε σκύλο στο δρόμο τους. Οι τσοπαναραίοι αργούσαν λίγο ακόμα να γυρίσουν, όμως έβλεπαν από τ´αγνάντιο την πομπή κι αναρωτιόσαντε. Μόνο στην περδικόβρυση κάτι πουλάκια πίνανε νερό.
Προχώρησαν χωρίς να σταματήσουν. Το ηλιοβασίλεμα στις δόξες του. Έπλεκε τα δικά του όνειρα καθώς ο ήλιος ήτανε έτοιμος να βυθιστεί, αφήνοντας πίσω του μελένιες αποχρώσεις πνιγμένες στο πορτοκαλί και το κόκκινο.
Με τέτοιο φόντο τ´άλογα φωτογραφία έπρεπε να βγουν, μα σα δεν είχαν προβλέψει φωτογράφο κράτησαν την εικόνα, ο καθένας για τον εαυτό του, μέσα τους βαθιά σαν όνειρο ανεπανάληπτο, όπως και η ευτυχία των ανθρώπων που πήγαιναν να ετοιμάσουν, έτσι πίστευαν τουλάχιστον.
Το σπίτι του Φώτη ήτανε ακριβώς δίπλα στο καφενείο, οπότε δε γινόταν να κρυφτούν, όπως ήθελε ο Αναστάσης κι έτσι υπερίσχυσε η γνώμη της Γιωργίτσας που και τι δεν είχε σκαρφιστεί να γίνουν τα ειδώματα όξω. Έτσι λοιπόν τους υποδέχτηκε ο Φώτης, ο πατέρας της Θοδώρας.
Ξεκαβαλικέψανε από τ´άλογα, πρώτος ο Αναστάσης, μετά ο Θοδωράκης, ύστερα ο Γιάννης ο ξάδερφος, αφού πρώτα ο ίδιος ο Θοδωράκης κράτησε την κανίστρα με τα πράγματα και του την ξανά έδωκε όταν ξεκαβάληκε. Ο Φώτης είπε στους επιτετραμμένους να σταυλίσουν τ´άλογα και να τους βάλουνε ταΐ στους ντορβάδες τους. Ούλοι οι θαμώνες του καφενείου άρχισαν το σουσούρισμα καθώς οι επισκέπτες ανέβαιναν τις σκάλες. Η πόρτα του καλοχτισμένου νοικοκυρόσπιτου άνοιξε διάπλατα και δέχτηκε πρόσχαρα τους βραδινούς της επισκέπτες. Έκλεισε πίσω της την πόρτα όσο μπορούσε πιο αργά η Γιωργίτσα που έμεινε επίτηδες τελευταία, έκαμε και νόημα σ´έναν περίεργο θαμώνα, που τους πήρε από πίσω με τα μάτια, σαν να τού ´λέγε: ναι, αυτό που σκέφτεσαι είναι και μπήκε κι αυτή μέσα στη σάλα, όπου είχαν οδηγήσει και τους άλλους.
Ο ντόρος που ήθελε η Γιωργίτσα να γένει, έγινε και με το παραπάνω. Ο περίεργος που είχε εισπράξει το σήμα της το διέδωσε αμέσως μέσα στο καπηλειό και τα σχόλια άρχισαν:
Για ποια να ήρθανε άραγε; Για τη Θοδώρα; Α, μπα! Ετούτος ο λεβέντης θα πάρει το ,,ξάλειμμα,,; Για κάποια από τις άλλες σίγουρα. Κούνια που τους κούναγε!
Οι ξένοι καλωσοριστήκανε και πήρανε θέση στον οντά.
Τα κορίτσια είχανε μείνει από μέσα στο άλλο δωμάτιο, κοίταγαν και κρυφομιλούσαν κι όταν οι όμορφες είδανε το Θοδωράκη τους τρέξανε τα σάλια και ζήλεψαν την αδερφή, μα δεν υπήρχε κίνδυνος, το είχε φροντίσει η Γιωργίτσα, άλλους καλύτερους και κουβαρντάδες θα τους έβρισκε.
Η Θοδώρα αποσβολωμένη με κίνδυνο γλίτωσε το Πάρκινσον,  της κόπηκε η μιλιά από την ομορφάδα του Θοδωράκη πούχε φορέσει τη σκελέα του, την ολοκαίνουργια πουκαμίσα του με τα διακριτικά κεντημένα ακρομάνικα, το τσόχινο σειρητιαστό γελέκο του, το φέσι του στην κεφαλή και για χατήρι του πατέρα του τα κόκκινα τσαρούχια του με την κατάμαυρη φούντα. Είχε φτιάξει πριν λίγο καιρό κατάμαυρα γυαλιστερά σκαρπίνια στον τσαγκάρη του χωριού, το μπάρμπα Παναή, που ήταν ο καλύτερος στην κατασκευή σκαρπινιών. Να καταλάβεις ούλα τα γύρω χωριά στη Μοφκίτσα ξεπέζευαν τότε για το αλισβερίσι τους και ούλοι παράγγελναν τα καλά τους σκαρπίνια στον Παναή, που έφτιαχνε ό,τι έπιανε στα χέρια του να κρατάει μια ζωή.
Αυτά ήθελε να φορέσει ο Θοδωράκης, αλλά ό,τι έλεγε ο πατέρας! Και να μη σου πω πως ταίριαζαν καλύτερα τα τσαρούχια με τη σκελέα! Όλα τούτα μαζί με το στριμμένο του μουστάκι τον έκαναν δυο φορές παλληκάρι. Όπως έλεγε κι ο λαός: ,,Το φαΐ κάνει φαρί και το ντύμα παληκάρι ,, !
Σκέφτηκε να κρατάει και τη γκλίτσα του, αλλά ο Αναστάσης τον αποπήρε:
Για προξενειό πάμε, όχι στη στρούγκα, του είπε!
Η νύφη στο μεταξύ κατά εντολή της μάνας της ετοίμασε το δίσκο με το γλυκό. Είχε στρώσει το κοφτό κολλαριστό δισκόπανο κι απάνω του έβαλε τα κρυστάλλινα πιατελάκια με το κατακόκκινο κερασάκι, που το είχε φτιάξει η ίδια με τα χεράκια της, έριξε μέσα και το μαγικό φίλτρο της, που η Γιωργίτσα είχε φροντίσει να έχει, τόχε προμηθευτεί από μια Σμυρνιά που έζηγε στο διπλανό χωριό, όπου ήτανε γυναίκα του πρώτου της ξαδέρφου από τη μάνα της, δυο σταγονίτσες μοναχά της είχε πει η Γιωργίτσα ούτε περισότερο ούτε λιγότερο. Έβαλε και τα ασημένια κουταλάκια σε κάθε πιατελάκι από ένα, έβαλε και ποτήρια με νερό. Με τρεμάμενα χέρια και ντροπαλή όψη, με προσοχή να μη γίνει ζημιά από κείνες που δε διορθώνουνται τέτοιες ώρες, πρόβαλε στη σάλα. Το φουστάνι της, έτσι πού ´τανε μικροκαμωμένη ήτανε το μόνο πράγμα που τράβηξε την προσοχή των επισκεπτών, γιατί η ίδια σκυμμένη όπως ήτανε απάνου στο δίσκο με τις μακριές πλεξούδες να ζώνουν δυο φορές το μικροσκοπικό κεφαλάκι της, δε φαινότανε σχεδόν καθόλου κι ας της είχε ´πεί η Γιωργίτσα και η μάνα της να στέκεται καμαρωτή, για να κερδίζει μπόι.
Το φουστάνι από ροζ μεταξωτό ταφτά με κεντημένο στο χέρι το μπούστο και τις μανσέτες λαμπύριζε στο φως της λάμπας κι οι ανταύγειες του βόηθαγαν στο φεγγοβόλημά της. Το μαύρο βελούδινο ολοκέντητο κοντογούνι της, η κεντημένη της ποδιά και τα κατάμαυρα σκαρπίνια της με τις ολόλευκες κάλτσες της ολοκλήρωναν την εικόνα της. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με νόημα οι Μοφκιτσάνοι, κοίταξαν τη Γιωργίτσα η οποία τους ένευσε καταφατικά να μη νοιάζονται και καρτέραγαν το κέρασμα της νύφης.
Εκείνη πήγε ίσια στον Αναστάση αμίλητη.
Εκείνος πήρε από τον καλοσυγυρισμένο δίσκο το πιατάκι με το γλυκό χωρίς να πάρει μαζί το πετσετάκι που το συνόδευε, δεν ήξερε από τέτοια ο Αναστάσης, μα δε σκιάχτηκε κιόλας μην του φύγει η νύφη, τό ´φαγε με μια χαψιά κι ακούμπησε τ´άδειο πιατάκι στο δίσκο. Πήρε μάνι-μάνι το ξέχειλο σχεδόν ποτήρι με το νερό, σηκώθηκε απάνου και είπε ομπρός σε ούλους με ύφος δασκαλεμένου και έμπειρου σε τέτοια και απευθυνόταν περισσότερο στον κατοπινό του συμπέθερο και πατέρα της νύφης:
-Εμείς εσήμερα ήρθαμε εδώ χάμου, ύστερα από τα κανονίσματα της Γιωργίτσας να ιδούμε και να γυρέψουμε την τσούπρα σας τη Θοδώρα για τον υγυιό μου το Θοδωράκη.
Είμαστε οσύμφωνοι ορέ, άιντε και να ζήσουνε τα παιδιά μας!
Δεν εκαρτερέθη ούτε να φύγουν οι κοπέλες κι ο γαμπρός και η μάνα και η Γιωργίτσα και ο Νικολάκης και η Νικολέττα και να κουβεντιάσουνε οι δυο τους οι συμπέθεροι κι ο γραμματικός ο Γιάννης για το προικοσύμφωνο, μάιδε να περάσουν δυο τρεις ημέρες για να το πισημοποιήσουνε με τα ,,φανερώματα,,. Συνάντηση και λόγος και φανερώματα γενήκανε ούλα μαζί. Ο λόγος ήτανε δοσμένος κατά κάποιο τρόπο προκαταβολικά και ούλοι ήσαντε ενήμεροι.
Η νύφη είχε μείνει ακίνητη με το γεμάτο δίσκο στα χέρια και δεν ήξερε αν έπρεπε να συνεχίσει να κερνάει ή να περιμένει κι άλλο. Την οδήγησε με το βλέμμα η Γιωργίτσα. Κεράστηκαν και οι υπόλοιποι με τη σειρά κι είχανε λόγο τώρα να ευκηθούνε να ζήσουνε έτσι γρήγορα που εκτυλίσσονταν τα γεγονότα. Στο γαμπρό στάθηκε λίγο περισότερο, όπως την είχανε ορμηνέψει. Έτσι πήρε ο ένας τη μυρουδιά τ´αλλονού με την όσφρηση, μα εκείνος δε λαχτάραγε να σηκώσει κεφάλι, ενώ η Θοδώρα αν την άφηνες έπεφτε ολοταχώς στην αγκαλιά του. Δεν το σημασιολογήσανε αυτό, συνηθιζόταν νάναι ντροπαλοί οι νέοι ειδικά σε τέτοιες περιστάσεις.
Έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία ο λόγος του Αναστάση, που ούτε κι η Γιωργίτσα τόχε προβλέψει, μα σαν τ´άκουσε, κρυφό γέλασε με καμάρι ότι της στρέγουνε τα προξενειά και ότι τα μαγικά της Σουλτάνας πιάσανε τόπο.
Ο δίσκος είχε πάρει δρόμο για την κουζίνα. Μοναχός του λες; Τον πήρε η μάνα της από τα χέρια της και δεν το θυμάται από την ταραχή της; Αμ, όχι! Η ίδια η Γιωργίτσα τον πήρε και τον σούταρε με τέχνη, για να λευτερώσει τα χέρια της Θοδώρας. Τέτοιο πράγμα με τόση θεϊκή παρέμβαση δεν είχε ματαγίνει στα χρονικά!
Είχε ιδεί η παμπόνηρη γυναίκα το χέρι του Αναστάση πόμπαινε αργά-αργά στο βάθος της τσέπης του γελέκου του, πάνω από τη φουστανελοφορεσιά του και έδρασε αναλόγως.
Μα ούτε αν οι άλλοι φάγανε το γλυκό τους και χαιρετήξανε θυμάται κανείς, παρά μονάχα οι ιδιανοί, τι σημασία είχε τώρα;
Έβγαλε το λοιπόν ένα δαχτυλίδι που ήτανε της μάνας του, όχι εκείνο που είχε χαρίσει στη Διονυσούλα και το μπούρλιασε στο μικροκαμωμένο χεράκι της δεκαοχτάχτονης μέλλουσας νύφης του με την ευκή να το τιμήσει και να το χαρεί κι ότι τούτο είναι ευλογημένο με την τιμιότητα και τους μόχτους της μάνας του!
Ήρθε απόκοντα η Διονυσούλα, τράβηξε τη μπόλια μέσα από το λουλουδοστολισμένο καλάθι, την πέρασε κι αυτή γύρω από το κεφάλι της Θοδώρας και της τη γύρισε δυο βολές μάλιστα, γιατί σερνόταν στο πάτωμα, τόσο κοντοπίθαμη ήτανε η μέλλουσα νύφη της.
Του στραβού το δίκιο λέει ότι η Διονυσούλα ζήλεψε όταν είδε τις άλλες δυο φεγγαροπρόσωπες και καλαμένιες κορμοστασιές των αδελφών της και ήτανε έτοιμη, αα στο στόμα το ήφερε να ειπεί:
- Ρε, δε μας δίνετε μία από τούτες; Και χωρίς μάλιστα να σκεφτεί αν θα θιγότανε κάποιος από αυτό, είχε παλληκάρι ατός της και στο χέρι της ήτανε να λύνει και να δένει, μα δεν την έπαιρνε μπροστά στον Αναστάση, δεν ήτανε χήρα, είχε δυο μέτρα λεβέντη δίπλα της, ίδιονε με το γυιό της το Θοδωράκη!
Σιώπησε λοιπόν κι έκαμε το χρέος της κατά πως έπρεπε.
Βγάλανε και τους κουραμπιγιέδες από την κανίστρα, τους εσμίξανε με το γλυκό που είχε φτιαγμένο η μάνα της Θοδώρας και φέρανε άλλη μια βόλτα με την πιατέλα στο χέρι, για να δέσουν οι γλύκες μεταξύ τους και να φύγει κάθε κακογλωσιά από το παραθύρι, γι αυτό τόχε αφήξει τό ´να μισάνοιχτο η μάνα της κατά προτροπή πάντα της Γιωργίτσας.
Ο Θοδωράκης λεύτερος πια να καμαρώσει τη λεγάμενη, είδε η Γιωργίτσα πως δε βιαζότανε για τούτο, ούτε που είχε σηκώσει τα μάτια απάνου της, παρά μονάχα ότι έκλεψε την ώρα που τον τράταρε.
Ο νους του έτρεχε στη λαφίνα βοσκοπούλα, τη Μοφκιτσάνα τη Λενιώ, που κείθε πάνου στα βουνά ήρθανε κι αγκαλιαστήκανε οι ψυχές τους.
Βόγγηξε βαθιά καθώς την εσκέφτετο με το ταξιδιάρικο μυαλό του και την πονεμένη του ψυχή, τ´άκουσε τούτο η Γιωργίτσα, ,,κράκιξε,, η καρδιά της και φόβισε ο νους της κι αλαφιάστηκε και στριφογύρισε ´κλουθώντας από κοντά τις κινήσεις του Θοδωράκη. Αν ήξερε κάτι τέτοιο, δεν είχε ακουστεί στο χωριό ούτε στο βλέμμα του είχε τίποτα διαπιστώσει όταν επήγε στο σπίτι τους, αλλιώς θα λάβαινε δραστικότερα μέτρα.
- Πατέρα, ξεστόμισε πιότερο η καργιά του παρά το στόμα του.
Γύρισε και τόνε κοίταξε ο Αναστάσης και βούλα βουλωμένη το στόμα του μορφονιού. Παιδί του ήτανε, ότι ήθελε τον έκανε και η θέλησή του ήτανε διαταγή. Και δαύτος με συγκέσιο την πήρε τη μάνα του και μέλι περνάει τη ζωή του κοντά της και κείνη το (γ)ίδιο.
- Συμπέθερε το προικοσύμφωνο όπως έταξε η Γιωργίτσα.
- Μα... μου...
-Ούτε δεκάρα κι ούτε στρέμμα λιγότερο!
- Φύγετε σεις είπε θυμωμένα κι έδιωξε ούλους από τη σάλα σα νά ´τανε στο σπίτι του. Έμεινε ατός του, ο πατέρας της νύφης και ο γραμματισμένος πρωτοξάδερφός του, ο οποίος μάλιστα είχε φροντίσει για τα πρεπούμενα, χαρτί και μολύβι δηλαδή. Τα προσφέρανε και οι γονιοί της ετούτα, μα αυτός προτίμησε να γράψει με τα δικά του και τους περιφρόνησε σε τούτο.
- Λέγε είπε απευθυνόμενος στο συμπέθερό του.
-Γράψε, είπε, απευθυνόμενος στον ξάδερφό του.
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος εμείς ο Αναστάσης ο Μπ.... και ο Φώτης ο Κ.......... προκειμένου να παντρέψουμε τον υγυιό μας Θοδωράκη Μπ.... με την θυγατέρα σας Θοδώρα Κ... παίρνουμε ως προίκα:
-Είκοσι χιλιάδες δραχμές.
-Πενήντα ετάξατε.
-Όχι είκοσι! (Η μπαμπέσα τον είχε φουσκώσει το λογαριασμό)
- Πενήντα!
-Μα συμπέθερε έχω και τις άλλες!
-Εκείνες έχουνε την ομορφιά τους, εμένα μού φορτώσατε τη λοβή και θα μου την πλερώσεις, είπε κι από μέσα του ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάμματα, γιατί ο Αναστάσης δεν ήτανε άνθρωπος της μιζέριας και πιο πολύ τα είχε με τη Γιωργίτσα που κατά κάποιο τρόπο τον είχε εκθέσει και κοροϊδέψει, παρά με το συμπέθερό του, που δεν πρέπει νά ´φταιγε σε τίποτα ο καψερός. Τώρα όμως πίσω δεν επρόκειτο να κάμει. Ήτανε τίμιος άνθρωπος κι ο λόγος του συμβόλαιο !
-Δεν έχω άλλα τούτη τη στιγμή.
-Να βρεις! Αλλιώς, σηκωθείτε ρε, ελάτε πάμε να φύγουμε.
Μπροστά στην απειλή έβαλε κάτου το κεφάλι ο πατέρας της Θοδώρας και προκειμένου να χάσει τέτοια ευκαιρία....
-Καλά θα στα δώκω, αλλά μη με βιάζεις .
- Συνεχίστε τότε, είπε ο Αναστάσης και στρίβοντας άφησε να κυλήσει το δάκρυ του.
Ακίνητα: Ένα χωράφι με λιόδεντρα στη θέση Λάζους.
Ένα χωράφι ξερικό στο Βαρκό κ.τ.λ.
Κινητά: Όλο το ρουχισμό του σπιτιού, της κόρης, του γαμπρού, ό,τι υποχρεούμαι: κλινοσκεπάσματα, στρώματα, μαξιλάρια, σακιά λιόπανα, κ.τ.λ.
φορεςσιές, εσώρουχα, φορέματα, υφαντά υφάσματα για πουκάμισα και φουστάνια, για πετσέτες κ.τ.λ.
Χαλκώματα: μαχαίρια, κουτάλια, πιρούνια, ποτήρια, κανάτες, κατσαρόλες, τεντζέρια, χαρανιά κ.τ.λ.
Αράδιασαν με λεπτομέρειες ένα -ένα τα τιμαλφή και ό,τι θα δινόταν στη Θοδώρα.
Από κάτω υπόγραψαν με την ευχή τους.
Διαβάσανε και ξαναδιάβασανε το προικοσύμφωνο, έκαμαν κι όποιες άλλες διαδικασίες χρειαζόσαντε μεταξύ τους και σχετικά τέλειωσε νωρίς η δουλειά.
Δώσανε τα χέρια, ευχηθήκανε ξανά, άστραψαν τα χαμόγελα, μαλάκωσε τελείως ο Αναστάσης κι έγινε ο εαυτός του, τόσο που ο συμπέθερός του δεν τονε γνώριζε, τον είχε αγριέψει πολύ η αναστάτωση
-Έλάτε ούλοι μέσα, πρόσταξε ο Αναστάσης κι αφού χαιρετηθήκανε είπε:
-Ο Αύγουστος τελεύει! Δε θέλω να μας πάρει η χειμωνιά για το γάμο, γι αυτό την άλλη Κυριακή τ´αραβωνιάσματα και τέλος Οκτώβρη ο γάμος, αν συμφωνάτε και σεις.
-Είμαστε σύμφωνοι είπε ο συμπέθερός του ο Φώτης και πρόσταξε με τη σειρά του να περάσουν για να φάνε, αφού το δαχτυλίδι και τη μπόλια τα είχανε δοσμένο προκαταβολικά.
Φάγανε με γέλια και χαρές ό,τι είχαν από νωρίς ετοιμάσει στο σπίτι της νύφης, ήπιανε κι ευχηθήκανε πολλές φορές, τσουγκρίσανε για τα καλορρίζικα, είπανε κι ένα τραγούδι για το καλό και ο Αναστάσης διέταξε να ξεσταυλίσουν τ´άλογα.
Μάταια οι καινούργιοι συμπέθεροι παρακάλεσαν να περάσουν εκεί τη νύχτα τους, γιατί είχε κοντέψει μεσάνυχτα.
Αυτοί αποφασίσανε την επιστροφή.
Πεζέψανε στ´ άλογα με τον ίδιο τρόπο που ήρθανε και με το φεγγάρι που έλαμπε κινήσανε για τη Μοφκίτσα.
Λέγανε καμμιά ξεκάρφωτη κουβέντα πού και πού ίσα με που φτάσανε στις Λίμνες, μια όμορφη τοποθεσία, που κάποτε ,,λούμπες,, μαζεύανε νερό και το κρατάγανε, γι αυτό και η ονομασία και στην περδικόβρυση σταμάτησαν, για να ποτίσουν στις ,,κορίτες,, τ´άλογα κι όποιος ήθελε να πιεί κιόλας. Κατέβηκε μ´ένα πήδουλο πρώτος ο γαμπρός και λαβρωμένος καθώς ήτανε, ,,έσκιουψε,, κι ήπιε αχόρταγα ολόδροσο, τρεχούμενο, ξεδιψαστικό νερό.
- Μια νεράϊδα στα μαλλιά σου, φώναξε δυνατά η Γιωργίτσα και καρ καρ καρ κα κα τα γέλια η ομήγυρη,
Όχι πως δεν είχε νεράϊδες εκεί, αλλά τώρα ήσαντε ολόκληρη κουστωδία, δε φανερώνουνταν οι νεράιδες.
Καβάληκε ξανά τ´άλογό του ο Θοδωράκης και μέσα στη νύχτα ο Αναστάσης τραγούδησε με τη γλυκειά, αλλά αντρίκεια πέρα για πέρα φωνή του:
,,Μια περδικούλα του Μωριά, κοσμοπερπατημένη...!
Οι υπόλοιποι ακολουθούσαν το τραγούδι.
Τα σπίτια της Μοφκίτσας τά ´λουζε το φεγγάρι το Αυγουστιάτικο και ο πετεινός σφύριξε μεσάνυχτα.
Η κατηφόρα τους έφτασε γλήγορα στ´αλώνια, εκεί που ήταν το σκολειό. Αφήκανε τη Γιωργίτσα στο σπίτι της που ήτανε δίπλα ξαναπήρανε τις ευκές της και οι υπόλοιποι τραβήξανε για την απέναντι, την άλλη άκρη του χωριού, όπου βρισκόταν το σπίτι του Αναστάση.
Μερικά σπίτια που είχαν ακόμα αναμμένες τις πετρελαιόλαμπες κι άκουσαν τα τραγουδίσματα κατάλαβαν ότι κάτι έγινε απόψε στο χωριό και βγήκανε στους τσατουμάδες κρυφοκοιτάζοντας να δούνε αν είναι ξένοι ή ντόπιοι οι περαστικοί.
Φαντιάσανε το Θοδωράκη π´άστραφτε κάτω από το φως του φεγγαριού η στολή του και η φιγούρα του ολάκερη, αρχινήσανε τις γνωστές κουτσομπολίστικες υποθέσεις, μα κάμανε υπομονή ως το ταχύ, γιατί η Γιωργίτσα δεν άργησε να διαδώσει το νέο.
Του Θοδωράκη ξανακράκισε η καρδούλα του πολλές φορές ακόμα κι ούλη τη νύχτα βρε, μα το πήρε απόφαση τη Λενιώ του να την κουβαλάει μέσα του, μιας κι ήτανε γραφτό του να παντρευτεί τη Θοδώρα. Τα όνειρά του απόψε μόνο τη Θοδώρα δε φέρνανε κοντά του. Τραβήξανε στα βουνά, στις ρεματιές, στις βρυσομάνες που ξεδίψαγαν την αγάπη του, στις στράτες του χωριού που περπατούσε, στο αλώνια τη Λαμπροδευτέρα και στα πανηγύρια που οι κλεφτές ματιές έδιναν κι έπαιρναν και οι καρδιές χάραζαν υποσχέσεις.
Έπλασε ακόμα και τα παιδιά που θά ´κανε μαζί της και το σπιτικό τους που θά ´τανε μακριά από ούλους, για να χαίρονται την αγάπη τους.
Μονάχα η Θοδώρα και οι αδερφές της ακολούθησαν τη σκιά τού Θοδωράκη και κάθε μια από τη θέση της έπλαθε από ´κείνα τα όνειρα που δεν πλερώνονται και που το αντίκρυσμά τους παραμένει στη φαντασία ζωντανό για μια βραδιά.
Η Θοδώρα δεν πίστευε στα μάτια της, στ´ αυτιά της, τσιμπιώτανε μοναχή της και νόμιζε πως τσιμπάει το Θοδωράκη για να ιδεί άμα είν´αληθινός. Είχε όμως εμπιστοσύνη στα ταξίματα του πατέρα της και στις ορμή νιες και την έγνοια της Γιωργίτσας, οπότε αφέθηκε στ´όνειρο κι αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι σα νά ´τανε ο Θοδωράκης, έκλεισε νοσταλγικά τα μικροσκοπικά, μα πανέξυπνα ματάκια της, άφηκε για πρώτη φορά ξέπλεκα τα μαλλιά της και τινάζοντας πέρα με τα λιανοποδαράκια της τα σεντόνια, άφησε να φαίνονται τα μικρά σαν παιδούλας μπουτάκια της, τι ήταν άλλωστε; Παιδούλα δεν ήταν; Δέκα οχτώ χρονώ κοπελίτσα. Τα βλέφαρα έκλεισαν και τ´όνειρο αχόρταγο την ταξίδευε τόσο γλυκά, όσο αβάσταχτα φέρθηκε η αποψινή νύχτα στο Θοδωράκη που έκλαιγε μια αγάπη και την έσπρωχνε στα κατάβαθα της ψυχής του, πασκίζοντας ν´αγαπήσει μια άλλη γυναίκα, που δεν είχε καμμιά σχέση με γυναίκα, μα είχε καιρό γι αυτό. Απόψε άλλα τον τραβούν..!
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
,,ΦΑΝΕΡΩΜΑΤΑ,, ΣΥΝΕΧΕΙΑ : Η ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ

Το ξημέρωμα η Γιωργίτσα απόθηκε μ´ευλάβεια στη γειτονιά όλα τα καθέκαστα παραφουσκωμένα κι ήταν ετοιμοπόλεμη ν´αντικρούσει τυχόν αντιρρήσεις από κείνους που γνώριζαν καλά κάποια πράγματα.
Έδειχνε στις γειτόνισσες με περηφάνεια τις πλουμιστές παντόφλες, έπαθλο επάξιο για τις υπηρεσίες της ,,που τις πρόσφερε η νύφη με χαρά, γιατί έτσι συνηθιζόταν. Οι προξενήτρες είχαν και τα τυχερά τους. Μα η Γιωργίτσα δεν ήταν προξενήτρα σαν τις άλλες, πρόσφερε υπηρεσίες υψηλού επιπέδου, γι αυτό πληρώθηκε και σα γυναίκα και σαν άντρας:  Ένα φακελάκι προετοιμασμένο με έγκλειστα τα παράσημα της νίκης, που ήσαν ένα γεναίο χρηματικό φιλοδώρημα, ,,κάπαρο,, και για τη συνέχεια στην οικογενειακή υπόθεση, αν κάτι δεν πήγαινε καλά.
Η οικογένεια του Αναστάση βρήκε εύκολα τους κανονικούς της ρυθμούς, μα ούτε κουβέντα για δημόσια εμφάνισή με τη Θοδώρα, δεν ήθελε να κυκλοφορήσει μαζί της ο Θοδωράκης. Όχι γιατί κάποια στιγμή δεν θα το έκανε, αλλά τώρα δεν ήθελε να προκαλέσει τη Λενιώ και έτσι απροετοίμαστη που ήταν να τη στεναχωρήσει. Ήθελε να της εξηγήσει , να τον καταλάβει, να τον νιώσει, να της πει πως ό,τι και να γίνει, αυτός εκείνη αγαπά και θ´αγωνιστεί γι αυτή του την αγάπη, αλλά πρέπει να το πάει λάου -λάου, γιατί ο πατέρας του δεν παίρνει από κουβέντες, άμα έχει βάλει κάτι στο μυαλό του.
Την Κυριακή, όπου νά ´ναι φτάνει, σε δυο μέρες μόνο, θα πάει, σκέφτηκε, στην εκκλησιά με τα καλά του, αστραφτοκαλλισμένος κι όμορφος, να καμαρώσει τη Λενιώ του, την πέρδικά του, τη λαφίνα του, που σίγουρα θά ´ναι εκεί από τις πρώτες.
Θα στηθώ, σκέφτηκε, πρωί στο προαύλιο, ο παπάς κι οι ψαλτάδες θά ´ναι απασχολημένοι και ´γω θα τραβήξω με νόημα τη Λενιώ στη βορινή πλευρά κατά τα μνήματα, που δεν υπάρχει κανείς, θα μυρίσω το ευωδιαστό μπουγαρινένιο άρωμά της, θ´αγγίξω τα χέρια της, αν μ´αφήσει και τα μάγουλά της και τα χείλια της και θα της ανοίξω την καρδιά μου.
Αν δε με καταλάβει όμως κι αν δεν έρθουν όπως τα λογαριάζω;
Θα ξαναπροσπαθήσω!
Κάπου θα τήνε πετύχω εκείθ´ απάνου στα γρέκια αν ο μικρός της αδερφός δεν τη συνοδεύει κι αν ναι, κάποιο τρόπο θα βρω.
Τέτοιες σκέψεις έκανε ο Θοδωράκης και μαλάκωνε την ψυχή του και τη λάβρα του.
Μα ,,άλλαι αί βουλαί ανθρώπων, άλλα ο Θεός κελεύει,,!
Η Λενιώ, όταν εκείνος πήγε, βρισκόταν ήδη μέσα στην εκκλησιά μαζί με τη μάνα της, γιατί για κάποιο λόγο είχανε φτειάξει πρόσφορο κι έπρεπε να το πάνε πρωί, για να λειτουργηθεί. Αφού είδε πως δεν παρουσιαζόταν η Λενιώ αποφάσισε να μπει μέσα να λειτουργηθεί τουλάχιστον μια στάλα, να τον πιάσει και το λιβάνι, αφού έκαμε τόσο κόπο να στολιστεί κι αφού δε θα τον καμάρωνε η Λενιώ του, να τον καμαρώσει τουλάχιστον η Παναγιά. Δε θα ´ρθει ,,φαίνεσται,, η Λενιώ σήμερα, σκέφτηκε και μπήκε.
Προσκύνησε και με το που σήκωσε το κεφάλι, ,,φαντιάζει,, ομπρός του τη Λενιώ, νεράιδα αληθινή με τα ξέπλεκα ολόχρυσα μαλλιά της, πράμα ασυνήθιστο για τότε, με το βυσσινί ολομέταξο φουστάνι της και το καθάριο βλέμμα της το κοφτερό, το διαπεραστικό, που μαγεύει.
Στεκόταν ακριβώς πίσω από το μαν(ου)άλι.
Άφησε τον οβολό του, πήρε δυο κεριά, ένα για τον ατό του κι ένα για τη Λενιώ, η Παναγιά δεν είχε ανάγκη τα κεριά του, την πίστη του ήθελε και τράβηξε ίσια στο μανάλι να τ´ανάψει. Άναβε και κάρφωνε, μα πιότερο κάρφωνε τη Λενιώ καρτερώντας τη να γυρίσει κεφάλι, να τη ,,νοηματέψει,, να βρούνε τρόπο να συναντηθούν. Μα η Λενιώ δεν είχε στο νου να κάνει κάτι τέτοιο, παρ´ ότι τον είχε ,,φαντιάσει,, το Θοδωράκη με το μπάσιμό του με τις άκρες των ματιών της και λαχτάρησε η ψυχή της, μα δε θα το διακινδύνευε να εκτεθεί ανεπανόρθωτα μπροστά στη μάνα της και σ´ούλο τον κόσμο, που δε θέλει και πολλά για ν´ανοίξει το στόμα του και να λέει.
Έπιασε λοιπόν μια θέση απέναντί της ακριβώς και αρκέστηκε να την καμαρώνει και να ονειρεύεται τα χίλια μύρια για τους δυο τους, κανείς δε μπορούσε να του το απαγορέψει αυτό.
Με το ,,σκόλασμα,, η Λενιώ με τη μάνα της, πήρανε το ,,ύψωμά,, τους και εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας.
Ο Θοδωράκης πήρε κι αυτός αντίδωρο και τις ακολούθησε, μα έστριψαν στο σοκάκι και δεν τον έπαιρνε να πάει παρά πέρα. Γύρισε στο σπίτι απογοητευμένος. Άλλαξε, απόθηκε τα σκουτιά του τα καλά στην καρέκλα να τα συγυρίσει η μάνα του και ενώ ο Αναστάσης του επέτρεπε να πηγαίνει στο μαγαζί τις Κυριακές, αυτός δεν το επεδίωξε και προτίμησε να βοηθήσει τη μάνα του στις δουλειές. Η έγνοια κλωθογύριζε στο μυαλό του και τον καθιστούσε ανίκανο να λειτουργεί φυσιολογικά. Η Κυριακή ήταν όλη δική του και δεν ήξερε τι να την κάμει! Δεν του χρειαζόταν αυτός ο χρόνος, αφού δεν μίλησε με τη Λενιώ. Τη ,,χαράμισε,, την ημέρα! Καλύτερα να είχε πάει στα ζωντανά του! Και η νύχτα του μαρτυρική ήτανε! Τόσα όνειρα δεν είχε ιδεί ποτέ του. Όνειρα εφιαλτικά, όνειρα θλιμμένα, όνειρα του πόνου! Όνειρα της αγάπης!
Τά ´ζησε όλα τούτα σα νά ´ταν αληθινά, τά ´πλασε ολοζώντανα μέσα στο μυαλό του και τόσο του ,,άρενε,, που δεν είχε νου να ξυπνήσει, το πρωί τον πήρε ο ύπνος, πότε τα ονειρεύτηκε όλα τούτα; Και ´κεί που δεν ήθελε να ξυπνήσει:
-Ε, ξύπνα, παιδάκι μου, ξύπνα Θοδωράκη μου, πάει να χαράξει, μην τα πιάσει ο ήλιος εκείνα τα ζωντανά, να βοσκήσουνε μια στάλα και τον χάιδεψε με βρεγμένη την απαλάμη της, να δροσιστεί και να ξυπνήσει ογλήγορα, το συνήθιζε ετούτο η Διονυσούλα.
Σηκώθηκε, πήρε τη γκλίτσα του, φόρεσε το καπέλο του, ντυμένος με τα καθημερνά του,που δεν τον έκαναν όσο τα καλά του όμορφο, αλλά τον έκαναν αυτό που ήτανε, τον έδειχναν αληθινό και τράβηξε ξελογιασμένος από το ερωτικό του συναίσθημα πάνω στο λόφο που ήσαν τα γαλάρια τους.
Του πατέρα της Λενιώς τα γαλάρια ήσαν τριακόσια μέτρα πιο μακριά, αλλά τη φρουρούσαν τη Λενιώ, μια ο πατέρας της, την άλλη η μάνα της και συχνότερα της φόρτωναν για συνοδό τον μεγαλύτερό της αδερφό, πού ´ταν σκληρός και δεν πιανότανε φίλος και σπάνια το μικρότερο που ήτανε βολικός και φιλικός. Τ´αγόρια κάνανε δουλειές στο χωράφι, από το να κόβουνε ξύλα για το χειμώνα μέχρι να χτίζουνε πεζούλες κι ό,τι άλλο χρειαζόταν και η Λενιώ με το κέντημά της και το πλέξιμο, που ήτανε πιο βολικό, φύλαγε τα πρόβατά τους.
Ανεμοδούριζε ο νους του Θοδωράκη και πήδαγε από λοφάκι σε λοφάκι, από πλαγιά σε πλαγιά, από χαράδρα σε χαράδρα, από ρεματιά σε ρεματιά κι από βρυσούλα σε βρυσούλα.
Έψαχνε κι ύφαινε στο νου του έναν τρόπο να την προσεγγίσει και τον κατέριπτε αμέσως μια άλλη σκέψη κι άλλες κι άλλες και του τυρογάλιαζαν το μυαλό.
Έβγαλε τα πρόβατα από το μαντρί, αμόλησε τις γίδες στο βουνό να φάνε κλαρί, δεν υπήρχε κίνδυνος να κάμουν ζημιά και ´κείνος άθελά του αγνάντευε κατά την Καλύδωνα και ´κεί που προσπαθούσε να τ´απωθήσει, του φανερώθηκαν όλα όσα συνέβηκαν χτες κι έτσι άϋπνος που είχε μείνει, κατακουρασμένος έγειρε το κεφάλι του σ´ένα επίπεδο λιθάρι με προσκέφαλο το χέρι του και πήρε ύπνο βαθύ για πόση ώρα δεν ήξερε. Κι απάνου που ήρθε ´κείνη η ώρα που το μυαλό αραδιάζει τα όνειρα και τού ´βγαλε βιαστικά την όψη της Θοδώρας μπροστά του, πετάχτηκε σαν ελατήριο, μα δεν πρόλαβε ούτε ν´ανακλαριστεί, γιατί έπαθε ,,κόλπο,,!
Η Λενιώ στεκόταν μπροστά του, έτοιμη να τον αγγίξει απαλά στο μέτωπο και να σκύψει απάνω του να τον ξυπνήσει μ´ένα τρυφερό φιλί, όπως προστάζει η αληθινή αγάπη.
Οι γονιοί της και τ´αδέρφια της έπρεπε να πάνε ούλοι μαζί στη Ζαχάρω, που είχε σήμερα παζάρι. Έπρεπε να πουλήσουν κάτι γουρουνόπουλα και κοτοπουλάκια κι αυγά και επειδή ο πατέρας της ένιωσε μια φοβερή αδιαθεσία, που δεν τον άφηνε να πάει να κάμει τις δουλειές του, όπως τις είχε προγραμματισμένο κι έπρεπε να πάει στο γιατρό, επειδή οι δυνάμεις του δεν του επέτρεπαν να πάει μοναχός του, δρομολογήθηκε κατανομή εργασιών κι έτσι απασχολήθηκε ο καθένας με το πόστο που του ταίριαζε:
Ο πατέρας της στο γιατρό με το μεγάλο γυιό.
Η μάνα με το μικρό γυιό στο παζάρι.
Αναγκαστικά η Λενιώ στα πρόβατα μοναχή της!
Πήρε νύχτα τις ορμήνιες των γονιών της, να προσέχει τον εαυτό της και τα πρόβατά τους, πήρε την ξύλινη ,,τσότρα,, της, που τη γιόμισε φρέσκο νερό από τη βρυσούλα που συναντούσε καμμιά τρακοσαριά μέτρα από το γαλάρι τους, εκεί κοντά στου Θοδωράκη, το σπάρτινο ταγάρι της, με το πλεχτό της μέσα και το βελονάκι της και βαρυφορτωμένη με την έγνοια της αγάπης, τράβηξε ίσια κατά ´κεί που είδε απλωμένα κι έβοσκαν στην πλαγιά τα πρόβατα του Θοδωράκη.
Η εικόνα του Θοδωράκη, που είδε από μακρυά νά ´ναι ξαπλωμένος, δε λογαριάστηκε από ελόγου της ότι κοιμόταν, αλλά απλά ότι έτσι ξαπλωμένος αγνάντευε.
Σαν όμως στη θωρειά της δεν έβλεπε απάντηση ξεσηκώματος, έβαλε με το νου της ότι αυτός μπορεί ν´αποκοιμήθηκε. Το ήξερε από τον εαυτό της, όταν τη νύχτα η αγάπη την ετριγύριζε και την περιπλανούσε σ´όλο τον κόσμο, το πρωί γύρευε αποκούμπι σ´ένα αυτοσχέδιο προσκέφαλο, ,,να τον πάρει λιγουλάκι,, να ισορροπήσει το κορμί με την ψυχή της.  Έτσι προχωρώντας και ακροπατώντας στα δάχτυλα πλησίαζε όλο και πιο κοντά κι είχε στο νου της αυτά που σας είπα.
Ο Θοδωράκης, ενώ χάρηκε αφάνταστα, όταν διαπίστωσε στον ξαφνικό του ξύπνο ότι δεν ήταν φάντασμα, αερικό ή κάτι τέτοιο, αλλά η Λενιώ του, πετάχτηκε ορθός μα κάτι τον εκράτησε και δεν όρμησε στην αγκαλιά της όπως είχε ο νους του λαχταρήσει, ούτε της έδωκε το φιλί που λαχταρούσε να της δώκει με πάθος όταν θα ξεμοναχιάζονταν, όπως τώρα καλή ώρα, που μάρτυρές τους ήσαν μονάχα η αυγή, τα γιδοπρόβατα και το ασπρόμαυρο μαντρόσκυλο του Αναστάση.
Κοκκίνισε σαν το πανζάρι, ορθώθηκε χωρίς να ,,σιάξει,, ούτε το ζωνάρι του, που λύθηκε και κρέμονταν άτακτα ομπρός του ούτε να βάλει το καπέλο του, που τόχε παρά ´κεί ακουμπισμένο ούτε ν´ανοίξει πιότερο την τραχηλιά του πουκάμισού του, όπως είχε σχεδιασμένο να κάμει άμα την έβλεπε και χωρίς να τινάξει καλά- καλά τα χέρια του, που τ´ακούμπησε κατάχαμα για να ορθωθεί κι είχαν κολλήσει απάνου τους ξερόχορτα.
Η Λενιώ τά ´χασε, δεν περίμενε τέτοια αντιμετώπιση κι έμεινε με το χέρι μετέωρο και την καρδιά χαμένη.
- Έλα, Λενιώ μου, της είπε τρυφερά και της άρπαξε το απλωμένο χέρι τ´αλαβάστρινο, που ήθελε να το μπουρλιάσει στο λαιμό του, έλα κάτσε κοντά μου, έλα σεβντά μου!
-Τι συμβαίνει Θοδωράκη;
- Το και το, Λενιώ μου, το και το.... και της αράδιασε απολογητικά όλες τις κινήσεις του και τις αποφάσεις του πατέρα του.
Η Λενιώ αποσβολωμένη έβλεπε τα όνειρά της να γκρεμίζονται, να γίνονται στάχτη και να σκορπίζονται στους πέντε ανέμους.
- Όμως θα παλέψω Λενιώ μου, θα παλέψω για μάς, για την αγάπη μας, είπε κι ένα δάκρυ του καφτό κι αυθόρμητο κύλησε απάνου στο χέρι της που το κρατούσε ακόμα ανάμεσα στα δυο δικά του.
- Και τι θα κάμεις τώρα Θοδωράκη, αφού δεν τό ´καμες όσο ήτανε καιρός;
- Θα βρω τον πατέρα μου στις καλές του και μπορεί να με καταλάβει, της είπε.
-Έχει τρανή προίκα, Λενιώ και γι αυτό τη θέλει ο πατέρας μου και γι αυτό γενήκανε όλα τούτα, μα εγώ δε θέλω προίκες, θέλω μονάχα εσένα ψυχή μου, μονάχα εσένα αγέρα μου, γλυκοφρυδούσα μου, Παναγιά μου και την τράβηξε και την έκλεισε σφιχτά μέσα στην ολόζεστη αγκαλιά του.
Η Λενιώ ξέσπασε σε γοερό κλάμμα μέσα σε κείνη την αγκαλιά, που έγινε το μυροδοχείο των δακρύων της, που τα ρούφηξε ως και το τελευταίο σα σφουγγάρι η καρδιά του και δρόσισε η λάβρα της και απάλυνε η ψυχή του.
Πόση ώρα μείνανε έτσι αγκαλιασμένοι, το κατάλαβαν από το προειδοποιητικό γαύγισμα του Μπαγάσα, έτσι φώναζε το σκύλο τους ο Θοδωράκης. Ένα σουσούρισμα ακούστηκε και κάποιο μάτι τους παρακολουθούσε, αυτό είναι βέβαιο, μα κανένας δεν το είδε.
Κοίταξε το σκύλο του ο Θοδωράκης, σα να τον ρώταγε ποιός ήταν και το πανέξυπνο ζωντανό έτρεξε γαυγίζοντας προς τα δεξιά κι ακολούθησε μια νεανική σιλουέτα, που κατηφόριζε ,,κουτρουβαλιαστά,, το λόφο.
Ακολούθησαν το σκυλί κι η Λενιώ γνώρισε το Λώνη το γείτονά της, που την είχε βάλει στο μάτι και ήταν έτοιμος, όπως έδειχναν τα πράματα, να τη γυρέψει από τον πατέρα της επίσημα. Τό ´ξερε από την αδερφή του η Λενιώ, που ήτανε φιλενάδα της.
Η Λενιώ της είχε εξηγήσει: Καλό παιδί ο Λώνης Μαριώ, μα εγώ αγαπάω το Θοδωράκη και μη σού ξεφύγει κουβέντα πουθενά.
Τώρα θα έχουν σοβαρό πρόβλημα, γιατί ο ανταγωνισμός της αγάπης και το πάθος του έρωτα σε κάνει θεριό ανήμερο.
Ο Λώνης θα μάθαινε το νέο, αν δεν το είχε μάθει κιόλας, ότι ο Θοδωράκης παντρεύεται και θά ´στελνε προξενητάδες το ταχύ στον πατέρα της, που θα δεχόταν αμέσως κι όσα παρακάλια και να τού ´κανε η Λενιώ θα πήγαιναν χαμένα κι όσο κι αν την αγαπούσε εκείνος, δε θ´άφηνε τη μοναχοκόρη του να μαραζώνει μ´έναν παντρεμένο.
Η Αυγή αποχωρίστηκε το ρόδινό της χρώμα και έφυγε μαζί της και το ντροπιαστικό κοκκίνισμα του Θοδωράκη.
Ο ήλιος είχε ανέβει μια οργυιά και τα πρόβατα ήσαν ακόμη μαντρωμένα.
-Γαβ, έκαμε ο Μπαγάσας και
-Πρέπει να φύγω Θοδωράκη, δεν τα ονειρευόμουνα έτσι τα πράματα του είπε απογοητευμένη, αλλά ανίκανη ν´αντισταθεί στον έρωτά του και στην αγάπη πού ´χε πλέξει με την αράχνη του μυαλού της και ήτανε κολλημένη στον ευαίσθητο ιστό, που ο Λώνης θά ´βρισκε την ευκαιρία να χαλάσει, να στραπατσάρει.
- Δε θέλω να στεναχωριέσαι, έχει ο Θεός της είπε!
Να προσευχηθείς, όπως θα κάμω κι εγώ κι η Παναγιά η Παρθένα θα βρει μια λύση και για μάς, της είπε και της άφησε το χέρι να κυλήσει τρυφερά από τις χούφτες του και τώρα πήρε μια κατακόρυφη βαρειά θέση δίπλα στο κορμί της.
-Αυτά τα ζόρια Θοδωράκη δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τ´αντέξω, του είπε και του γύρισε την πλάτη. Βαριά τα βήματά της την οδήγησαν στο γαλάρι τους.
Τα πρόβατα βέλαζαν στο μαντρί κι ο άσπρος σκύλος τους ο Λούρμπας, που ήτανε άγρυπνος και πιστός τους φύλακας, την υποδέχτηκε από τ´αγνάντιο με τρυφεράδες.
Ευτυχώς που δεν είχε μιλιά κι εκείνος σαν το Λώνη να τήνε μαρτυρήσει. Μόνο που ο Λούρμπας της, δεν θα την κατέδιδε ποτέ. Την αγαπούσε κι εκείνη τον λάτρευε και σ´αυτή τη σχέση δε χωρούσαν ζαβολιές.
Άνοιξε βαριεστημένα το μαντρί, βγήκανε όξω τα πρόβατα και πέσανε με τα μούτρα στο φαΐ. Σκορπίστηκαν λεύτερα δ´ούλο το χωράφι κι άλλοτε συγκεντρωμένα, άλλοτε σκόρπια, αφού το κουμανταδόρικο σφύριγμα της Λενιώς το σφράγισε η απονιά του κόσμου, που δε λογάριαζε τα αισθήματα τ´αλλουνού, που δεν ήξερε πως η αγάπη τρέφεται μονάχα με αγάπη και με απογόνους κι όχι προίκες και σκουτιά.
Έπιασε μια κοτρώνα κάτω από τον ίσκιο της χαρουπιάς, τράβηξε αμήχανα και από συνήθεια το πλεχτό της από το σακκούλι της, τ´ακούμπησε στα γόνατα, τύλιξε το χυμένο νήμα γύρω από το κουβάρι του, τράβηξε το βελονάκι πού ´ταν καρφωμένο στα σωθικά του και περασμένο στην τελευταία θηλειά του πλεξίματος που κράταγε τη συνέχειά του μα δε μπόραε να περάσει ούτε θηλειά. Τράβηξε λοιπόν το βελονάκι από τη θηλιά που την συγκρατούσε να μη ξεφτίσει, δίνοντας τράτο και σε κείνη να σταθεί απείραχτη μέχρι να ξαναβρεί το κέφι της και το στριφογύριζε πότε ανάμεσα στα δυο της δάχτυλα του δεξιού της χεριού, πότε τρίβοντάς το ανάμεσα στις στις δυο της χούφτες, αγναντεύοντας τα πέλαγα και ταξιδεύοντας σ´άλλους όσμους...
Η λαφίνα η Λενιώ με τη ζωντάνια και το καμάρι, με τη φλόγα και τα όνειρα, είχε καταντήσει άπραγη, χαμένη, αδύναμη, λυπημένη, γιατί ήξερε πως δε μπορεί να κάμει και πολλά για τούτη την αγάπη, ήξερε πως κανείς δε θα την καταλάβαινε κι ήξερε πως καμμιά θυσία δεν την έσωζε αν κι ο Θοδωράκης δεν ήθελε να θυσιαστούν μαζί, όπως ήθελε να ζήσουν μαζί.
Μεσημέριασε! Τα πρόβατα γύρεψαν στάλο κι έπιασαν τα γύρω δέντρα. Σταλίζανε μοναχά τους αναχαράζοντας το φαΐ τους και σε κάθε αναχάρασμα ένα μικρό γκλαν ...άφηναν τα κρεμασμένα κουδούνια στο λαιμό τους. Έμοιαζε με λυπητερή καμπάνα και η Λενιώ ένιωσε πως ταίριαζε πολύ με το κρακ της δικής της καρδιάς, γι αυτό έκατσε και το απολάμβανε, ανίκανη να κάμει ό,τιδήποτε άλλο.
Απόθηκε, διώχνοντάς το από τα γόνατά της, κατάχαμα το ταγάρι της κι ακούμπησε απάνου του το πλεκτό και το κουβάρι και δεν το έβαλε μέσα, δεν ξέρω γιατί, μάλλον από αδιαφορία, γιατί όλα τώρα της ήταν αδιάφορα κι έγειρε κι εκείνη, όπως ο Θοδωράκης το πρωί, πάνω στην επίπεδη πέτρα το κεφάλι της, βάζοντας για προσκέφαλο, όπως εκείνος το χέρι της το δεξί κι αποκοιμήθηκε μήπως και τ´όνειρο την πλανέψει κι ο ύπνος της γλυκάνει τον πόνο.
Ο Θοδωράκης στάλισε τα πρόβατα κι αντί να κάμει ίσια κάτου για το σπίτι του, έκαμε ίσια πέρα, κατά ´κεί που ήτανε το γαλάρι της Λενιώς.
Ο Λούρμπας τον γνώριζε και το γαύγισμά του δίπλα στο προσκεφάλι της αφεντικίνας του ήτανε καλωσοριστικό, του κούνησε μάλιστα και την ουρά του. Εκείνος του πήρε το κεφάλι ανάμεσα στις δυο του χούφτες, τον χάιδεψε κι ο Λούρμπας γρύλισε παρακαλετά, σα να τον ευχαριστούσε που πήγε κοντά στη Λενιώ του. Τον ελευθέρωσε κι έκατσε όρθιος χαζεύοντας και καμαρώνοντας μαζί την όμορφη αγαπημένη του και τ´όνειρο της πλάνης της ακουμπούσε το δικό του κι έγιναν δυο οι καημοί κι έγιναν δυο οι πόνοι.
Ο Λούρμπας πλησίασε τη Λενιώ και της έγλειψε το μάγουλο, δεν ήθελε να χάνουν στιγμές οι δυο αγαπημένοι. Ως φαίνεται και τα σκυλιά καταλαβαίνουν από αγάπη. Εκείνη μούγκρισε με κλειστά τα μάτια σα να τού ´λεγε τι θέλεις κι ο Λούρμπας ξαναγρύλισε και την ξανάγλειψε, παρακαλώντας την έτσι ν´ανοίξει τα μάτια της.
Με τις γροθιές της έτριψε τα μάτια της και τ´άνοιξε σ´έναν κόσμο όνειρου, που η πνιγηρή και δύσφορη ζέστη του αρχόμενου φθινόπωρου τόκανε ψεύτικο για αληθινότερο, δεν ήξερε!
Πετάχτηκε με μιας κι έπεσε στην έτοιμη, στην ανοιγμένη κιόλας αγκαλιά του Θοδωράκη. Πέταξε το μαντήλι της κι εκείνος την τραγιάσκα του κι έσμιξε ο ιδρώτας τους και τα χείλια τους σ´ένα παθιασμένο φιλί κι η αγάπη χαμογελούσε κι ο Λούρμπας μαζί και τό ´δειχνε με το να γρυλίζει και να στριφογυρίζει τη γλώσσα του ζηλιάρικα και να κουνάει αγαπησιάρικα και συγκαταβατικά την ουρά του.
Όταν το Λαοκόντειο συνοθύλευμα κιότεψε τον πόθο του, ήρθανε κι αποχωριστήκανε τα χείλια μ´ένα τραβηχτό, σουρτό ξεμονάχισμα, που όμως είχαν υπογράψει ένα αιώνιο συμβόλαιο με την καρδιά. Δεν έβγαλε κανένας τους μιλιά. Σήμερα μιλήσανε τα κορμιά και τα χείλια, σήμερα σείστηκε συθέμελα το είναι δύο ανθρώπων, που ένιωθαν πως η ελευθερία τους διακυβεύεται και ήθελαν να την κρατήσουν για πάντα δική τους.
Το απέδειξαν με το πέταγμα της ψυχής τους, το ένιωσαν με το σμίξιμο των κορμιών τους.
Τώρα, ας κάνουν ό,τι θέλουν οι πατεράδες τους.
Στο μεταξύ η Γιωργίτσα, σαν προξενήτρα, αλλά και σα συμπεθέρα τώρα πια, μαγείρεψε στα γρήγορα λίγο κολοκυθομαγέρεμα που βρήκε στον κήπο της και πάλι καλά έτσι αφρόντιστο κι ανοικοκύρευτο που τον είχε, δεν της άφηναν καιρό τα προξενιά και τράβηξε ίσια κατά του Αναστάση . Όμως σκέφτεται στο δρόμο που πάει πως με το γερό χαρτζιλίκωμα που πήρε από την ανηψιά, δούλεψε βέβαια γι αυτό και με το παραπάνω, δεν είχε ανάγκη κανέναν, αγόραζε ό,τι ήθελε.
Βρίσκει τη Διονυσούλα να συγυριέται στην αυλή. Είχανε μείνει άτσαλιές από τα χτες και σαν καλονοικοκυρά που ήτανε δεν ήθελε αταξίες. Μέριασε τη στάχτη από το φούρνο και τη σκόρπισε στον κήπο, κάνει καλό στα φυτά, σκούπισε καλά το περβάζι του, τον σφράγισε με το τσίγκινο πορτάκι του, που τό ´πιασε από το ημικύκλιο χερούλι του, τάισε τις κότες της, μάζεψε τ´ αυγά από τις φωλιές και πριν κάμει όλα τούτα είχε φουντώσει και το χαρανί, έφτιαξε αλυσίβα, τράβηξε τη σκάφη κι ετοιμαζόταν να πλύνει τις μεσάλες και τις πουκαμίσες των αντρών της και τα σεντόνια, που με την ευκαιρία πού ´χανε μπανιαριστεί τ´άλλαξε, να φρεσκαριστούνε κι αυτά. Ξεχώρισε τα χρωματιστά από τ´άσπρα άφηκε τ´άσπρα μέσα στη σκάφη με το σαπουνόνερο να μουλιάσουν και μπήκε μέσα να σαρώσει το σπίτι και να στρώσει τα κρεβάτια.
Ο Νικολάκης με την αδερφή του είχανε πάει στα χωράφια και η Νικολέττα δε γινόταν να της δώκει χέρι.
Έβαλε στο τσουκάλι ρεβύθια μουλιασμένα από τα χτες, μ´όλη της τη φασαρία το είχε φροντίσει κι αυτό, να σιγοβράζουν και ρίχτηκε με τα μούτρα απάνω στη σκάφη να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα.
Τότε ήταν που άκουσε ένα χαρχάλεμα και χωρίς να σηκώσει κεφάλι:
- Έλα, Νικολέττα, πάρε μια ανάσα κι έλα να με βοηθήκεις, παιδάκι μου, δεν τις κεφαλώνω τις ρημάδες κι ανασηκώνει το κορμί, στρίβει κεφάλι, μα αντί για Νικολέττα βλέπει Γιωργίτσα.
-Εγώ είναι μωρή, της λέει, ήρθα να κουβεντιάσουμε τα όμορφα τα χτεσινά. Όσο κι αν η ευγένεια χαρακτήριζε τη Διονυσούλα...
-Δε μπορώ τώρα Γιωργίτσα, έλα άλλη ώρα, πνίγουμαι και συνέχισε τη δουλειά της και σκέφτηκε μαζί:
Ετούτα θά ´χω τώρα; Συφορά μου! Απόχτησα κι ελεχτή!
Το απόγιομα προς το βραδάκι πίσω εκεί η Γιωργίτσα. Δεν την έπαιρνε τη Διονυσούλα, έδειξε συγκαταβατική, είχε τελέψει και τις πολλές δουλειές της, άντε ευκαιρία ήτανε να ξαποστάσει και κείνη λιγουλάκι.
Της πρόσφερε σκαμνί, έκοψε κι ένα σταφύλι ροζακί από την κληματαριά της, ένα τσουπωτό σκληρόρωγο πρασινορόδινο σταφύλαρο, τό ´πλυνε, το τίναξε και τ´ακούμπησε στο τσίγκινο πιάτο. Τσιμπολογώντας τις γουλές ρώγες του οι δυο γυναίκες έκαμψαν κριτική για τα ειδωσίματα και τη ρώτησε η Γιωργίτσα για το πώς είδανε την κατούντα της νύφης.
-Ούλα καλά Γιωργίτσα μου, μοναχά η νύφη είναι λοβούλα.
-Τι λες, μωρή; Και το χρύσωμά της δεν το λογαριάζεις; Και την αξιοσύνη της; Κάνει τούτο, κάνει τ´άλλο κι αράδιαζε προσόντα η Γιωργίτσα υπαρχτά κι ανύπαρχτα.
Την καλοκαρδία της, την αφήνεις απ´όξω, μωρή; Δε θα σού βγάλει γλώσσα ,θα την έχεις βοηθό.
Της λείπει μια στάλα μπόι και την έβγαλες σκάρτη;
Άστα τώρα, Διονυσούλα τα Ρωμαίικα, να πιάσουμε τα Φράγκικα!
Την Κυριακή να πάει ο Θοδωράκης να τήνε βγάλει στην εκκλησιά και στερνά να τήνε βγάλει μια βόλτα να τους ιδούνε μαζί κι εδώ, να πάρουνε κι ´πίσημα τις ευκές των χωριανών τους τα παιδιά και να πάψουμε τα ψου, ψου,ψου από τριγύρω.
Ο Αναστάσης και συ τα ξέρουτε, πώς και δεν το σφυρίξατε στο Θοδωράκη;
-Ούλα με τον καιρό τους και με την απόφασή μας. Εσένα τι σε κόφτει Γιωργίτσα και τι βιάζεσαι;
-Εμεένα τιίποτα ! Έτσι είναι το πρεπούμενο.
Τα πρεπούμενα γίνανε κι όσα δεν έγιναν, θα γένουν. Πες τίποτ´άλλο.
-Τι άλλο, Διονυσούλα; Υπάρχει τίποτα καλύτερο απ´αυτό;
- Αφού πας γυρεύοντας, γιατί δε μας προξένεψες μια από τις όμορφες, αφού ήξερες πόσο λεβέντης είναι ο Θοδωράκης μας;
-Μπο, μπο, μπο, συφορά μου! Μιλάς σα να μη ξέρεις τα έθιμα! Η Θοδώρα δεν είναι πρώτη στη σειρά; Τι θά ´λεγε ο Φώτης ο ξάδερφός μου αν του ξεχώριζα τις τσούπρες του; Και η μάνα τους τι θά ´λεγε;
Την αποστόμωσε τη Διονυσούλα η κοφτοράφτρα!
Από πέρα φάνηκε ο Αναστάσης, είχε πάει να βολέψει τ´άλογα κι έπιασε την κουβέντα, όπως είπε αργότερα στη Διονυσούλα με τον παπά και τον πρόεδρο, που τους εσυνάντησε στο μαγαζί.
-Βρε, καλώς τον Αναστάση! Καλώς τον συμπέθερο!
-Γεια σας και μετρημένα τα λόγια σου, Γιωργίτσα.
-Πώς μιλάς έτσι Αναστάση μου, δεν είσαι φχαρστημένος;
-Όλα καλά, της λέει κοφτά και στρίβει από τη συντροφιά, γιατί δε θέλει πολλά-πολλά.
Το μυαλό του ντριβέλιζε για το αν έπραξε καλά ή άσκημα.
Νιός υπήρξε και τούτος και γνώριζε της καρδιάς τη λάβρα.
Εκείνο το ,,πατέρα,, του Θοδωράκη στο σπίτι της νύφης, καρφί σουβλερό καρφώθηκε στα σωθικά του και σε καμμία περίφτωση δεν ήθελε να πάρει στο λαιμό του το παιδί του.
Μήπως φέρθηκε επιπόλαια; Μήπως παραβιάστηκε; Μήπως λογάριασε μόνο την προίκα και τίποτ´άλλο;
Και συ ρε, Θοδωράκη, κατόπιν γιορτής βρήκες να μου ειπείς... ,,πατέρα,, σε μια τέτοια ώρα;
Κι αν μου τό ´λεγε νωρίς θα τον καταλάβαινα; σκέφτηκε.
Και δος του ντριβέλισμα ο νους του.
-Διονυσούλα, βάλε μου κάτι να φάου, να ξαπλώσω δεν έχω διάθεση.
-Τι έπαθες,Αναστάση μου;  Έρχουμαι!
-Να με συμπαθάς, Γιωργίτσα, Άμε στο καλό, είπε και της -εδίπλωσε στην ποδιά της το υπόλοιπο σταφύλι.
Καληνύχτισε η Γιωργίτσα, μα τα βλεπούνενα δεν της άρεσαν καθόλου. Κάτι έπρεπε να κάμει.
Δε θα ξημέρωνε; Θα πήγαινε στη Σουλτάνα! Εκείνη ήξερε τι να κάμει! Έπρεπε να ενισχύσει την κατάσταση.
Στην Καλύδωνα τα πράγματα βαίνουν όμαλά. Το νέο διαδόθηκε και οι ευχές για το λογοδόσιμο της Θοδώρας πάνε κι έρχουνται. Εκείνη την ξέρουνε! Όσοι είδανε έστω και κλεφτά το Θοδωράκη, κατάλαβαν τι ντεφατίκι ήταν και το διέδωσαν παντού.
Η Θοδώρα γύριζε στις γειτονιές και στα μαγαζιά τάχατες για δουλειές, για να της πιάνουν κουβέντα και κείνη μετά χαράς ν´απαντάει σ´ούλες τους τις ερωτήσεις.
- Και πότε θα τον κυκλοφορήσεις Θοδώρα στο χωριό;
-Την άλλη Κυριακή που θ´αρρεβωνιάσουμε θειά. κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Η Σουλτάνα δεν τα είδε καλά τα πράγματα και μαζί με τη Γιωργίτσα κατάστρωσαν σχέδιο χωρίς να ειπούνε τίποτα στης Θοδώρας την οικογένεια.
Η Σουλτάνα ετοίμασε το ,,γιατρικό,, και η Γιωργίτσα έπρεπε να βρει τρόπο να του το ρίξει στο νερό του, στον καφέ του, στο φαΐ του! Όπου ήθελε, αρκεί να ήτανε στον ιδιανό παρόντα.
-Δύσκολα μου βάνεις, Σουλτάνα μου!
-Έξυπνη είσαι, θα βρεις τον τρόπο.
- Φχαριστώ, τόλμησε να ειπεί η Γιωργίτσα.
-Μη λες φχαριστώ και τράβα στο καλό της είπε η Σουλτάνα κι όταν ούλα με το καλό στεριώσουν μη με ξεχάσεις .
-Εφτούνο σκέφτεσαι μωρή Σουλτάνα; Ό,τι μου δώκουνε θα το μοιραστούμε, είπε, τη χαιρέτησε κι έφυγε να μη νυχτιώσει. Καλοπέρασε η κυρία ούλη την ημέρα στη Σουλτάνα κι εκείνη τη βαρέθηκε, όπως κι ο καθένας που έχει τις δουλειές του και δεν είναι ρέμπελος σαν τη Γιωργίτσα.
Γιατί η Σουλτάνα είναι μάγισσα, αλλά σα Σμυρνιά είναι και άξια νοικοκυρά.
Ο Θοδωράκης, δε μιλιότανε το παιδί σαν μαζεύτηκε στο σπίτι του. Το κατάλαβαν τ´αδέρφια του, η μάνα του, ο πατέρας του, ούλοι. Μα ούλοι έκαμαν πως δεν κατάλαβαν.
Η μάνα όμως σαν ούλοι αποτραβήχτηκαν στις δουλειές τους, τον πλησίασε, του χάϊδεψε τα μαλλιά και τον ρώτησε:
-Τι έχεις γιόκα μου; Γιατί είσαι έτσι, παιδάκι μου;
Μπας και είσαι άρρωστος; Τι έχεις ψυχούλα μου;
Μίλα στη μάνα σου, παιδάκι μου.
-Τίποτα, μάνα, καλά είμαι, άσε με.
Χίλιες φορές στα παρακάλια της είπε να ενδώσει ο Θοδωράκης, μα τα λόγια δεν έβγαιναν από τα χείλη του, ο καημός τα είχε σφραγισμένα, όμως εκείνο το χάδι της μάνας του ήτανε βάλσαμο για κείνον.
Με βαρειά καρδιά πήγαινε στα πρόβατα μα η λαχτάρα πως θ´αντίκρυζε τη Λενιώ του έστω και συνοδευόμενη από τον αδερφό της ή τον πατέρα της του έκανε καλό.
-Πρέπει να πας με τον πατέρα σου μια βόλτα ίσαμε την Καλύδωνα του ξεφουρνίζει. Και κείνοι οι αντρώποι καρτερούνε, παιδάκι μου. Πρέπει να πας.
-Δε με παρατάς ρε μάνα; Δε θέλω να πάω πουθενά.
-Σιγά, παιδάκι μου, σιγά. Μη μας ακούσει ο πατέρας σου και γίνει θεριό.
Τι έχεις Θοδωράκη μου, δε σ´αρέσει η Θοδώρα; Εντάξει. Της λείπει λίγο μπόι, αλλά είναι καλή τσούπρα, παιδάκι μου. Είναι από καλή γενιά, είναι παστρικιά, μακρυμαλλούσα, πεταχτούλα και νοικοκυρούλα. Εγώ πρόσεχα πως κράταγε το δίσκο, πόσο νοικοκυρεμένο το δισκόπανο, λαμποκοπούσαν τ´ασημένια κουταλάκια· και το γλυκό γυιόκα μου μοναχή της τό ´φτιαξε, το είπε η Γιωργίτσα κι από μέσα της σκεφτόταν: τι του λέω του παιδιού, αφού το είπε η Γιωργίτσα είναι τόσο αλήθεια όσο κι ένα τρανό ψέμα. Μα εγώ στέκω στο ότι είναι σεβαστική, αυτό δε μπορεί το πρόσεξες, του λέει πειθευτικά, αλλά με δόση καταλαγιαστικής πονηράδας. Είναι από νοικοκυρόσπιτο, παιδάκι μου, είπε κι εσιώπησε.
-Εγώ, μάνα, άλλη αγαπώ και κείνη κλαίει τώρα, όπως κι εγώ, μα ποιός μας καταλαβαίνει;
-Σώπα ψυχή μου... και τον χάιδευε και τον φίλαγε.
Σώπα τζάνεμ´, σώπα τζιβαέρι μου.
Και ποια αγαπάς, παιδάκι μου, πέστο σε μένα να ξαλαφρώσεις, που είμαι η μάνα σου και σε καταλαβαίνω!
-Ποιο το νόημα να ξέρεις; Δε σου λέω! Δεν ξεφτιλίζω την ψυχή μου, που της την έχω δώκει ούτε την ίδια ξεφτιλίζω.
Με πήρατε στο λαιμό σας μάνα!
-Μπο, μπο, συφορά μου η άμοιρη! Τί ´ναι τούτα π´ακώ;
Πώς θα ζιώ μ´αυτόν τον καημό από δω κι ομπρός;
Μπήκε μέσα ο Αναστάσης ο οποίος ξανασηκώθηκε και πήγε πίσω μια βόλτα ίσιαμε το μαγαζί και με την επιστροφή σίγησαν οι κουβέντες, μα ο καημός σιγόκαιγε τα σωθικά, δεν τον έβλεπε κανείς για να τόνε σιγάσει. Μοναχά ο Θοδωράκης και η Λενιώ. Μα κείνοι καίγουνται. Καίγουνται στη φλόγα της αγάπης τους.
Να σου και η Νικολέττα, μπήκε και κείνη σε μια ώρα δύσκολη για τη Διονυσούλα, που δε μπόρεσε να καμουφλάρει τον καημό της κι έτσι εκείνη τη ρωτάει:
-Τι έγινε μάνα; Τι γένεται; Τι έχει ο Θοδωράκης;
Καημό έχει βαϊζούλα μου, καημό! Κι έστριψε να συνδράμει τον Αναστάση, που καρτέραγε από ´κεί!
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΦΑΝΕΡΩΜΑΤΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΩΡΑ -ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Η Διονυσούλα παίδευε το μυαλό της να βρει τρόπο να μιλήσει με τον Αναστάση για τον σεβντά του Θοδωράκη, μα ήτανε τόσο δύσκολο όσο αν σου λέγανε να σηκώσεις ένα νταμάρι με τα δυο σου δάχτυλα! Προσπαθούσε να είναι φυσιολογική μπροστά του μα στα ξεμοναχιασματά της όλο ,,χούλιζε,, και την έγνοια της την είχε στο παιδί. Η ίδια δεν καταλάβαινε από σεβντά, γιατί ο πατέρας της την πάντρεψε μικρή και δεν είχε προλάβει να νιώσει τι θα πει αγαπητικός και τούτο που έζησε σαν παντρεμένη μάλλον δεν ήτανε σεβντάς παρ´ ότι έζησε καλά τη ζωή της δίπλα στον Αναστάση ίσαμε τα τώρα.
Ξημέρωσε Κυριακή!
Ξύπνα τόνε, λέει επιτακτικά στη γυναίκα του ο Αναστάσης και στείλε το Νικολάκη στα ζωντανά. Με το Θοδωράκη θα πάμε στην Καλύδωνα.
Πώς να το κάμει ετούτο η Διονυσούλα, με ποιά καρδιά; Του Αναστάση μια ζωή χατήρι δεν του χάλασε, μα τώρα όχι,δε θέλει να του το κάμει. Ας είχε εκείνος έξ´ολοκλήρου την ευθύνη. Αφέντης σ´ούλα, αφέντης και σε τούτο. Εκείνη μονάχα να τόνε σταματήκει θέλει, να δώκει χρόνο στο παιδί, χρόνο στην αγάπη. ,,Νίπτει τας χείρας της,, τώρα που ξέρει τον καημό του δε μπορεί να τόνε θάψει.
-Δεν πας εσύ, Αναστάση μου, είμαι ,,λεμουχρισμένη,, από τα γουρούνια, δεν τέλεψα ακόμα κι αρπάζει τη ,,βεδούρα,, με το ,,πλύμα,, τάχατες να το πάει εκεί κι απομακρύνεται από το σπίτι.
Πώς τόλμησε κι είπε τέτοια κουβέντα και δεν την αποπήρε ο Αναστάσης ούτε κι εκείνη δεν το κατάλαβε. Δεν την αποπήρε όμως, πράμα που λέει πως κι ο δικός του νους περιπλανιέται κι η δική του πατρική αγάπη βρίσκεται σε έξαρση μα άντρας είναι και τίποτα δεν τ´αλλάζει αυτό. Αν δείξει επηρεασμένος θα του πάρουνε τον αέρα παιδιά και γυναίκα κι άντε συμμάζευτους μετά.
Ακούμπησε παράμερα τον κουβά και πήρε απ´αλάργα στο κατόπι τον Αναστάση. Τον είδε που μπήκε στην κάμαρα του Θοδωρή. Βλέπει που τον σκουντάει.
-Σήκω ρε! Σήκω κι ετοιμάσου! Θα πάμε κάτου. Οι αντρώποι καρτεράνε, είπε μα ήτανε έτοιμος να βάλει τα ,,κλάηματα,,.
Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση! Όσο κουνήθηκε ο τοίχος άλλο τόσο κι ο Θοδωράκης.
Του δίνει μια τσιμπιά στο μάγουλο πατρική της αγάπης, αλλά και της διαταγής, πάλι τίποτα. Του βάνει το χέρι στο κούτελο, καίει και φλέγεται! Η Διονυσούλα αναθάρρησε μιας και είδε τούτες τις κινήσεις, που δεν τον είχε ιδωμένο ίσα με τα τώρα να τις έχει ξανακαμωμένο και πλησίασε κοντά του.
-Τι έχει τούτος, μωρή Διονυσούλα; Είναι άρρωστος;
-Βαριά, Αναστάση μου, βαριά και αρρώστια που δε γιατρεύεται έχει. Έτσι που τα κάμαμε... μουρμούρισε από μέσα της σχεδόν.
-Μίλα καθαρά, μωρή, τι έχει;
Η Διονυσούλα βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε.
-Σεβντά, Αναστάση μου, σεβντά !
Έκαμε πως δεν καταλάβαινε ο Αναστάσης.
-Τι λες μωρή, με ποιά;
-Μάιδε ξέρω, μα μήτε θα μάθω, δε λέει.
-Σήκω απάνου Θοδωράκη, μην αρχινήσω τα γαμοσταυρίδια...
Τού ´δωκε λίγο τράτο κι ο Θοδωράκης σα σεβαστικό παιδί κι ενάντια στην ωριμότητα των είκοσι πέντε χρόνων του, έδωκε μια και σηκώθηκε απάνου κι ανακάθισε στο κρεββάτι του με τα πόδια του ενωμένα σφιχτά σα νά ´τανε γυναίκα. Έβαλε το κεφάλι χάμου σα σχολιαρόπαιδο μαλωμένο, που δεν είχε το δικαίωμα ν´αμφισβητήσει το δάσκαλο και με τα χέρια σταυρωμένα κι ακουμπημένα έτσι άπραγα απάνου στα σφιχτά μπούτια του, που ήτανε σκεπασμένα με το μπαμπακερό σοβράκι καρτέραγε την ποινή του.
Ούτε χάδια όπως η μάνα του ούτε ερώτηση καμμιά για το ποια είναι η λεγάμενη ούτε τίποτα παρά μονάχα....
-Ντύσου, φύγαμε του λέει.
Ούτε τη Γιωργίτσα είχανε ,,διοπηγήσει,, ότι θα παένανε κάτου ούτε κανέναν. Κι εκείνη που έψαχνε τρόπο να πετύχει το Θοδωράκη μοναχό, για να του ρίξει το δικό της γιατρικό στο φαΐ του; Την Κυριακή πού ´τανε σκόλη την καρτέραγε σα μεγάλη Λαμπρή και τώρα τα περίφημα σχεδιά της θα ναυαγούσαν!
-Δεν πάου πουθενά πατέρα, τόλμησε να ειπεί αποφασιστικά ετούτη τη φορά ο Θοδωράκης.
-Τι κουβέντες είναι τούτες, ρε αμάλλιαγο; Πώς μιλάς έτσι στον πατέρα σου;
-Δεν πάου! Τ´αποφάσισα! Αγαπάου άλλη! Δεν τη θέλω τη Θοδώρα!
-Τη θέλεις, δεν τη θέλεις δεν αλλάζει τίποτα. ´Τοιμάσου! είπε και όπως έστριψε να φύγει τα μάτια του γιομίσανε δάκρυα, τα είδε η Διονυσούλα που καρτέραγε σιμά.
Έφυγε και κείνη τον πήρε κατά πόδι.
-Αναστάση μου, αφέντη μου, καλέ μου! ,,Γλέπω,, την καρδούλα σου και σένανε πονάει, δε πάει στα κομμάτια, χάλασέ το το προξενειό, δεν έγινε και τίποτα! Θα ειπούνε πως δεν τα βρήκαμε!
-Αν ήτανε για τη δική μας τσιούπα θα σ´άρεσε Διονυσούλα να μας είχανε φέρει σε τέτοια αναστάτωση τη ,,στιμή,, που συμφωνήσαμε σ´ούλα; Τώρα εκείνοι καρτεράνε τον πηγαιμό μας.
-Μην πάτε, θα καταλάβουν, του είπε.
-Αυτό δε γένεται. Θα πάμε, έχουμε δώκει λόγο και ,,συφωνία,,. Κι αν είναι από Θεού να μη γένει θα φέρουμε αντίσκωμα.
-Να το φέρεις τώρα το αντίσκωμα και να φωνάξουμε τη Γιωργίτσα να τους το μηνύσει.
-Εγώ το λόγο μου θα τον κρατήσω, μα η καρδιά μου θα δείξει ότι κάτι έχει αλλάξει να γυρέψουνε από μοναχοί τους τη ,,μάτιωση,,. Βάλε τώρα να πιούμε μια στάλα γάλα, αν άρμεξες τη γίδα, αλλιώς τράβα άρμεχτη κι ετοίμασε τα σκουτιά μου. Δεν την έπαιρνε να συνεχίσει τη Διονυσούλα.
-Στις διαταές σου, Αναστάση μου.
Ετοίμασε τα σκουτιά και των δυονών τους και καρτέραγε την εξέλιξη.
Ο Θοδωράκης σηκώθηκε σα σεβαστικό παιδί που ήταν, ντύθηκε όπως όταν πήγαινε στα πρόβατα, παρουσιάστηκε στον πατέρα του και του είπε:
-Στις προσταγές σου πατέρα! Κι έβαλε ξανά χάμου το κεφάλι.
Τον κοίταξε ο Αναστάσης, έτοιμος είναι να του ειπεί: άϊντε γιόκα μου στα πρόβατα και πάρε όποια αγαπάς. Κι από μέσα του: Ανάθεμα την ,,κενωνία,,! Ανάθεμα που με κόβει στα δύο.
-Έτσι θα ´ρθείς ορέ; Με τα σκουτιά της στάνης;
-Καθαρά είναι απάντησε κοφτά.
Μα ούτε κι ο Αναστάσης φόρεσε τη φουστανέλα του, όπως έκανε πάντα, άμα πήγαινε ,,πίσκεψη,, και μάλιστα τέτοια ,,´πίσκεψη,,. Ήτανε δείγμα κατανόησης προς το γυιό του, ήτανε δείγμα πένθους για τη ζαβή απόφαση πού ´χε παρμένο και ήτανε αποφασισμένος να θυσιάσει το Θοδωράκη ή ήτανε το σκεφτικό του να ,,τα χαλάσει,, , όπως άφησε να φανεί στην κουβέντα του με τη γυναίκα του;
Ποιός ήξερε; Ό,τι και νά ´τανε, κακά ήτανε τα μαντάτα, αφού γνώμη δεν άλλαζε. Ήτανε μπεσαλής αυτός και το λόγο του δεν τόνε μαγάριζε.
Ο Θοδωράκης έγραφε κι απόγραφε μαζί με τη μοίρα του και την πατρική θέληση και κουμάντο μαζί στη δική του ζωή.
-Νικολέττα, έτοιμα τ´άλογα;
Η Νικολέττα κατά διαταγή του επίσης, ετοίμασε τ´άλογα με τα ριγέ κιλίμια στα σαμάρια, το ντορβά με την ,,ταή,, τους και με τις καπιστράνες λυτές, καρτέραγαν στην αυλή τους καβαλάρηδες.
Με βαρειά καρδιά ανεβήκανε κι οι δυο. Η ροδαυγή χάιδευε τον άγουρο καημό του Θοδωράκη μ´ένα θώπεμα γιατρικό και μια δροσιά λυτρωμού.
Σ´ούλο το δρόμο πήγαιναν αμίλητοι σαν ξένοι με το τραγούδι του κούκου να ,,ρουπώνει,, ακόμα πιο πολύ τα στόματά τους.
Στην περδικόβρυση σταμάτησαν, πρόγγιξαν μάλιστα δυο μπουλούκια πέρδικες, που είχαν κατηφορήσει με το γλυκοχάραμα να ποτίσουν τα μεγαλωμένα πλέον περδικόπουλά τους. Ήτανε τόσο όμορφη αυτή η εικόνα που έκαμε τον Αναστάση να ειπεί:
,,Η πέρδικα κι η κοπελιά είναι κακό κυνήγι
θέλει στα γρήγορα φωτιά μη σηκωθεί και φύγει,,
κι απολάμβανε το άτακτο πέταγμα μερικών και το γρήγορο περπάτημα κάποιων άλλων. Κι ο Θοδωράκης απόλαυσε στα μουγγά αυτό το υπέροχο θέαμα που το θεώρησε μάλιστα και καλό, ,,συναπάντημα,,.
Αυτό έκαμε το Θοδωράκη να θυμώσει με τον πατέρα του και να σκεφτεί: Με καταλαβαίνει! Αλλιώς γιατί να πει αυτές τις κουβέντες, μπορούσε να σιωπήσει. Αναθάρεψε και σκέφτηκε πως ίσως ο πατέρας του είχε το σκοπό του μα ούτε τόλμησε να ρωτήσει.Το κράτησε για τον εαυτό του.
Επέτρεψαν, έτσι καβάλα, στ´άλογα να πιούν νερό και συνέχισαν πάλι αμίλητοι το ταξίδι τους.
Ξεπεζέψανε κατ´ ,,ευτείαν,, στην εκκλησιά. Δέσανε τα ζα σε μια δεντρωμένη κουμαριά, που βρισκόταν πιο πέρα από το προαύλιο της εκκλησιάς και μπήκανε. Φτάσανε λίγο μετά την τρίτη καμπάνα, που ήτανε η καλύτερη ώρα για να πάει κανείς στην εκκλησιά.
Ανάψανε κερί και στάθηκαν μ´ευλάβεια δίπλα-δίπλα στη θέση των αντρών σε δύο συνεχόμενα στασίδια. Ο Θοδωράκης ούτε που ανέβηκε στο στασίδι του, κάθισε όρθιος κοντά στον πατέρα του αμίλητος και σοβαρός και μόνο λογοδοσμένο άντρα δε μαρτύραγε η θωρειά του.
Η Θοδώρα βρισκόταν ήδη με την τρίτη καμπάνα στην εκκλησιά και λίγο πριν χτυπήσει μάλιστα, ήξερε να υπολογίζει το χρόνο, η Θοδώρα ήταν αληθινό χρονόμετρο ένα προσόν ακόμα που η Γιωργίτσα δεν είχε αναφέρει, δε θα το ήξερε φαίνεται...
Τράβα τσούπα μου, της είχε ειπεί η μάνα της, τράβα νά ´χεις την ευλογία του Θεού στο νέο σου ξεκίνημα και να τόνε φχαρστήσεις για την καλή σου μοίρα.
Η Θοδώρα πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησιά και κάθε σχόλη. Σπάνια να μην επήγαινε. Μοναχά τις ημέρες, αν τύχαινε, που ήτανε ,,μαγαρισμένη,,! Της άρεσε να φοράει τα καλά της φορέματα, που τ´άλλαζε κάθε τόσο και με λυγεράδα και χάρη, έτσι ήτανε στ´αλήθεια της η Θοδώρα, μη κοιτάτε που στα ειδωσίματα το ´παιζε ταπεινή, γιατί της το είχε ζητήσει η Γιωργίτσα και πήγαινε όπου γιορτή και σχόλη.
Σήμερα όμως θα προτιμούσε να μην είχε πάει. Εκείνη λαχτάρησε που είδε έτσι ξαφνικά μπροστά της το Θοδωρή και ´κείνος δεν της έριξε ούτε μια ματιά, έτσι για το καλό.
Ποια καλή της μοίρα λοιπόν που της έλεγε η μάνα της; Εκείνη ήθελε να τον ,,έδει,, χαμογελαστό και με τα καλά του, να λάμψει η εκκλησιά με την παρουσία του, όπως ήτανε τότενες που ήρθε να τη γυρέψει και να σταθεί κοντά του βασίλισσα κυρά χαμογελαστή και να λέει φχαριστώ με γεμάτο το στόμα σ´όσους, σ´όλους δηλαδή, που θα τους εύχονταν.. Δεν ήθελε να βγάλει άγουρα συμπεράσματα, αλλά κάτι της βρώμαγε. Κράτησε το κεφάλι σκυμμένο και συγκεντρωμένη στον εαυτό της δεν έπαψε να παρακαλάει την Παναγία να κάνει αυτή λάθος και να είναι ούλα καλά.
Κάπου-κάπου σήκωνε το κεφάλι και κοίταγε το Θοδωρή μα η όψη του δεν της εμαρτύραγε καλά πράματα. Σκέφτηκε όμως πως μπορεί να υπήρχε άλλος λόγος και όλο αυτό που έβλεπε, αυτή η παντελής αδιαφορία να μην είχε σχέση μ´εκείνη.
Η εκκλησιά σχόλασε. Πήρανε αντίδωρο και βγήκανε στο προαύλιο. Ο Αναστάσης με το Θοδωράκη πλησίασαν τη Θοδώρα. Εκείνη φίλησε το χέρι του Αναστάση, έτσι δείχνανε το σεβασμό τους εκείνο τον καιρό και καρτέραγε μια χειρονομία και ένα χαμόγελο και από το Θοδωράκη. Μα τίποτα. Μούγκα! Τα χέρια του κολλημένα σχεδόν στο κορμί του και το κεφάλι χάμου, άντρας πράμα.
Το γυναικοσούσουρο, αλλά και καμπόσοι άντρες είχανε αρχινίσει να κριτικάρουνε το ντύμα τους, από μέσα την εκκλησία ακόμα που τους είδαν και η ίδια η Θοδώρα ένιωθε ντροπή, μα ο Θοδωράκης νιος κι όμορφος ήτανε και με τούτα τα σκουτιά και παρηγορήθηκε λιγουλάκι. Και σαν τον είδε για ένα λεφτό να σηκώνει το κεφάλι τον κοίταξε κατάματα η Θοδώρα κι εκείνος αμήχανα της πρότεινε το χέρι. Ήτανε παγωμένο κι ,,άταρο,, εκείνο το χέρι, δεν ήτανε χέρι άντρα νταυρωμένου που λαχτάραγε κορμί.
,,Φίδια που τη φάγανε,, ,, Φίδια που τη ζώσανε,, τη Θοδώρα μα κουβέντα δεν έπαιρνε να πει.
Δεχτήκανε τις ευκές του κόσμου και τραβήξανε σχεδόν αμίλητοι για το πατρικό της. Την παραδώσανε, λες κι εχρειαζότανε κι είπε ο Αναστάσης πως μοναχά έναν καφέ θα πιούνε και θα φύγουνε. Δε θα μείνουνε για φαΐ, γιατί τους καρτεράει δουλειά.
Τους καλοδεχτήκανε στο σπιτικό της μα εκείνοι κάθισαν σαν ξένοι, χωρίς καμμιά οικειότητα, χωρίς κανένα ενδιαφέρον.
Η Θοδώρα τράταρε καφέ και φρέκια μηλόπιτα, που είχε φτιάξει η μάνα της και μετά βίας είπανε στην υγειά σας, δεν έδωκαν ούτε μια ευχή για την περίσταση. ,,Κύριε ελέησον,, σκέφτηκαν όλοι της οικογένειας. Η Θοδώρα ακούμπησε το δίσκο και κάθισε κοντά τους με σκυμμένο το κεφάλι καρτερώντας κάποιος να της απευθύνει το λόγο. Τη βάραινε τούτη η κατάσταση τη Θοδώρα, που ήτανε χαρωπή και πεταχτούλα στην καθημερινότητά της κι αυτά μαζί με τα όμορφα σκουτιά της ήσαν τα μοναδικά της ατού μαζί και οι μακριές καλοπλεγμένες πλεξούδες της. Ήτανε σα να την είχες κλεισμένη σε φυλακή κι ας βρισκόταν μέσα στο ίδιο της το σπίτι, που το είχε γιομίσει από παιδάκι ακόμα με τις τρελίτσες και τις σκανταλιές της. Μα, να ,, ντιριέται να μιλήσει,, ,να μην την κοιτάει και να μην την αγγίζει ο άνθρωπος που θα πέρναγε μαζί του τη ζωή της; Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν δεν την ήθελε, γιατί ήρθε και τη γύρεψε;
Είπανε οι άντρες μεταξύ τους δυο κουβέντες ξεκάρφωτες και βιάστηκαν να χαιρετήσουν και να πάρουν το δρόμο του γυρισμού. Να καταλάβετε, τα ζα τ´άφηκαν στην εκκλησία δεμένα στην κουμαριά κι ούτε την ,, ταή ,, τους τούς βάλανε να φάνε. Στην προθυμία του πατέρα της Θοδώρας να πάει να τα φέρει στο σπίτι αντιτάχτηκε η άρνηση του Αναστάση.
Ούτε τη μοσκοβολιστή μηλόπιτα καταδεχτήκανε που ´στειλε στη συμπεθέρα της η μάνα της νύφης ούτε και φέρανε το κάτι τι τους σε νύφη πράμα που ήρθανε. Προσβολή το θεώρησε η Ακριβή, η μάνα της Θοδώρας αυτό, αλλά αποτραβήχτηκε αμίλητη και με πολλά ερωτηματικά.
-Φώτη, του είπε, μόλις έφυγαν του άντρα της, τι γίνεται εδώ;
- Δεν ξέρω γυναίκα καρτέρα και ,,θα σκάσει,,.
Μπήκε ακόμα και η Θοδώρα στην κουβέντα, η οποία πρέπει πούμε ήτανε για τα καλά τσιμπημένη μαζί του και μολονότι δε δίστασε να εκφράσει τους δισταγμούς της, προσπαθούσε από την άλλη να δικαιολογήσει κάποιες καταστάσεις, παρ´ότι αυτά για τις δικιολογίες που έλεγε δεν τα πίστευε. Δεν ήθελε όμως και να πιστέψει ότι μπορεί να χάσει έναν παίδαρο μέσα από τα χέρια της.
Θα καρτερέσουμε, αποφάσισαν και μαζεύτηκαν για το φαγητό τους, είχε ήδη τραβήξει μεσημέρι.
Ο Φώτης και η Ακριβή προβληματίστηκαν πολύ και βρέθηκαν σε πολύ μεγάλο δίλημμα. Κανονικά θά ´πρεπε ν´αρχίσουν ετοιμασίες για τους αρραβώνες. Τώρα μ´αυτό το συννεφιασμένο τοπίο τι ετοιμασίες να κάμουν; Είπαν ότι θα περίμεναν λίγο ακόμα κι ότι σύντομα θα το ξεκαθάριζαν το θέμα. Θετικά ή αρνητικά όλα θά ´βρισκαν το δρόμο τους.
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Κι ενώ ο Αναστάσης παίδευε το νου του να βολέψει την κατάσταση για τη βιαστική του απόφαση να λογοδώσει το γυιό του με τη Θοδώρα κι αλλεπάλληλες οι ενοχικές σκέψεις τον βασάνιζαν μετά την αποκάλυψη του Θοδωράκη ότι αγαπάει άλλη, σαν κεραυνός εν αιθρία μαθεύτηκε την επομένη, ότι η Λενιώ του Σπυράκου λογοδόθηκε με το Λώνη του του Ηρακλή!
Ο Λώνης ο γείτονας και διεκδικητής δεν έχασε την ευκαιρία. Την άλλη μέρα κιόλας έστειλε τον ίδιο τον πατέρα του, που τόνε βρήκε σύμφωνο κι αυτόνε στην επιθυμία του, πράγμα παράτολμο για την εποχή του, να γυρέψει τη Λενιώ.
Τον διευκόλυνε αφάνταστα το ότι η είδηση του λογοδοσίματος του Θοδωράκη με τη Θοδώρα είχε γίνει βούκινο στο χωριό και ήταν το ψωμοτύρι στις συζητήσεις.
Κάθε στόμα γλυκό ή πικρόχολο, καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα πιλάτευε το βαρύ νέο και περνάγανε την ώρα τους σε μια χορταστική ικανοποίηση ότι ο λεβέντης λογοδόθηκε με μια λοβούλα από την Καλύδωνα!
Ο Σπυράκος ο πατέρας της Λενιώς δεν το είχε κουνήσει ρούπι εκείνη την ημέρα από το σπίτι, γιατί έτσι ανήμπορος που ήταν και καθώς ο γιατρός δεν είχε καλά μαντάτα να του ειπεί, ήτανε μέσα στον προβληματισμό και τη σκοτούρα.
Η Λενιώ η μοναχοκόρη του πλάνταξε στο κλάμα με το δυσάρεστο νέο για την υγεία του πατέρα της και γιατί ήτανε πατέρας της και γιατί πολύ τον αγαπούσε και είχε μείνει κοντά του για να τον ,,συνδράμει,, στις ανάγκες του στέλνοντας στα ζωντανά το μικρό αδερφό της ,που ένιωσε ότι τράνεψε απότομα μέσα σε μια στιγμή μονάχα.
Η μάνα της μαζί κι αυτή στο σπίτι, αλλά ήταν φορτωμένη με τις αβάσταχτες υποχρεώσεις κι ενός άντρα πλέον.Και μόνο η σκέψη ,,ντριβέλιζε,, το μυαλό της. Το μεγαλύτερο ,,ντριβέλι,, όμως ήτανε το τι έμελλε να γίνει με την κατάσταση του Σπυράκου. Η διάγνωση της αρρώστιας του ήταν αγιάτρευτη και τούτο βάραινε πολύ την οικογένεια μέσα στο βαθύ,πικρό καημό της.
Βάραινε όμως ξέχωρα και τη Λενιώ, που κανένα λόγο δεν είχε ν´αντιτάξει στο προξενιό που ο πατέρας της δέχτηκε με χαρά και είπε το ναι χωρίς πολλά πολλά στον πατέρα του Λώνη. Ο Λώνης ήτανε καλό,έξυπνο κι όμορφο παληκάρι.Γείτονες μια ζωή με την οικογένειά του αγαπημένοι, θα ενωθούν και τα παιδιά τους, θα ενώσουν την αγάπη τους και τα νοικοκυριά τους, τι άλλο καλύτερο;
Έτσι σκέφτηκε ο Σπυράκος και λειτούργησε ώριμα κι έξυπνα.
- Πατέρα μου, έχω καιρό, τόλμησε κι αντιτάχτηκε ταπεινά η Λενιώ,δεν ήταν ανάγκη τώρα πού ´χουμε τη γιατρειά σου νά ´χουμε και τέτοια, του είπε.Σέβουμαι τις αποφάσεις σου και ξέρεις πόσο σ´αγαπάου, μα άκου με και μένα!
Δε θέλω νά ´χω άλλη έγνοια παρά μονάχα τη γιατρειά σου!
Ήθελε να κερδίσει χρόνο, ήθελε να δώκει τράτο στο Θοδωρή μπας και κάτι καταφέρει! Κι ο λόγος που ο Σπυράκος δεν την αποπήρε, παρά έμεινε σιωπηλός και του άρεσαν μάλιστα και τα λόγια της ήτανε ,που ήτανε καλά υποψιασμένος, χαζός δεν ήτανε, ,,ότι λίγα ήταν τα ψωμιά του,,.
Ποιος έχει κουράγιο κι όρεξη για τέτοια ,,ντράβαρα,, τώρα του είπε και η μάνα της, χωρίς όμως να πιάσουνε τόπο τα λόγια της.
Ο Σπυράκος σήκωσε τα μάτια στην Παναγιώτα τη γυναίκα του, την κοίταξε με καλοσύνη, τρυφερότητα και στοργή, της γύρεψε να πάει κοντά του στο κρεββάτι του κι αφού εκείνη κάθισε,  της έπιασε τρυφερά το χέρι και της είπε:
-Άκου γυναίκα μου! Δεν ηξεύρω πόσου θα ζήσου. Τούτο που νιώθου, σε καλό δε βγαίνει. Θέλου να προυλάβου να ιδώ τη Λενιώ μας ,,ταχτοποιγημένη,, και όσο μου μέλλεται να τη χαρώ!
Τι τώρα; Είχε άδικο ο Σπυράκος; Δεν τό ´βλεπε η Παναγιώτα,δεν τό ´ξερε;
-Ό,τι πεις, άντρα μου, του είπε καλόβολα κι αφού τόνε χάϊδεψε συμπονετικά και τρυφερά σηκώθηκε αφήνουντας στο πισωπλάτισμά της τα δάκρυά της να κυλήσουν λεύτερα.Κι ήταν τούτα τα δάκρυα τόσο καθάρια,όσο αγνή ήταν η ζωή της μαζί του.
Ποιος λογάριαζε τέτοια πράγματα; Και γιατί ο Θεός τα κανόνισε έτσι; Τι βουλήθηκε να πράξει; Γιατί ,άμα ήτανε νά ´χει τις χαρές της Λενιώς της, έπρεπε νά ´χει και τη στεναχώρια του Σπυράκου; Του άντρα πόφτειαξε το σπιτικό της μαζί του,π´αγάπησε κιόλας στο διάβα ,πόκαμε τα παιδιά της μαζι του;
-Μπας κι είσαι άδικος, Θε μου, σκέφτηκε. Μπας και δε λογαριάζεις σωστά; Μήπως δε μας ,,εγνώσκεις,,; Μόνο καημούς έχεις βαλθεί να σκορπάς;
Μεγάλη η χάρη σου, Θε μου, μεγάλη η χάρη σου κι έκαμε το σταυρό της. Σχώρα με, Θε μου, σχώρα με!
Σκούπισε τα δάκρυά της με την ανάποδη της μπροστοποδιάς της και έτρεξε στις δουλειές, που πάντα καρτερούν, μα πάντα πρέπει και κάποιος να τις κάνει.
Τώρα η Λενιώ αναγκασμένη να υποταχτεί στη θέληση του γονιού της ,,έβαλε το κεφάλι χάμου,, και ήρθε και στη θέση του Θοδωράκη της, που πολλά τόνε κατηγόρησε ότι δεν έπραξε αυτό που έπρεπε στην ώρα του, που βέβ(α)ια, άμα το έκαμνε μπορεί ναι, μπορεί και όχι να είχανε την επιθυμητή κατάληξη τα πράγματα. Τέτοιο κονταροχτύπημα αισθημάτων ούτε που το λογάριαζε η Λενιώ. Γιατί ο Θοδωράκης το λογάριαζε; Τι σου είναι η μοίρα, βρε παιδάκι μου! Σε κάμνει ότι γουστάρει σκέφτηκε ο καθένας από μέσα του. Κι απ´ όξω τους να σκέφτουνταν μπας και η μοίρα θ´άλλαζε γνώμη; Ας μην της έδιναν τουλάχιστον την ευκαιρία να γελάσει πιότερο σαρκαστικά μαζί τους.
Λέτε τα μαγικά της Σουλτάνας και οι διαολιές της Γιωργίτσας να είχανε στ´ αλήθεια σχέση μ´όλα τούτα; Και τι ήσαντε τούτες ,,τρανύτερες,, απ´το Θεό; Έτσι σκέφτουνταν ο κάθε λογικός ,,άντρωπος,, !
Η μπαγάσα γυναίκα ,,η Γιωργίτσα,, παρ´ότι δε γνώριζε τα καθέκαστα της Καλύδωνας, είχε ιδεί τους δυο άντρες που ´πιστρέφανε μεσημεριάτικα, υπολόγισε μήπως έρχουνταν από ´κει ,,από πού αλλού,, έβαλε στην τσέπη το γιατρικό και μια και δυο, απ´άλλο μονοπάτι, έφτασε πρώτη στου Αναστάση. Έκαμε ίσια κάτου αποφεύγοντας τα μαγαζιά, έκοψε δρόμο τόσο, όσο να μη συναντηθούν, δεν είχε κι άλλο περιθώριο, τα ,,μπογάζια,, προς αυτή την κατεύθυνση ήσαντε λιγοστά. Το ρέμα που χώριζε το χωριό στα δύο, δεν είχε πέρασμα σε ´κείνο το σημείο . Πρόλαβε όμως βιάζοντας το βήμα της σε σχέση με το ραχάτικο των αλόγων, που είχαν επιτρέψει οι καβαλάρηδές τους, όχι από τεμπελιά, δεν την ξέρανε αυτή τη λέξη στο σπιτικό του Αναστάση ούτε τα ζα ούτε οι ανθρώποι, αλλά από σκέψη, σκέψη αβάσταχτη, σκέψη βουνό. Λίγο τό ´χεις το παίδεμα του νου;
Η Διονυσούλα ότι είχε κατεβάσει τον τέντζερη από τη φωτιά και μοσκοβόλαγε λαδορίγανη. Έστρωσε το σοφρά της και καρτέραγε να μαζευτούν τα παιδιά της και ο άντρας της ,,να πάρουνε μια μπουκιά,,.
-Γεια σου, Αναστάσαινα! Έτοιμο κιόλας το μοσκοβολιστό σου; Και τα σάλια της μετά βίας τα βάσταγε!
-Έτοιμο ,Γιωργίτσα, μείνε κι εσύ να φάμε, καρτερώ τους δικούς μου, έχουνε πάει ,,στο θέλημα,,!
Καλά το είχε μυριστεί η Γιωργίτσα και ντραντάχτηκε το μεδούλι της σύγκορμα κι από τη χαρά της ούτε φχαρστώ δεν είπε για το κάλεσμα!
-Μπράβο τους! Έτσι έπρεπε να γένει! Είναι τούτοι άντρες με τα ούλα τους, βιάστηκε να παινέψει.
Ξωπίσω της ξεπέζεψαν κι ο Αναστάσης με το Θοδωράκη αμίλητοι, λες και γύριζαν από κηδεία!
Ο δεύτερος, ,,ταχτοποίγησε,, τ´άλογα, ποτισμένα ήσαντε, τα ξεσαμάρωσε, τους έβαλε την ,,ταή ,, τους, τά´δεσε στο παχνί τους με τη σκέψη πάντα τα να τριγυρνάει στη Λενιώ, πήρε μαζί του τα κιλίμια και γύρισε στην αυλή,όπου τόνε καρτέραγε ο πατέρας του και μπήκανε μαζί στο σπίτι!
Η Διονυσούλα έτρεξε να τους προϋπαντήσει και να διαβάσει τα μάτια τους, μα μάτια δε διαβάζουνταν. Ήτανε τόσο βαθιά και σκοτεινά ,τόσο απόμακρα και ,,νυχτιωμένα,, που δύσκολα ακόμα και η Γιωργίτσα ξεδιάλυνε.
Έλα όμως που αυτό του διαβόλου το θηλυκό τα είχε ούλα αρπάξει στον αέρα προκαταβολικά, έλα που ήξερε ότι το γιατρικό μονάχα θα έσωζε την κατάσταση!
-Το φαΐ, αφέντη μου, έτοιμο είναι, κάτσετε τρογύρω να κενώσω, ακώ ήρθανε και τα παιδιά απ´ όξω, είπε η Διονυσούλα.
-Να σε ,,βοηθήκω,, , Διονυσούλα μου, είπε η Γιωργίτσα κι άρπαξε το πρώτο πιάτο με θράσος και τ´ακούμπησε μπροστά στον Αναστάση . Με τη δεύτερη γύρα και με πολλή επιδεξιότητα, κάνοντας ότι σκουπίζει τον ίδρώτα του μετώπου της με την άκρη της ποδιάς της, ρίχνει το γιατρικό στο πιάτο που έχει στα χέρια της και τ´ακουμπάει μπροστά στο Θοδωράκη!
-Κάτσε και συ, Γιωργίτσα στο τραπέζι. Θα φέρω εγώ τα ,,ποδέλοιπα,, , είπε η Διονυσούλα που δεν έβλεπε με καλό μάτι τ´ανακατέματα της Γιωργίτσας στο σπιτικό της, αφού δεν της το είχε γυρέψει.
Έκατσε απέναντι ακριβώς από το Θοδωράκη και τον Αναστάση, χωρίς να λογαριάσει την ιεραρχία της οικογένειας. Ήθελε με το βλέμμα ,, καρσί,, να καρφώνει τις ματιές και τις αντιδράσεις των αντρών.
Τα παιδιά μπήκανε, χαιρετήσανε και στρωθήκανε στην τάβλα. Κάμανε ούλοι το σταυρό τους και πριν προλάβει κανείς να ειπεί κουβέντα :
-Μολογιέται πως η Λενιώ του Σπυράκου λογοδόθηκε με το Λώνη του ´Ρακλή ,ξαμόληκε η Γιωργίτσα η φαρμακόγλωσση μ´όση δύναμη της χρωστούσε η νηστικομάρα της!
Κρακ, έκαμε η καρδιά του Θοδωράκη και τού ´πεσε το πηρούνι από τα χέρια ,πριν προλάβει να βάλει στο στόμα πηρουνιά ! Ράγισε και δεν ξέρω αν ξανακόλλησε ποτέ ! Τα σωθικά του σκίστηκαν σα νά ´τανε χάρτινα και αποκολλήθηκαν από τη θέση τους.
-Σχωράτε με ,είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι, διώχνοντας αμήχανα την πετσέτα του από τα γόνατά του.
Βγήκε όξω, ,,χούλιξε,, , σήκωσε το χέρι του, το ´καμε γροθιά και το βάρεσε με δύναμη στον τοίχο, με τόση δύναμη που μάτωσε. Τό ´γλειψε με τη γλώσσα του ,έκαμε ένα στριφογύρισμα σφιχτό παστρεύοντας τα δόντια και τον ουρανίσκο του και τό ´φτυσε απόμερα. Έδωκε δυο σφαλιάρες ο ίδιος στα μάγουλά του να ξυπνήσει ,γιατί το νέο το φοβερό, το αναπάντεχο, για τούτη τη στιγμή τουλάχιστον τον βρήκε εντελώς απροετοίμαστο!
-Γα..´ τον αντιθ..´ μου! Ήταν η πρώτη φορά που βλαστήμαγε ,ήταν και η τελευταία! Δεν ξαναβλαστήμησε ποτέ στη ζωή του έκτοτε!
Ούλοι στο τραπέζι κοιτάχτηκαν περίεργα με μάτια π´αναρωτιούνταν.
Η Διονυσούλα κι ο Αναστάσης ,,ψυλλιάστηκαν,,! Λες, σκέφτηκε ο καθένας από μέσα του, μα δεν έβγαλαν άχνα!
-,, Προς νερού του,, πήγε βιάστηκε να ειπεί η Διονυσούλα. Ήπιε πολύ τσαγοβότανο και γέλασαν ούλοι τους!
Ο Θοδωράκης επέστρεψε στο τραπέζι και καμώθηκε τον ευδιάθετο, να μη δώκει στόχο και περιθώρια για σχόλια.
-Είπα κάτι που δεν το καρτεράγατε, ρώτησε πονηρά η Γιωργίτσα, η στρίγγλα, η καπάτσα, η μπαγάσα, η σιγαλοπαπαδιά και μέγαιρα μαζί , που δεν έφτανε που ,,νώχλησε,, μεσημεριάτικα τους ανθρώπους στο σπίτι τους, ήθελε να τους ,,καβαλικέψει,, κιόλας στην κουβέντα!
Μα κανένας δεν της έδωκε σημασία.
-Τι νέα μας ηφέρατε από κάτου, ρώτησε απανωτά η Γιωργίτσα κοιτώντας κατάματα τον Αναστάση και το Θοδωράκη.
-Σιγά ,μωρή Γιωργίτσα, δεν ,,ηπρόκαμα,, να τους ,,ρουτήξω ειγώ,, .Ούλα μπροστά ηθέλς να τα μαθαίνεις;
Κι ο Αναστάσης θαρρεμένος, όχι γιατί ήξερε, αλλά γιατί κατάλαβε, με αυτοπεποίθηση και σιγουριά πλέον είπε:
- Ούλα ,,πρίφημα ,,! Πάμε για τους αρρεβώνες ! Και κοίταξε με νόημα το Θοδωράκη, που όμως έκαμε πως δεν είδε κι έσκυψε πιο βαθιά στο πιάτο του.
Τι νά ´λεγε τώρα ο Θοδωράκης; Τι τον έπαιρνε να ειπεί;
Γι αυτό σιώπησε νεκρικά.
-Απουρώ πώς η Ακριβούλα δεν ,,αρχήνηξε,, ακόμα συγυρίσματα, είπε φωναχτά η Γιωργίτσα, θα πάου ,,να τους δώκω ένα χεράκι,,!
-Κανονίσου κι εσύ ,,για τα πρέποντα,, Διονυσούλα μου, είπε ο Αναστάσης. Πρώτη φορά χρησιμοποιούσε ,,μου,, ο Αναστάσης στη ζωή του. Έκαμε απόσταυρο και σηκώθηκε από το τραπέζι.
Κάμανε ούλοι το ίδιο, ο ένας πίσω από τον άλλο με πρώτη τη Γιωργίτσα , που δεν κρατιότανε για το πότε θά ´φτανε γληγορότερα στο σπίτι του ξαδέρφου ,για να μάθει τα καθέκαστα αυτοπροσώπως και για να βολέψει γιορτινά τον εαυτούλη της για μια ολόκληρη βδομάδα, ανερώτηγα, αδιάντροπα, μπαμπέσικα!
Όχι που θά ´μενε αυτή απ´όξω από τέτοιο ,,τζέρντζελο,,! Όχι που δε θά ´παιρνε πανωπροίκι για τους κόπους της, όχι που θα καρτέραγε να την καλέσουν ! Αυτή ήξερε να παίρνει με το ,,παΐρι,, της εκείνο που ήθελε και δε χρειαζόταν να καρτερέσει να της το δώκει κανείς.
Είχε απογιοματιάσει όταν έφτασε η Γιωργίτσα στην Καλύδωνα, μα ετοιμασίες δεν είδε να γίνουνται.
- Γεια σας και χαρά σας, μόνου χαρά δεν ιγλέπω!
-Καλώς την ξαδέρφη είπε αδιάφορα ο Φώτης, καθώς εκείνη την ώρα τρόχιζε με τη λίμα το μαχαίρι του.
-Καλωσόρισες, Γιωργίτσα, είπε πιο καμουφλαρισμένα η Ακριβούλα.
-Ακόμα δεν ξεκινήσατε δουλειές;
-Καμωμένες είναι! Λίγες μένουν! Θα τις φτειάξουμε, είπε καθησυχαστικά η Ακριβή, που δεν ήθελε ν´ανακατεύουνται ,,οι απ´όξω,, στις δουλειές του σπιτιού της.
- Αφού είμ´ εγώ εδώ, μη σας σκιάζει τίπουτα. Ούλα θα γένουν όπως πρέπει, είπε κι έκαμε πως σηκώθηκε τάχατες από τη θέση της, η Γιωργίτσα.
-Τι κάνουν οι συμπέθεροι, Γιωργίτσα, ρώτησε η Ακριβή.
-Ο Θοδωράκης, πετάχτηκε με άπαρτο θάρρος η Θοδώρα ,,σαν τη γριά από την κοφίνα ,,!
-Ούλοι ,,στη βράση,, για τους αρρεβώνες και σεις ούτε που νοιάζεστε, λες και δε γυρεύουτε τη βιάση!
Πού την έβλεπε τη βράση και τη βιάση η Γιωργίτσα στο σπίτι του Αναστάση ούτε και ´γω δεν ξέρω, μα έτσι είπε.
Το μήνυμα δόθηκε, ο σκουριασμένος τροχός λαδώθηκε και πήραν μπρος οι μηχανές ! Ζεστάθηκε μαζί και η καρδιά!
Σαρώματα, αλογανιές, βούρτσες ασπρίσματος ,ξεσκονόπανα, κόπανοι, ξηστρώματα από την αρχή, γυαλίσματα ίσιαμε που τα μπακίρια και τα χαλκώματα ν´αστράψουν και το κεφαλόσκαλο και η σκάλα επίσης . Γλυκά,ψωμιά και φαγητά με τη σειρά τους και με τον καιρό τους παίρνανε θέση και νικάγανε σιγά-σιγά το αρνητικό κλίμα που ´χε δημιουργηθεί με τον ερχομό του Αναστάση και του Θοδωράκη στην εκκλησιά. Το απέδωσαν σε ατυχή περίσταση, οι αντρώποι ήσαν καθώς πρέπει κι αναθαρρημένοι ρίχτηκαν με τα μούτρα στις δουλειές ,που δεν ήσαν και λίγες.
Στο σπίτι της νύφης αναμπουμπούλα και κακό και οι φιλενάδες πρώτες! Μα ούλα με χαρές κι ελπίδες, ούλα με βιάση και σκοπό..!
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
Η ΦΥΓΗ

Ο Θοδωράκης άφηκε τους άλλους ν´αναπαυτούν! Πήρε την κρεμεζί κουβέρτα με τις ,,κούπες,, έτσι τραβηχτή, άτσαλα, όπως -όπως, την έβαλε στην αμασκάλη του κι ένιωθε πως κρατάει όχι το βάρος μιας κουβέρτας, αλλά ολόκληρο βουνό. Tόσο πολύ τον είχε αποδυναμώσει το σημερινό αναπάντεχο νέο. Με βήματα βαριά, με σκέψη ασήκωτη που όμως ήταν υποχρεωμένος να κάμει χιλιόμετρα μαζί της, φουσκανασαίνοντας, με κομμένη την ανάσα δεν ήξερε ποιο δρόμο ήτανε καλύτερο να πάρει: Το δρόμο κατά τη δημοσιά ή το δρόμο κατά τα γαλάρια. Υπήρχε κι εκείνος της ξενητειάς.Υπήρχαν και τα κάτεργα, που αν έπραττε αυτό που του πέρασε από το νου μέσα στην απελπισία του, τον είχε σίγουρο και σε μεγαλύτερο δίλημμα δεν είχε ματαβρεθεί ως τώρα. Έφερε στο νου του αυτομάτως την ιστορία του Ηρακλή μπροστά στο σταυροδρόμι, που του την είχε διηγηθεί ο ξάδερφός του ο Γιάννης, που ήτανε δάσκαλος από τους καλούς και ο Θοδωράκης την είχε ρουφήξει ως το μεδούλι, τόσο πολύ του ,,άρενε,,! Έλα όμως που ο Ηρακλής είχε να διαλέξει μονάχα ανάμεσα σε δύο δρόμους, ενώ του Θοδωράκη τού ´βγαιναν περισσότεροι!
Σήκωσε τα μάτια κατά τον ουρανό. Γύρευε βοήθεια; Παραπονιόταν στο Θεό; Ποιος ήξερε! Μετά αγκάλιασε με το βλέμμα του ούλο τον κάμπο ίσιαμε κάτω τη θάλασσα κι έβλεπε τον ήλιο που άστραφτε καθώς απογιομάτιαζε, πάνω στα καταγάλανα νερά της και κοίταγε τις ταξιδιάρικες βαρκούλες και ζήλευε την ανεμελιά τους. Για μια στιγμή, στιγμή αιώνα στάθηκε κι αγνάντευε με περισυλλογή ένα τεράστιο καράβι, φορτηγό έμοιαζε να ´τανε, μα ´κείνος επιβατικό το διέγνωσε, τέτοιο ήθελε νά ´ναι, που τράβαγε κατά την Ιταλία και σκέφτηκε πως ήτανε μέσα του και τον πήγαινε όχι στην Ιταλία, μα στο άγνωστο κι αυτό ήτανε το πιο όμορφο απ´ όλα. Έμεινε έτσι μέχρι που το καράβι ,,σκαπέτηκε,, και φαινόταν σα μια κουκκίδα πλέον και λίγο μετά χάθηκε εντελώς στο βάθος του ορίζοντα που έμοιαζε ν´ακουμπά στη θάλασσα. Ένα κοπάδι γλάροι το συντρόφευαν κι όταν εκείνο ξεμάκρυνε, εκείνοι έκαμαν στροφή και πισωγύρισαν.  Ήτανε σημάδι για ´κείνον; Ήθελαν κάτι να του πουν; Πόση ώρα έκατσε έτσι με τη σκέψη αιωρούμενη δεν ήξερε να πει. Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν ένιωθε κανένα βάρος πια ούτε κι εκείνο της κουβέρτας. Ένιωθε πούπουλο και μόνο όταν κοίταξε κάτω αριστερά κατά την αμασκάλη του τότε ξανάνιωσε βαρύ το φορτίο του! Με παράπονο αγκάλιασε δυο τρεις φορές περιμετρικά το τόξο του πέλαγου που ξανοιγόταν μπροστά του, με τόσο αργό ρυθμό σα νά ´θελε να το κλείσει ολάκερο με τα κύμματά του και με τους γλάρους του και με τις βαρκούλες και τα καράβια του μέσα στην καρδιά του, ακόμα και με το χρυσοκόκκινο ηλιοβασίλεμα που θα ´ρχόταν σε λίγο, πίνακα ζωγραφικής που θα τον έβανε στη σάλα τους, εκείνη που θα έφτειαχνε στο δικό του σπίτι με τη βασίλισσά του τη Λενιώ. Όλο τούτο τό ´σκιαξε η σκέψη ότι του θύμιζε το ηλιοβασίλεμα της μιας και μοναδικής του αγάπης και γύρισε απότομα, πήρε τη ματιά του από τη θάλασσα που τόσο βάλσαμο σκόρπισε ,,προσερινά,, στην ψυχή του, έκαμε στροφή 180° κι άλλη εικόνα μπήκε στην αγκάλη των ματιών του: τα καταπράσινα βουνά από την Πλεύρη, τη Μεγαληράχη μέχρι τη Βουνούκα κι ακόμα πέρα! Κάτι σαν ελπίδα αναθάρρησε μέσα του, κάτι σαν αετίσιο φτεράκισμα δέχτηκε η καρδιά του, μύρισε το αγέρι που θρόϊσαν τα πεύκα του βουνού και τό ´στειλαν αποκλειστικά για ´κείνον ,ανάσανε βαθιά μπας και ξαλαφρώσει μια σταλιά, γαργάλισαν τ´αυτιά του τα ηχοχρώματα των τροκακιών που είχανε αρχινήσει να ξυπνάνε και να γυρεύουν την απογιοματινή τους ,,νομή,, , όσο και τα χελιδόνια που σπάθισαν τον αέρα μπροστά του κι έμοιαζε να ετοιμάζουν ταξίδι αποδήμησης, ,,αγκρουμάστηκε ,, τα κελαηδίσματα των ντόπιων ενδημικών και των διερχόμενων εποχικών πουλιών κι έφτιαξε έναν νέο πίνακα για τη σάλα του με αητούς και αετόπουλα κι ας μην είχε ιδεί ποτέ του στα βουνά τους αητούς, πέρδικες και περδικόπουλα, κιρκινέζια, σπουργίτια, καρδερίνες, καρακάξες, κίσσες και λουκαΐνες. Έβαλε σε μια γωνιά άλλα πάνω στα τηλεγραφικά σύρματα, άλλα χάμου όλα τα διερχόμενα της εποχής, πανώριους τσαλαπετεινούς, ένας μάλιστα βόλταρε λίγο πιο πέρα ανέμελα ακόμα, χωρίς διάθεση ετοιμασιών και ο Θοδωράκης καμάρωσε το λοφίο του, την καμαρωτή του κορμοστασιά και τα υπέροχα χρώματά του που ξεκινάνε από το πορτοκαλοκόκκινο κεφάλι του με το οπισθότενο λοφίο του, που είναι κεντημένο με οριζόντιες πλατειές μαύρες πινελιές, λες κι ακούμπησε κάποιος τα δάχτυλά του σε μπογιά, σκέφτηκε ο Θοδωράκης και χαμογέλασε γλυκόπικρα, ,,στερνά,, τ´άπλωσε και τ´ ακούμπησε στη αιχμηρή προέκταση προς τα πίσω του κεφαλιού του, που σχημάτιζε έτσι το ιδιότυπο λοφίο του. Το πορτοκαλοκόκκινο, το μελένιο για την ακρίβεια προεκτείνεται κυκλικά στο στέρνο και στην πλάτη ως τα μισά της κι από ´κει εναλλασσόμενες μαύρες και ασπρόμελιες οριζόντιες ραβδώσεις που σμίγουν στο κέντρο της πλάτης σε γωνιακούς σχηματισμούς περίτεχνα ενωμένους και καταλήγουν σε μια μυτερή ουρίτσα. Το μακρύ κατάμαυρο ράμφος του, η άσπρη του κοιλιά και τα κατάμαυρα επίσης γυμνά πόδια του ολοκληρώνουν την εικόνα του μπροστά στα χαζεμένα μάτια του Θοδωράκη κι ας είχε δει χιλιάδες φορές τσαλαπετεινούς με τον πατέρα του και τον παππούλη του. Του είχαν μάθει μάλιστα και τα παρατσούκλια του: φραγκοκόκκορας, μπαμπουράνος και διακονιάρης, αλλά αυτό το τελευταίο δεν ήξερε για πιο λόγο του το είχανε προσάψει.
Φάσες, αγριοπερίστερα,
συκοφάγοι, νυχτοκόρακες,μελισσουργοί, τρυγόνια έκαμαν παρέλαση στον πίνακα που ζωγράφισε το μυαλό του και καθώς τοποθετούσε την τσίχλα και τον κοκκινολαίμη ,θυμήθηκε μια ιστορία που του ´λεγε ο παππούλης του με την ποιητική απάντηση που έδωσε ο κοκκινολαίμης στην τσίχλα όταν τον κατηγόραγε ότι είναι μικρούλης και ασήμαντος:
- Τσίχλα, τσίχλα χαχαϊδή
τι αναγελάς μωρή;
Το μηρί μου κάνει γάμο
και το στήθος μου τραπέζι.
Τα ψιλά μου, τα χοντρά μου
πέντε κάκκαβους γεμίζουν...
Του φάνηκε πως μια χαρά πίνακας ήτανε για τη σάλα του και αφού τον αποθήκευσε για τα καλά στο μυαλό του, άθελά του κοίταξε την κουβέρτα. Έφερε ξανά το σταυροδρόμι στο μυαλό του και μετά την περίπλοκη περιπλάνησή του αποφάσισε πως έπρεπε να διαλέξει το δρόμο της αρετής και για κείνον αυτός ο δρόμος ήταν εκείνος που οδηγούσε στα γαλάρια! Χαμογέλασε πικρόχολα όταν σκέφτηκε: Κουβέρτα; Κουβέρτα δεν είχε πάρει ποτέ του ούτε το χειμώνα, παρά μονάχα τη σαϊσματοκάπα του έπαιρνε με τη μεγάλη κουκούλα και νωρίς το βράδυ γύρναγε στο σπίτι του! Και τώρα ξεπορτισμένος, ανήμπορος κι ανίκανος να πάρει μια απόφαση θα ξενύχταγε με μια κουβέρτα σκέπη και τη σκέψη να περιπλανιέται; Ναι, του έγνεψε η αντρίκια του υπόσταση .Ναι, του είπαν και τα πουλιά κι οι κάμποι και τα βουνά και τα ζωντανά του κι ο Μπαγάσας του ακόμα και τα τσακάλια και τ´άλλα ,,ζούδια ,, ούλα ναι του είπαν.
Εξυπακούετο ότι ο Νικολάκης θα επέστρεφε στο πόστο του
και ο Θοδωράκης στο δικό του, στα πρόβατά του δηλαδή τουλάχιστον μέχρι το γάμο του! Αναγούλα του ´φερνε τώρα ετούτη η λέξη!
Σαν τον κλέφτη έφυγε από το σπίτι ο Θοδωράκης και σαν το βράδυ δε γύρισε στο σπιτικό του , ,,τους ζώσανε τα φίδια ,, τους γονιούς του ! Όμως κανείς δεν πήγε προς αναζήτησή του, γιατί ο ίδιος ο Αναστάσης το απαγόρεψε. Ήξερε καλά πως της αγάπης ο καημός, όπως και κάθε άλλος καημός θέλει την απομόνωσή του, τη μοναξιά του, την περισυλλογή του! Το ίδιο δε σκεφτόταν και η Διονυσούλα η οποία ,,ντριβέλιζε,, παρακαλετά τον Αναστάση, για να τον εύρει. Δε γνώριζε η καψερή τι πάει να ειπεί καημός αγάπης, τρανός σεβντάς κι έτσι της έρχουνταν να πάει μοναχή της προς αναζήτησή του. Χωρίς ψωμί, χωρίς φαΐ και μαλακό κρεββάτι πόσο θ´άντεχε ο κανακάρης της; Τόλμαγε όμως ν´αθετήσει του Αναστάση τη διαταγή;
Τρία μερόνυχτα κι ακόμα να φανεί! Με συντροφιά τα πρόβατα, τα γίδια και το Μπαγάσα του, τον ήλιο, το φεγγάρι και τ´αστέρια και με την κουβέρτα του τα βράδια απάλαινε το μεγάλο του πόνο!
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ

Η πρώτη νύχτα δεν έλεγε να περάσει. Διαφέντευε το νου του ένας άλλος θεός!  Ο θεός του Έρωτα! Και ήτανε πολύ πιεστικός ,δυνάστης!  Έριξε έναν άντρουλα ίσαμε ´κει πάνου στα ,,μαύρα πανιά,, τον διέλυσε, τον σακάτεψε. Τη μια στιγμή τον απογείωνε, την άλλη τον άφηνε σαν τον αετό το θύμα του, να πέφτει κάτω και να γίνεται χίλια κομμάτια!
Η αυγή κι ο ήλιος της Ανατολής που κάποτε τον φόρτωναν όνειρα, δεν του έδιναν πλέον καμμία ευχαρίστηση. Ούτε η σκέψη τον παρηγορούσε, γιατί μη μπορώντας να την χειραγωγήσει, του έπλεκε αγκάθινα στεφάνια και ο πόνος τού περιόριζε την αγαθή σκέψη. Έκαμε μηχανικά όσες κινήσεις του χρειάζονταν για να τακτοποιήσει τα ζωντανά του και θρονιάστηκε ξανά στο πιο ψηλό κοτρώνι, εκείνο με την άβολη ,,κωλοκαθίστρα,,. Του φάνηκε το πιο βολικό κάθισμα γιατί τον κράταγε ξύπνιο και ζωντανό. Αφού βολεύτηκε, όσο καλά γινότανε, κάνοντας αρκετά ανασηκώματα πάνω στο κοτρώνι, έβαλε το δεξί του χέρι κι αγκάλιασε το σαγώνι του, αφήνοντάς το να πέσει όλο μέσα στη χούφτα του με τον κόμπο του καρπού να είναι έσω και τα δάχτυλά του ν´ακουμπάνε πιέζοντας απαλά το μάγουλό του, ενώ τ´άλλο του χέρι τ´άφηκε ν´ακουμπάει στο γόνα του και το υπόλοιπο να κρέμεται χαλαρά πάνω στο αριστερό του πόδι, που το κίνησε σε μικρή έκταση εμπρός. Τι τάχατε τον κράταγε ξύπνιο η ανώμαλη κωλοκαθίστρα; Δέσμιος έγινε πάλι της χταποδοχτυπημένης σκέψης του, που έγινε πλαδαρή κι εντελώς ακυβέρνητη.
Ο Θοδωράκης αγνάντευε τα πέλαγα και σκεφτόταν, σκεφτόταν, σκεφτόταν! Οι εικόνες περνούσαν από μπροστά του, όπως όταν έτρεχε καλπάζοντας με τ´άλογό του στα ευρύχωρα λιβάδια ή στο δημόσιο δρόμο. Πέρναγαν από μπροστά του κι έφευγαν βιαστικά, αφήνοντας στη φευγαλέα τους διαδρομή μια επίγευση πίκρας, στεναχώριας, ιλαρότητα και λύτρωση μαζί. Στην αρχή τις ανακαλούσε και απομυζούσε λαίμαργα τη γλύκα της στιγμής τους και τις ξαναζούσε ολοζώντανες μέσα στην απόλυτη μοναξιά του. Ειδικά τις νύχτες τις φεγγαρόφωτες, τις νύχτες που μόνο τα τριζόνια κράταγαν το ίσο σε μια απόλυτη μυστική, μουσική μυσταγωγία και τα τσακάλια ούρλιαζαν και κόπτονταν για ένα κοψίδι κρέας και συνταίριαζαν το ουρλιαχτό τους μ´ εκείνο της καρδιάς του Θοδωρή, ε, αυτές οι νύχτες ήσαν ανυπόφορες, φρικτές, αλλοπαρμένες!
Το πιο βάρβαρο ήτανε όταν θυμόταν τη σκηνή του Λώνη που τους κρυφοκοίταγε και τώρα που τη φέρνει τη Λενιώ να στέκει δίπλα του κι όχι σ´άλλο τόπο μα στον τόπο του, μονάχα στην απέναντι μεριά, εκεί κοντά κι ανάκοντα στο σπίτι της Γιωργίτσας, να περπατεί για την εκκλησιά και για το πανηγύρι, νά ´χει αγκαλιά της τα παιδιά και να μην είν´ δικά του, η πλούσια χρυσοκόμη της ν´ανεμίζει στου Λώνη
την αγκαλιά και το βυσσινί ολομέταξο φουστάνι της άλλος αέρας να το σηκώνει κι άλλου χέρια να χαϊδεύουνται απάνου του απαλά, μεταξένια. Κι εκείνος ο βελούδινος λαιμός, τα πορφυρένια χείλη που τη δροσιά τους και τη φλόγα τους μαζί έκλεψε εκείνη την πανώρια μέρα, πού ´ναι κοντά πολύ κοντά και όσο ν´αλαργέψει θα του ματώνει την ψυχή ,θα του ξεσκιεί τα στήθια! Και τούτος που δεν πρόλαβε το κρεμεζί φουστάνι ν´αγοράσει και το σταυρό για να τον κάμει εκείνη φυλαχτό, να μην τόνε ξεχάσει! Που το ´πλεκε μερόνυχτα με του μυαλού το υφάδι! Και την καρφίτσα τη χρυσή; Και τ´άστρινο στεφάνι; Το δαχτυλίδι το χρυσό, διπλό κι ευλογημένο..!
Και το φεγγάρι τ´ολόγιομο που θα της τό ´δινε, πάει έφυγε και πήρε μαζί την ψυχή του και τ´όνειρο... και τα σκουτιά του... κι έμεινε γυμνός και ξέσκεπος χωρίς τη θωρειά της που τον σκέπαζε τις νύχτες του χειμώνα και τον δρόσιζε στου Καλοκαιριού το λιοπύρι.
-Είναι οι βουλές σου θεϊκές μα ,,γιάτρα,, μου τον πόνο.,
,,Τήρα,, η καρδιά μου πώς πονεί, πώς βαριαναστενάζει!
Και του βουνού το βάλσαμο με το ,,ρουμπί(νί) το χρώμα δε στέκει απάνου στην πληγή και δεν τήνε γιατρεύει!
Λενιώ είναι το γιατρικό κι αυτό έγινε φαρμάκι!
Ανάσανε βαριά κι αποκοιμήθη! Αχ! Τί ´τανε τούτος ο ύπνος, βάλσαμο και γιατρικό άπ´ τα λίγα!
Κοιμάται τρία μερόνυχτα ,κοιμάται κι ονειριέται!
Σα φθινοπωρινή αμαρυλλίδα παρουσιάστηκε μπροστά του η Λενιώ. Τον πήγε σ´ονειρόκοσμο, σ´αέρινα παλάτια και μια νεράιδα τον καλεί και στέκεται μπροστά του. Φοράει φουστάνι ρουμπινί μ´ολόχρυσες γιρλάντες. Ξέπλεκα έχει τα μαλλιά στ´αγέρι ν´ανεμίζουν και στο χορό αλαφροπατά κι αυτός είναι σιμά της. Ανέμελα στριφογυρνά σαν την ανεμοδούρα. Πλατύ χαμόγελο φορεί και γύρω καλεσμένοι.
Τρατάρει δίσκους τα γλυκά και τόνους τις κανάτες με το νερό τ´ολόδροσο. Σβήνει τη λάβρα των αντρών, των κοριτσιών τη ζήλεια. Και το κρασί το ρουμπινί ρέει από τα βαγένια. Ο Βάκχος άπληστα κρατεί, πάθος απλόχερα σκορπά, τη συντροφιά γητεύει...
Και η καρδιά της είν´ανοιχτή και τα κλειδιά δικά του!
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ
ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ

Μέσα στου ονειρόκοσμου τα γέλια και την πλάνη καρφώνει ο Θοδωράκης τα μάτια στο κενό ...
Εκεί κάτω στο σπίτι του και στης Λενιώς το σπίτι γλυκειά είναι η αναστάτωση.
Βλέπει και μάνα κι αδερφή που σιγοτραγουδάνε και η χαρά μες την ψυχή λαμπράδα κι όξω φέρνει..
Κινούνται σαν τις μέλισσες, διαλέγουνε λουλούδια, κόβουνε φύλλα λεμονιάς ,ζυμώνουνε κουλούρα.
Κι ατός του πάει στο μαντρί. Σφάζει αρνί λαχταριστό ,αρνί μελετημένο.
Ταμένο είναι στη Λενιώ, ταμένο στην αγάπη.
- Φέρε καλή μ´τα κάνιστρα, φώναξε τις κοπέλες! Στολίστε τις περίτεχνα το Θοδωρή παντρεύω, είπε η μανούλα με χαρά .Κι αράδιασε απανωτά τα πλούσια δώρα της καρδιάς για τη γλυκοφρυδούσα.
Στη μια κανίστρα το κρασί, γλυκό σαν την καρδιά της, κουλούρα και το ,,μπακλαή,, για της χαράς το κέφι!
Στην άλλη το φουστάνι της, τ´αρραβωνιαστικό της και τα παπούτσια και λεφτά για το παλληκαράκι, μαζί και χτένι κοντογούνι, καθρέφτη και μαντήλι.
Ντύθηκε και στολίστηκε, έβαλε τα καλά του.
Το σπίτι τους αφήνουνε για της Λενιώς κινάνε...
,,Τα ντενταρούκια,, , η πομπή με συγγενείς και φίλους φτάνουν, καλωσορίζονται και μες τη σάλα μπαίνουν.
Τραπέζι ολοστόλιστο βρίσκουνε και τον παπά σιμά του.
Εικόνα, βέρες καρτερούν για την τρανή την ώρα!
Παίρνει ο παπάς τις ευλογάει κι αμέσως τις περνάει αργά-αργά στο δάχτυλο του καθενός κι ευκιέται.
Ευκιέται κι ο πατέρας του, ευκιέται κι η μανούλα.
Και της Λενιώς τα γονικά, τ´αδέρφια των δυονών τους.
Συγγενολόϊ και λοιποί όλοι ευχές τους δίνουν:
Να ζήστε να γεράσετε ν´αφήκετ´απογόνους...
Κι αφού το χρέος έκαμαν λένε και στον κουμπάρο, π´άλλος δεν είν´ από το νουνό, το χιλιαγαπημένο.
-Να μας παντρέψεις ε νονέ εσένα καρτεράμε..ες την τρανή την εκκλησιά μαζί σου θε να πάμε.
Κοιτάει τη Λένη τρυφερά, κοιτάει και συγκινιέται
κι αυτή λατρεία και ψυχή ετοιμάζει μα ,,ντιριέται,,!
Κοιτάζονται, αγκαλιάζονται και ταπεινά φιλιούνται!
Όρκο δίνουν στην Παναγιά, αιώνια ν´αγαπιούνται!
Το γλέντι τώρα αρχίνησε και τα βιολιά γροικιούνται.
Πιάνονται ούλοι στο χορό και δεν παραπονιούνται.
Τραγούδια με το στόμα τους, τραγούδια της καρδιάς τους
ποτάμι τρέχουν ,ξεδιψούν με το κρασί σιμά τους.
Όλη τη νύχτα τραγουδούν, γλεντοκοπούν και πίνουν.
Κανένας δε βαρέθηκε, ψυχή, καρδούλα αφήνουν.
Κι όταν το γλεντοκόπημα την ,,πάψη,, του ορίσει,
στέκει η Λενιώ στην πόρτα της να τους ξεπροβοδίσει!
Με το ποτήρι το κρασί να τους ευχαριστήσει.
Την άλλη μέρα και στερνά στους συγγενείς τους πάνε
και τη χαρά τους χαίρονται μ´ευχές που τους ταιριάνε.
Την Κυριακή θα καρτερούν και την τρανή τη σκόλη,
να στολιστούν μαζί να βγουν να τ´ς καμαρώσουν όλοι.
Βάζει η Λενιώ το ρουμπινί τ´αρραβωνιαστικό της
και από χρώμα και χαρά λάμπει το πρόσωπό της.
Και στα λουσμένα της μαλλιά το χτένι απ´ τον καλό της.
Κι ούλα της τα στολίσματα, φόρεσε κοντογούνι
με τα χρυσά κεντήματα κι έσκυψε το πηγούνι.
Μπούρλιασε τα γιορντάνια της,φόρεσε την ποδιά της
τη ζώνη και τη μπόλια της μ´όλη την ομορφιά της
Πέρασε το ,,τσιαντάκι,, της στο χέρι με καμάρι
και ζήλεψε τη χάρη της τ´όμορφο παληκάρι.
-Πανώρια, ζηλεμένη μου, με τα καμώματά σου
έκαμες την καρδούλα μου να στέκεται σιμά σου.
Κι αυτός τη φουστανέλα του τη σαραντοφυλλούσα
φόρεσε κι αντιτάχτηκε στη γαϊτανοφρυδούσα.
Και πουκαμίσα αστραφτερή και κόκκινο φεσάκι
με φούντα πούν´κατάμαυρη, κουνιέται στο αεράκι.
Την πουκαμίσα κέντησε η Λενιώ η χρυσοχέρα,
τη χάρισε στο Θοδωρή με μια της καλημέρα.
Έβαλε και τη ζώνη του, το ξίφος του πατέρα
και το γιλέκο τ´όμορφο τέτοια ´πίσημη μέρα.
Πάτησε τα τσαρούχια του τα καλογυαλισμένα,
τη φούντα όρθια και παχειά, σφιχτοαγκαλιασμένα.
Ανθός να στέκει αμάραντος δίπλα στην περιστέρα
και στο χωριό να κρένουνε για ´κείνους όλη μέρα.
Την αγκαζάρει κορδωτός, στην εκκλησιά την πάει
με τους γονέους, το νουνό κι ούλοι φιλάνε το σταυρό
και ´κειος καμάρι του τρανό, που έχει δίπλα θησαυρό.
Ευχές πηγαίνουν κι έρχουνται, ευχές γλυκοκρατούσες
μ´ετούτο το ζευγάρωμα νά´ναι ριζοκρατούσες.
Τώρα στο σπίτι της Λενιώς τραπέζι είναι στρωμένο,
ούλος ο κόσμος ας θωρεί πού ´ναι ευτυχισμένο.
Κουβέντες και χαμόγελα, αγάπη κι ευτυχία
και σύναξες καλόβολες στο μέλλον με υγεία!
Ο Θοδωράκης τρισευτυχισμένος τραγούδι έχει στην ψυχή, τραγούδι που το βγάνει, σκύβει στ´αυτί της να το ειπεί και στην καρδιά το βάνει, χωρίς κουβέντα του καμμιά χωρίς λόγο να βγάλει μον´τον αέρα της ψυχής,αυτόν της ξεφυσάει:
Παρ´το φουστάνι λυγερή παρ´το φουστάνι κόρη,
να το φορέσεις το πρωί να χαμηλώσουν τα όρη.
Μάγια σου κάνω να ντυθείς, μάγια και να το βγάλεις,
μες της καρδιάς σου το σφυγμό κι εμένανε να βάλεις.
Να σ´ακουμπήσω, να καώ στα φλογισμένα στήθια,
φιλί να δώσω ρουφηχτό, όπως στα παραμύθια.
Μα της αγάπης ο καημός δε σβήνει μ´αναλήθεια.
Θέλει φωτιά, θέλει όργωμα, μαζί με παραμύθια.
Δος μου το χέρι σου κυρά μαζί μου να το σέρνω
και στην Παρθένα Παναγιά τις σχόλες να σε φέρνω...
Φουστάνι, χτένι και σταυρό, φεσάκι, κοντογούνι
στης ακριβής μου το κορμί ακουμπώ και το σεγκούνι.
Φόρεσα το πουκάμισο, που μόχεις κεντημένο
και  ,,έκοψα τον άλυσο,, μέχρι να σε προσμένω.
Πάρ´το γιορντάνι φόρα το, τη ζώνη, την ποδιά σου.
Γίνε βασίλισσα κυρά, κλείσε με στην καρδιά σου!
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ - Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Πέρασαν τρία ολόκληρα μερόνυχτα με σκέψη, περισυλλογή κι όνειρο. Τόσο όνειρο, όσο δεν είχε δει σ´όλη του τη ζωή ο Θοδωράκης! Η μοναξιά πάντως βάλσαμο δεν του χάρισε, όπως είχε προβλέψει ο πατέρας του! Ακόμα το βλέμμα του περιεργαζόταν το κενό και κανένας δεν ήταν ικανός να τον αποσπάσει από τις σκέψεις του παρά μονάχα τ´όνειρο μέσα στο οποίο περιπλανήθηκε με λαχτάρα και χόρτασε άπλετη ευτυχία! Τρία ολόκληρα μερόνυχτα το μέσα του αλυχτούσε λυσσασμένα και η μόνη του παρηγοριά ήτανε τ´όνειρο, που όμως στο ξύπνιο του γινόταν φούρκα και τον έπνιγε στο λαιμό! Πώς γίνεται να ρουφάς αχόρταγα ευτυχία ,να πετάς σε νεραϊδοκηπους, να γράφεις παραμύθια, να οργανώνεις αρραβώνες, να ταξιδεύεις στα σύννεφα και με το που ανοίγεις τα μάτια να προσγειώνεται ανώμαλα και να να σε κωλοκαθίζει σε κοφτερές, παράξενες, ανώμαλες καθίστρες η ανικανοποίητη στυγνή πραγματικότητα; Πώς γίνεται να κλώθεις το υφάδι και να υφαίνεις κόσμους όμορφους σε βηλάρια τα όνειρα που τα ξετυλίγεις άκούραστα και σε υποτάσσουν με τη μεθυστική τους μυρουδιά, σε αποχαυνώνουν με την εξαίσια γοητεία τους και σε ξεγελάνε με την πλανεύτρα σιωπηλή τους ανοχή; Κι όμως γίνεται και παίζεται και υφίσταται και χειροπιαστά ανιχνεύεται και ολοζώντανα καρτερεί και υπερφυσικά προγραμματίζεται μέχρι ο νους να σε πείσει πως έχεις το δικαίωμα να ονειρεύεσαι και η ανάγκη πως έχεις επίσης το δικαίωμα να προσγειώνεσαι! Γιατί στα κάνει και τα δυο δικαίωμα και κάνει ,,κουλουβάχατα,, τη σκέψη σου ,,τρέχα γύρευε ,,!
Η Διονυσούλα με ποια καρδιά έκανε τις ετοιμασίες για τον αρραβώνα της Κυριακής η ψυχούλα της το ήξερε μονάχα.
Παρ´όλα αυτά έπραξε τα δέοντα και πανέτοιμη καρτερούσε ε ντολές από τον Αναστάση! Το ταχύ που ξημέρωνε Κυριακή κατά πως είχανε υποσχεθεί θα έπρεπε ν´αρραβωνιάσουν τη Θοδώρα! Αστες αυτές πια στην Καλύδωνα! Δεν είχαν που ν´ακουμπήσουν τη χαρά τους. Μέσα σ´ένα πανδαιμόνιο ανακατώματος και καρτερίας έβγαλαν τον καλύτερό τους εαυτό και μαζί με της ευχαρίστησης την προκομάρα ετοίμασαν όλα όσα η περίσταση απαιτούσε κι ακόμα περισσότερα. Αρκούσε που ήταν δερβέναγας η Γιωργίτσα και δεν της ξέφευγε κανείς και τίποτε! Η γλυκειά αναμπουμπούλα που επικράτησε στο σπίτι της Θοδώρας όλη τη βδομάδα καρτέραγε την επιβεβαίωσή της από το γαμπρό και τους συμπεθέρους.
Ο Αναστάσης κιοτεμένος από την έγνοια κι από την ενοχή με βαριά βήματα ακλούθησε το δρόμο για τα γαλάρια με τα πόδια, μπας και κουνηθούν πιότερο τα ,,γαίματα,, και βρει πειστικές γιατρευτικές κουβέντες για τον πονεμένο του γυιό.Με τη γκλίτσα παραμάσκαλα, πότε την έβαζε στην πλάτη και την αγκάλιαζε με τις δυνατές χερούκλες του, πότε την κατέβαζε και την περπατούσε αμήχανα κι αδιάφορα μετρώντας τ´απείθαρχα βαριά του βήματα, που τη μια πήγαινε δεξιά και την άλλη αριστερά σα μεθυσμένος, πότε παραπατώντας πότε επανερχόμενος στην τάξη και προχωρώντας σαν αληθινός προύχοντας. Ήτανε πάνω από μισή ώρα τα Βράνια, ο τόπος που ήσαντε τα γαλάρια του κι εκείνος τόκαμε μία και πλέον. Έφτασε την ώρα που ο Θοδωράκης μόλις είχε περάσει για ,,το στάλο,, τα πρόβατα στο μαντρί, το είχε φράξει κι ετοιμαζόταν να κάτσει στον ίσκιο της μεγάλης αγραπιδιάς να περάσει το μεσημέρι του κι αν γινόταν να κοιμηθεί μια στάλα, που το είχε μεγάλη ανάγκη.
Χωρίς να τον χαιρετίσει καν,τον πλησίασε και όπως εκείνος στεκόταν στο αντίκρυσμά του σα στήλη άλατος, ακούμπησε αγκαλιαστά την ,,απαλάμη ,, του στον ώμο του Θοδωράκη, τον ταρακούνησε σα για να τον ξυπνήσει και να τον συνεφέρει και του είπε χωρίς άλλο:
-Άιντε, πάμε!
Δε χρειάστηκε να πει τίποτ´άλλο. Ο Θοδωράκης βαριεστημένα, αλλά υπάκουα πήγε έλυσε τ´άλογο, το σαμάρωσε, το πρόσφερε στον πατέρα του, μάζεψε και την κρεμεζόχρωμη κουβέρτα του, την έκαμε ρολό, την έδεσε στο πλαϊνό του σαμαριού με δυο -τρεις κωδικοποιημένες θηλειές και περίμενε να ξεκινήσει ο Αναστάσης.
Εκείνος αμίλητος σπιρούνισε απαλά το κάτασπρο άλογό του, αυτό που είχε σημαδεμένο ο Θοδωράκης να ,,τρογυράει,, τα βουνά αγκαλιά με τη Λενιώ του και κίνησαν για το χωριό!
Τίποτα δε μαρτυρούσε στη φύση πόνο κι αναστάτωση. Είχε μια πανέμορφη μέρα, σαν εκείνες που πάει το καλοκαίρι στο έβγα του κι είχε μια γλύκα θεσπέσια, ακόμα και τα βουνά γελούσαν κι οι ρεματιές με τα κελαρύσματά τους έδιναν το ίσο στις βρυσομάνες και τα ποτάμια. Ούτε τα πρόβατα δεν ήθελαν να μαντρωθούν, γιατί η ζέστη ήταν γλυκειά και δεν τα έμελλε να κλώθουν τριγύρω και χαζευτά να μασουλάνε μαζεύοντας την τροφή τους με απόλυτη νωχελικότητα σίγουρα για την δικαιούμενη ελευθερία τους. Και για ´κείνα όμως άλλοι αποφάσιζαν!
Έριξε ο Θοδωράκης μια κατασκοπευτική ματιά τριγύρω κι έπιασε το μάτι του μια οπτασία, που του θόλωσε τη ματιά, που του αντάριασε τα στήθια, απάνου ακριβώς στην ώρα που πήγαινε να καταλαγιάσει το φουσκωμένο ποτάμι, να ηρεμήσει η ανταριασμένη θάλασσα, να ξεψυχήσει ο θυμός του και που πάσκιζε να συμβιβαστεί με τη δική του μοίρα! Έμεινε και τη χάζευε και γέλασαν τα χείλη του, τα μάτια του, το πρόσωπό του όλο κι η ψυχή του. Ήθελε να τρέξει να την αγκαλιάσει μα ένιωθε τα πόδια του καρφωμένα στη γη. Ήθελε να της μιλήσει με την πιο δυνατή φωνή που μπορούσε να βγάλει, ν´αντιλαλήσουν τα βουνά και τα λαγκάδια, να το μάθει όλη η πλάση πως είναι ερωτευμένος, πως δε θέλει τίποτ´άλλο στη ζωή, πως είναι ευτυχισμένος και του αρκούν η Λενιώ και τα λημέρια του, μα η φωνή πνίγεται στο λαιμό του και δε βγαίνει. Ο Μπαγάσας τον βλέπει που στέκεται έτσι αποσβωλωμένος και τον καταλαβαίνει. Είναι ,,νοητάκι,, ο Μπαγάσας. Φεύγει από το γαλάρι που έχει ρητή εντολή να φυλάει τα πρόβατα κι έρχεται κοντά του. Τρίβεται στα πόδια του, κάνει κλωθογυρίσματα γύρω του, μουγκρίζει απελπισμένα, τον προκαλεί, θέλει να τον συνεφέρει να τον βγάλει από αυτήν την άβολη παιδευτική κατάσταση κι ο Θοδωράκης στέκει αδιάφορος μπροστά σ´αυτή τη γλυκειά πρόκληση, που άλλοτε θά ´χε βουτήξει αγκαλιά το Μπαγάσα του, θα τον είχε χαϊδέψει, θα είχανε κουβεντιάσει, θα παραβγαίνανε στο τρέξιμο, θα μοιράζονταν ακόμα και το φαΐ τους. Τώρα μονάχα ένα ξεροκόμματο που είχε απομείνει στο ταγάρι τού ´ριξε και βγαίνοντας από τον κυνηγημένο νου του τον πρόσταξε αυστηρούτσικα να γυρίσει πίσω στο μαντρί. Ενοχλημένος ο Μπαγάσας και λιγάκι απογοητευμένος μα υπάκουος, έκαμε ένα τελευταίο τρίψιμο απάνου του σα να τον καταλάβαινε απόλυτα κι έτρεξε με το ξεροκόμματο στο στόμα στο μαντρί του, αποφασισμένος να εκτελέσει το χρέος του με πλήρη αφοσίωση. Και καθώς η οπτασία εξαφανίστηκε εντελώς από μπροστά του, κουκουλωμένος με τη γλύκα της και με της ημέρας τη γλύκα, πήρε τα πόδια του ακολουθώ ντας βαριεστημένα τον Αναστάση, που είχε πέσει κάτω ,,στη χούνη,, κιόλας και δεν τον έπιανε πια το μάτι του.
Ο Αναστάσης ούτε που είχε πάρει χαμπάρι πως δεν τον ακολουθούσε ο Θοδωράκης και καθώς το μονότονο κροκάλισμα των πετρών του δρόμου απασχολούσε τ´αυτιά του, τού ´διωχνε κάθε επιθυμία να κοιτάει τρογύρω, μονάχα ίσια κι απορροφημένα. Μια μυίγα, από κείνες που μαζεύουνται σωρός στα περιττώματα ήρθε κι έκανε ενοχλητικό περίπατο στο σβέρκο του. Έτσι, αναγκαστικά έστριψε κι ασυναίσθητα, καθώς με το σκοινί του καπιστριού στο χέρι αγκάλιασε με την γροθιασμένη παλάμη του το σβέρκο του, για να τη διώξει. Αλαφιάστηκε! Του την έκανε ο Θοδωράκης έτσι ασέβαστα;
Πώς τον είχε αυτός αναθρεμμένο;
Να κάνει του κεφαλιού του προτού ολοκληρώσει τον κύκλο του ανδρισμού του; Φούντωσε μέσα του η οργή, κρατάει σφιχτό το καπίστρι μαζεύουντας το σκοινί και το στρίβει αριστερά γυρνώντας και σπιρουνίζοντας τ´άλογο να τρέξει προς τα γαλάρια. Όταν τον είδε να κατηφορίζει σκεφτικός, τουλάχιστον ανάσανε, γιατί δεν το είχε ,,σπεντζοβουνίσει,, , όπως είχε φανταστεί. Μπροστά του σταμάτησε τ´άλογο, κατεβαίνει μ´έναν πήδο, τό ´λεγε η καρδούλα του Αναστάση, του προσφέρει το καπίστρι τ´αλόγου και:
-Ανέβα, του λέει, προχώρα! Έρχουμαι κι εγώ!
Και τον πήρε κατά πόδι ,που λένε!
Γιατί τό ´καμε τούτο ο Αναστάσης πού να ξέρω; Ήθελε να του δείξει πως τον σέβεται; Ήθελε να του θυμίσει πως από τώρα είναι αρχηγός; Μπορεί και τα δυο. Εκείνος ήξερε. Είχανε βγει από τη ,,χούνη,, κι αγνάντευαν πλέον το χωριό που η θέα του τους πρόσφερε και των δυονών τους μια ζεστή οικογενειακή λαχτάρα. Φτάσανε στην εκκλησιά, κάμανε κι οι δυο το σταυρό τους, το θεωρούσαν χρέος τους και κατηφόρισαν στην Πέρα Βρύση! Ο Θοδωράκης ξεπέζεψε, τράβηξε τ´άλογο να πιεί από τ´ολόγιομο λιμπί, που η συνεχής ροή ανανέωνε διαρκώς το νερό του, ύστερα παραχώρησε τη θέση του στον Αναστάση να πιεί από τη φρεσκοπλυμμένη γούρνα, που έλαμπε μέσα το πρόσωπό σου από το γυάλισμα που της έκαναν κάθε τόσο τα κορίτσια του χωριού και ´κείνος παραμέρισε και καρτερούσε.
Ο Αναστάσης έβγαλε την τραγιάσκα του και την ακούμπησε στο ψηλό τουράκι δίπλα του, έπλυνε πρώτα τα χέρια του στο τρεχούμενο νερό, έριξε μια ,,μπούφλα,, στο πρόσωπό του, είχε τόσο πολύ ανάγκη να δροσιστεί, πιότερο η ψυχή του δηλαδή είχε ανάγκη, αλλά αφού εκείνη δεν ήξερε πως να τη δροσίσει, αρκέστηκε ν´ αγγίξει το πρόσωπό του η φυσική δροσιά από το γάργαρο βρυσονέρι της ,, ρούγας,, του. Μετά αγκάλιασε με τα δυο του χέρια τη γούρνα κι ,,έσκιουψε,, απάνου της. Ήπιε πιότερο κι απ´τ´άλογο! Πού το ´βαλε τόσο νερό σε μια πλάκα κοιλιά δεν ξέρω, ούτε που φούσκωσε μια στάλα η ,,κιουλιά,, του. Ήταν σα να την είχε ρουφηγμένη, όπως κάνουνε σήμερα οι δεσποινίδες, που μοναδική τους έγνοια είναι η φιγούρα τους κι όχι το είναι τους.
Τώρα πέντε δρασκιελιές δρόμος τους χώριζε από το σπίτι τους και το ρέμα που ,,κράτηγε,, στα σπλάχνα του το περσευούμενο νερό της βρύσης και κύλαγε βιαστικά στους περβολόκηπους της ρούγας και του μισού χωριού. Τ´άλλο μισό τό ´τρωγε η ξέρα και το ,,κουβαλητό,, ποτέ δεν ήταν αρκετό για τη λάτρα του σπιτιού και τις ανάγκες των ανθρώπων του. Ένιωθαν τυχεροί οι περαρουγίτες που είχαν το νερό στα πόδια τους και ως εκ τούτου κήπους θησαυρούς.
Πήρε ο ίδιος ο Αναστάσης το καπίστρι στο χέρι του, τράβηξε τ´άλογο από το νωχελικό του καρτέρεμα και χωρίς να νοιάζουνται για την γνώμη των άλλων με σκυμμένα κεφάλια κι οι δυο τράβηξαν για το σπίτι τους. Ο Αναστάσης δεν είχε ειπεί στη Διονυσούλα τίποτα κι όταν η δόλια είδε άξαφνα το γιόκα της, όρμησε απάνου του και τον αγκάλιαζε και τον ρούφαγε σα βδέλλα, μόνο που αυτή δε ρούφαγε το αίμα του, αλλά την ψυχή του, τη μυρουδιά του, που τόσο της είχε λείψει μέσα σε ´κείνα τα τρία μερόνυχτα.
-Το ,,χαρανί ,,είναι γιομάτο! Η αλυσίβα έτοιμη, τώρα πλυθήκαμε ούλοι. Τράβα και συ γιόκα μου, άιντε λεβέντη μου, άιντε παλληκάρι μου, του είπε συγκαταβατικά και τρυφερά, όπως μόνο μια μάνα γνωρίζει ν´αγγίζει την ψυχή και το έξω του παιδιού της.
Έχω μαγερεμένο και ιμάμ που πολύ τ´ορέγεσαι. Η Νικολέττα ´τοιμάζει κιόλας το τραπέζι. Κι ο Νικολάκης από
´κει έναι κι εννοούσε το διπλανό χωράφι, όπου νά ´ναι έρχεται και ,,δαύτος,, και τα μάτια της δεν έλεγε να τα πάρει από πάνω του!
Τρία μερόνυχτα νηστικό είχε ,,ρέψει,, το παληκάρι της! Στράγγιξε σαν τη ,,στριγκλιάτα,, που καθημερινά η Διονυσούλα έριχνε στα τουλπάνια, για να φτειάξει τις βελούδινες, μυρωδάτες, βουτυρένιες μυζήθρες της. Και καλά ,,εκεινώνε,, ήταν η μοίρα τους να στραγγάνε, του γιόκα της η μοίρα ήτανε ν´αντριεύει κάθε ημέρα πιότερο και τούτο με νηστικομάρα και με ντέρτια δε ,,γένεται,,!
Στο μεταξύ η Γιωργίτσα μόλις επέστρεψε από την Καλύδωνα, έπρεπε να πάρει τα καλά της τα σκουτιά βλέπετε για τον αρραβώνα και τράβηξε κατ´ευθείαν στου Αναστάση. Ήξερε πως εκεί θα είχε ζεστό φαΐ, καλή παρέα, χαζή ήτανε να μην πάει; Άσε που είχε και την περιέργεια, ετούτο το σαράκι που την έτρωγε ,γιατί συνέχεια ήθελε να μαθαίνει τι γένεται στου καθενού το σπίτι. Με το πρόσχημα λοιπόν ότι τους φέρνει νέα, ξεσούρωσε ατός της κι απατός της, με τα ,,σέα,, της και τα ,,μέα,, της που λένε!
Την ώρα ακριβώς που η Διονυσούλα ,,κένωνε ,,το δικό της το πιάτο για να κάτσει στο τραπέζι.
-Γεια σας, να με συμπαθάτε, σας βρίσκω και στο φαΐ ,τους είπε. Έρχουμαι από κάτου κι εννοούσε την Καλύδωνα και είπα να σας φέρω τα χαιρετίσματά τους και τα νέα τους!
- Καλώς όρισες, Γιωργίτσα, είπε ο Αναστάσης εκπροσωπώντας την οικογένεια, κάτσε να φας μαζί μας!
Στη Διονυσούλα και τον Αναστάση δεν άρεσε καθόλου αυτή η επίσκεψη τούτη την ώρα και τέτοια ημέρα που την καρτερούσανε του κόσμου οι δουλειές μα και που η ψυχική τους διάθεση ήτανε αναστατωμένη θέλανε νά ´ναι μοναχοί τους να κουβεντιάσουνε τα του ,,οίκου,, τους, όπως συχνά έλεγαν με παραφθορά τη λέξη κι οι δυό τους, τα του ,,γοίκου,, μας, λέγανε!
Μοναχά ο Θοδωράκης χάρηκε, γιατί θα μίλαγε συνέχεια η Γιωργίτσα και θα γλίτωνε ο ίδιος τις ερωτήσεις της οικογένειας, γιατί ευτυχώς η Γιωργίτσα δεν ήξερε τίποτα για το φευγιό του.
Κούνια που τον κούναγε όμως! Θα ξέφευγε από τα δίχτυα της καπάτσας της Γιωργίτσας; Η πρώτη βολή έπεσε κατά πάνου του.
-Θοδωράκη μου, έχεις πρώτα τα χαιρετίσματα από την όμορφη αρραβωνιαστικιά σου, που μοιάζει με γαρούφαλο, που μοιάζει με φεγγάρι και τώρα που είναι ούλα έτοιμα κι εσένα καρτεράει λάμπει το πρόσωπό της κι αστράφτει και τρέμει σύγκορμη από τη λαχτάρα να σε ιδεί.
Στερνά σε χαιρετάνε οι γονιοί της και ούλο της το σόι και καρτεράνε το ταχύ να την αρρεβωνιάσεις. Να σκάσει ούλη η γειτονιά και οι πάρα πέρα ρούγες!
Πώς τά ´λεγε η άτιμη! Και πώς σε μαλαγάνιαζε, πώς γινόταν πιστευτή, πώς με το γάντι σ´έφερνε στα μέτρα της!
Και ,,Ω,του θαύματος,,! Τα λόγια της Γιωργίτσας τα μαγικά, το είχε τούτο το προσόν ,,πανάθεμά την,, , η ανάγκη να μην προδώσει τα ,,κογενειακά,, του και τα προσωπικά του στη Γιωργίτσα, για τ´ότι τον ωρίμασε αγάλι -αγάλι το ξεμονάχιασμα όπως είχε προβλέψει ο Αναστάσης;  Ό,τι κι αν ήταν με πρωτόγνωρη άνεση που ξεπέρναγε και τον πατέρα του, με όρθιο το κεφάλι, που δεν το ξανά ´ριξε ποτέ από τότε,πήρε το ποτήρι με το κρασί στα χέρια του χωρίς να καρτερέσει τον Αναστάση και σηκώθηκε ορθός, υποχρεώνοντας και τους άλλους να κάμουνε το ίδιο και τσουγκρίζουντας πρώτα με τον πατέρα του, στερνά με τη μάνα του, τ´αδέρφια του και τελευταία τη Γιωργίτσα κι όχι πρώτη, όπως καρτέραγε η υψηλότητά της, το είχε παραξηλώσει το πράγμα, ίσως και γι´αυτό το έκαμε ο Θοδωράκης, μπορεί να ήθελε να την βάλει στη θέση της, ύψωσε το ποτήρι και είπε:
-Ευχαριστώ, θειά Γιωργίτσα, ευχαριστώ πατέρα, μάνα, αδερφοί, που τόσα κάματε για τη χαρά μου! Μετά χαράς θα την αρρεβωνιάσω τη Θοδώρα και θα την έχω κορώνα στο κεφάλι μου!
Ξανά τσούγκρισε κεφάτος άλλη μια βόλτα και ήπιε μονορούφι το ποτήρι του. Έκατσε σαν αρχηγός κι ο Αναστάσης ετούτο δω το χάρηκε τόσο, που έστριψε το μουστάκι του και όρμησε με λαχτάρα στ´αγαπημένο του φαΐ.Αντί να μουγκρίζει όμως εκείνος από τη νοστιμάδα ε μούγκρισε η Γιωργίτσα.
-Γεια στα χέρια σου συμπεθέρα, της είπε κι έβαζε με βουλιμία τις μπουκιές απανωτές στο στόμα της. Μμ και μμ και δε συμμαζεύεται!
Η Διονυσούλα σχεδόν έμεινε νηστική, γιατί το πιάτο της το παραχώρησε στη Γιωργίτσα, που παρουσιάστηκε την πιο ακατάλληλη στιγμή και μπερδεύτηκε στα πόδια τους και έξυσε που λέει ο λόγος την κατσαρόλα για να μαζέψει ό,τι είχε απομείνει και να το βάλει στο δικό της πιάτο. Μα ποιος έδωσε σημασία! Μονάχα η Νικολέττα το μυρίστηκε και σε ανύποπτο χρόνο συμπλήρωσε της μάνας της το πιάτο, παίρνοντας από το δικό της μια μεγάλη πηρουνιά και βάζοντάς την σε κείνη!
Τα μάγουλα του Θοδωράκη ξαναμμένα, με το χρώμα της χαράς ζωγραφισμένο και της αντρίκειας υπόστασης τον ερχομό προκαλούσαν τα τρυφερά βλέμματα των γονιών του και όπως έτρωγε με όρεξη ,ήτανε φιγουρίνι, χάρμα των ματιών και χαρά της ψυχής τους.
Πήγανε και ήρθανε τα πες από δω, πες από ´κει, άναψαν τα αίματα από τον ,,κράσο,, και τσούγκρισμα στο τσούγκρισμα άρχηνίσανε ούλοι να λαλάνε πιότερο από το κανονικό και μεσημεριάτικα ήρθανε στο ,,τσακίρι κέφι,, και ,,βουρλιστήκανε,, να το ρίξουν στο τραγούδι και στο χορό.
- Μμμμμμμμμμμμμ ! Ααααας πάν´...
-Ταχειά τα τραγούδια και οι χοροί, είπε ο Αναστάσης και φίλησε το γυιό του με λατρεία, όπως και μ´άλλη τόση τόνε καμάρωσε στο τραπέζι. Τώρα ,,αναπαείτε,, και στερνά ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του!
Αποχώρησε με μια ευτυχία μέσα του, που κανένας δε λογάριαζε και που ο ίδιος δεν πίστευε στ´ αυτιά του και στα μάτια του! Έστριψε κι έκαμε το σταυρό του!
Τον περίμενε πολλή δουλειά μέσα στο απόγιομα!
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ
Τ´ ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ

Δεν ήταν του καιρού τα παιχνιδίσματα, δεν ήταν της αράδας του τα γέλια! Το σπιτικό του είχε αξιοπρέπεια κι ο λόγος των αντρών του ήταν μπεσαλής!
Η Διονυσούλα Σαββάτο βράδυ τά ´χε ούλα έτοιμα για την περίσταση που θά ´βγαζε ασπροπρόσωπο το σπίτι της και τους ανθρώπους του. Ο μπακλαής έτοιμος σιροπιασμένος κι η κανίστρα που θα τον δεχόταν στολισμένη με κεντίδια και λουλούδια, που την τελευταία στιγμή θα έβαζαν για να διατηρηθούν φρέσκα και δροσερά. Τα στολίδια της νύφης,  τ´αναγκαία, μια καρφίτσα, σκουλαρίκια, το γιορντάνι του λαιμού, το φουστάνι, το κοντογούνι ,το χτένι, το καθρεφτάκι, μια πλάκα σαπούνι κι ένα ψαλίδι. Δεν ήσαν πλούσιοι μα η αξιοπρέπεια βασίλευε σε ´κείνο το σπίτι και όλα έπρεπε νά ´ναι σωστά, όπως συνηθιζόταν. Δεν έπρεπε να ύστερούν σε τίποτα! Οι παραδόσεις και τα έθιμα πάνω απ´όλα!
Οι βέρες αγορασμένες από μέρες στα κουτάκια τους, διπλωμένα σε μεταξωτό μαντήλι, το αρνί, τα σκουτιά τους, όλα στην τρίχα, δεν έμενε παρά η ώρα η καλή που θα ξεκίναγαν η οικογένεια, οι καλεσμένοι που ήσαν συγγενείς και φίλοι με μπροστάρη το γαμπρό πάνω στ´άλογα τα στολισμένα με κουβέρτες και κιλίμια γιορτινά, με πλούσια στολίδια, τα καλύτερα! Όλη αυτή η διαδικασία ήταν όμορφη, πρόδιδε χαρά, υπευθυνότητα,ήταν σταθμός στη ζωή του ανθρώπου και τέτοιες χαρές ήσαν καλοδεχούμενες από γνωστούς και φίλους κι απ´όλο το χωριό. Το κλίμα το δημιουργούσαν, την ευχάριστη κατάσταση, το τραγούδι, το κέφι, το γλέντι. Δεν εννοείτο παρόμοια περίσταση χωρίς κέφι και γλέντι .Πώς λοιπόν θά ´λειπε από του Αναστάση το σπίτι κάτι τέτοιο; Φτάνει πού ´βλεπε το γιόκα του να χαμογελάει. Στο πρόσωπο του Θοδωράκη έβλεπες έναν άλλο άνθρωπο, πρόσχαρο, γελαστό, καλοσυνάτο. Τίποτα από την εικόνα του δεν πρόδιδε το μεγάλο μαρτύριο που βασάνιζε μέχρι τώρα την ψυχή του! Ο αρραβώνας θα γινόταν την Κυριακή κατά τα συμφωνηθέντα. Πρωΐ-πρωΐ ο γαμπρός έστειλε στη νύφη το αρνί, νοικοκυρεμένο, φροντισμένο, μέσα στη μεγάλη κοφίνα ακουμπισμένο κυκλικά και σκεπασμένο με πεντακάθαρη άσπρη μεσάλα. Ο ανύπαντρος ξάδερφός του ο Γιάννης προσφέρθηκε να κάμει αυτή τη δουλειά με συντροφιά δυο ακόμα ανύπαντρους φίλους του Θοδωράκη και επέστρεψαν για να ξαναπάνε το βράδυ μαζί με τους νοικοκυραίους, το γαμπρό, τους συγγενείς και φίλους. Το κέρασμα της νύφης ήταν η πληρωμή τους και η χαρά ότι εξυπηρέτησαν το γαμπρό, μαζί με τις ευχές: και στα δικά τους, η πλήρης αποζημίωσή τους. Η χαρά του ενός εκείνο τον καιρό ήταν και χαρά του άλλου.Τη χόρταιναν τη χαρά οι άνθρωποι, τη ρούφαγαν ως το μεδούλι τους, δεν αποκόβονταν απ´αυτήν. 
Το απόγιομα δεν άργησε να έρθει και το βραδάκι επίσης.
Στην ώρα του το ανθρώπινο μελίσσι με κάθε επισημότητα, με χαμόγελα και ο καθένας με τ´άλογό του στολισμένο με τα γιορτινά κιλίμια ξεκίνησαν για τον ιερό σκοπό. Μπροστά οι καβαλαραίοι με τις κανίστρες, που είχαν μέσα τα γλυκά και τα δώρα της νύφης, ξωπίσω ο γαμπρός, ο Αναστάσης, η Διονυσούλα, η Γιωργίτσα, ούλοι τους στολισμένοι με τα καλά τους και παρά πίσω οι υπόλοιποι καλεσμένοι.
Στο δρόμο μιλούσαν μεταξύ τους, χαριεντίζονταν, γελούσαν κι αντιλαλούσαν οι θόρυβοι από το κροκάλισμα των πετρών στο πάτημα των πεταλωμένων αλόγων και η ηχώ από τις χαρούμενες φωνές τους πισωγύριζε στ´αυτιά τους δημιουργώντας μια ευχάριστη, ειδυλλιακή ατμόσφαιρα.
,,Ανοιχτούς,, αρρεβώνες θά ´κανε ο Αναστάσης στο γιόκα του, να καεί ,,το πελεκούδι,,! Ν´αστράψει η λαμπράδα του κι η ομορφιά του και τ´όμορφο παράστημά του να κουβεντιάζεται για το υπόλοιπο της ζωής του στα γύρω χωριά και ταίρι να μην έχει!
Ο Φώτης ,ο πατέρας της Θοδώρας, καρτέραγε στο έμπα του χωριού τους συμπεθέρους κι όταν εκείνοι φάνηκαν τους καλωσόρισε και τους οδήγησε στο σπίτι .Εκεί τους περίμεναν οι καλεσμένοι της νύφης και τα καλωσορίσματα έδιναν κι έπαιρναν από παντού. Το σούσουρο από τους ακάλεστους έδινε κι έπαιρνε: έτσι είν´ οι γονέοι του, έτσι ο γαμπρός, έτσι η προξενήτρα, τόσοι οι συμπεθέροι κι ό,τι βάλει ο νους του καθενός στα πρόθυρα τό ´βρισκες.
Μ´ένα πήδο κατέβηκε ο γαμπρός, λεβέντης με τα ούλα του, έπήρε την κανίστρα με τα στολίδια της νύφης, απήδηκε κάτω από τ´άλογο ο Κωσταντής που τήνε κράτηγε, άλλοι δώκανε χέρι στο Θανάση που βάσταγε την κανίστρα με το γλυκό, ξεπεζέψανε κι οι άλλοι και όλοι ανέβηκαν στην απλόχωρη σάλα.
Επιτετραμμένοι φρόντισαν τ´άλογα και επόπτευαν το χώρο, γιατί τέτοιες μέρες ψάχνουν οι επιτήδειοι για να ξαλαφρώσουν τους νοικοκυραίους.
Στο σπίτι της Θοδώρας έλαμπαν τα πάντα. Μέχρι κι έξω από την αυλή ως πέρα το δρόμο της αγοράς δεν υπήρχε σκουπιδάκι και το πλακόστρωτο της αυλής άστραφτε από το πολύ το γυάλισμα, τόσο που κάποιος απρόσεχτος γλύστρισε κι έπεσε, μα ποιος έδινε σημασία σε ασήμαντα περιστατικά; Σηκώθηκε μοναχός του, δε χρειάστηκε ούτε να τιναχτεί με τέτοια πάστρα τριγύρω κι ούτε η γάτα ούτε η ζημιά της.
Βάζα με λουλούδια διάσπαρτα σε θέσεις κλειδιά ομόρφαιναν το χώρο. Ήσαντε ξακουσμένες για την νοικοκυροσύνη τους κι οι δυο γυναίκες.
Με το που οδηγήθηκαν στη σάλα το μάτι των γυναικών έπεσε 
στο κάτασπρο ολοκέντητο τραπεζομάντηλο, που η ίδια η Θοδώρα είχε φροντίσει. Το ζύγιζε από δω, το ζύγιζε από ´κει να μη περσεύει ούτε πόντος παράταιρος και καμάρωνε η ίδια για την αξιοσύνη της.
Η μάνα της είχε ακουμπήσει απάνω του τον ασημένιο δίσκο με τα κουφέτα, ναι είχε ασημένιο δίσκο, μια εικόνα κι άφηκαν χώρο για τις βέρες που θα τις έφερνε ο γαμπρός .
Τα γλυκά περίμεναν αραδιασμένα στη σειρά και τα φαγητά με το αρνί του γαμπρού σε πρώτη θέση έσπαγαν μύτη από τ´αγνάντιο ακόμα.
Ο παπάς περίμενε κι αυτός προσκαλεσμένος να ευλογήσει και ,,να περάσει ,,τις βέρες, αλλά και σαν χωριανός από τους αξιολογότερους είχε πάρει κιόλας τη θέση του δίπλα στο τραπέζι και ζήτησε τις βέρες από το γαμπρό. Δυο ολόχρυσα δαχτυλίδια ξεπρόβαλαν από την κανίστρα των δώρων καθώς ο Θοδωράκης τα ξετύλιξε από το μεταξωτό μαντήλι, που τα είχε η μάνα του τυλιγμένα κι άστραψαν στο φως των λαμπών, που ήσαν πολλές τριγύρω κρεμασμένες, για να φωτίζουν και να κάμουν τη νύχτα μέρα για την περίσταση ειδικά. Ο παπάς τις πήρε και τις ακούμπησε στο χώρο του δίσκου, που ήτανε φυλαγμένος γι αυτό το σκοπό. Είπε να πάρουν θέση ο γαμπρός δεξιά και η νύφη αριστερά του, οι γονέοι τους κι ούλοι οι άλλοι τρογύρω και πριν καλά-καλά η Θοδώρα προκάμει να εισπράξει τη χαρά από τη θωρειά του αγαπημένου της, που με τόση λαχτάρα κι αγωνία καρτέραγε, ο παπάς πήρε τις βέρες τις πέρασε τρεις φορές σταυρωτά από το εικόνισμα και με την πεντακάθαρη στεντόρια φωνή του:
- Αρραβωνίζεται ο δούλος του Θεού Θεόδωρος, την δούλην του Θεού Θεοδώραν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν! 
Περνάει το δαχτυλίδι με το όνομα της Θοδώρας στον παράμεσο του Θοδωράκη. Εκείνος χωρίς να σαλέψει από τη θέση του σοβαρός σκύβει και του φιλεί το χέρι.
-Η δούλη του Θεού Θεοδώρα αρραβωνίζεται τον δούλον του Θεού Θεόδωρον, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου πνεύματος . Αμήν!
Περνάει το δαχτυλίδι με το όνομα του Θοδωράκη στον παράμεσο της Θοδώρας κι εκείνη δε μπορεί να κρύψει τη χαρά της, ένα χαμόγελο γλυκοχαράζει στα χείλη της κι έχει την ορμή περίσσεια να τον αγκαλιάσει επί τόπου και να τόνε φιλήσει. Ποιος τολμάει όμως να κάμει τέτοιο πράγμα; Αρκείται στο μειδίαμα και σκύβει και φιλεί το χέρι του παπά.
Τώρα ο παράμεσος με τη βέρα απάνω του γίνεται ο διάμεσος που θα στείλει την αγάπη στην καρδιά και που η ευλογία θα εδραιώσει αυτή την αγάπη και θα την κάμει να διατηρηθεί αιώνια δυνατή και ακμαία.
Η Θοδώρα δασκαλεμένη, προτείνει στον παπά το δάχτυλο του χεριού με το δαχτυλίδι που της είχαν φορέσει στα ειδώματα, εκείνος καταλαβαίνει, το παίρνει, το ευλογάει και το μπουρλιάζει δίπλα στην φρεσκοφορεμένη ολόχρυση βέρα της κι έτσι σφιχταγκαλιασμένα το κειμήλιο με το παρόν, κάνουν έναν ισχυρό δεσμό άλυτο και περιχαρακωμένο.
Οι δύο νέοι σήκωσαν επί τέλους κεφάλι. Δέχτηκαν τις ευχές του ιερέα και στη συνέχεια του νουνού, που θα γίνει και ο κουμπάρος τους στο γάμο, των γονιών, των αδελφών, της Γιωργίτσας και όλων των καλεσμένων.
-Να ζήσετε! Καλά στέφανα! 
-Καλά στερεώματα!
Η ευχή επαναλήφθηκε τόσες φορές όσοι ήσαν οι καλεσμένοι.
Πρώτος ο Αναστάσης φίλησε τη νύφη στο μέτωπο και κείνο έκαιγε σα να είχε πυρετό. Την ευχήθηκε κι εκείνη του φίλησε ταπεινά το χέρι. Μετά φίλησε το γιο του, τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια σα να τού ´λεγε: ,,τ´αστεία τελέψανε,, μάζεψε τα μυαλά σου κι αφού είσπραξε το χαμογέλιο του θεώρησε πως συνεννοήθηκαν .
Η Διονυσούλα έκαμε το ίδιο, οι γονέοι της, τ´αδέρφια εκατέρωθεν κι ο κόσμος ούλος που βρισκόταν εκεί.
Ούτε να κοιταχτούν στα μάτια δεν είχαν το θάρρος οι δυο νέοι μα ούτε ν´αγγίξουν χέρι επιτρεπόταν, ούτε και αλαμπρατσέτα καν. Μέχρι το γάμο σε αυστηρή επιτήρηση.
Ο Θοδωράκης έδειξε μεγάλο σεβασμό στα πεθερικά του.
Μια ντουφεκιά διαλάλησε στο χωριό το ευχάριστο γεγονός κι άλλη κι άλλη και το γλέντι φούντωσε.
Φιλέψανε πρώτα γλυκό ζευγαρωμένο, για νά ´χει γλύκες το ζευγάρι και κεράσανε κρασί, ύστερα χόρεψαν η νύφη κι ο γαμπρός και στρώθηκαν στο τραπέζι που στο μεταξύ ήταν στρωμένο και μόνο τα φαγητά έπρεπε να σερβιριστούν.
Τα κρέατα μοσκοβολούσαν στις πιατέλες κι ο αχνός τους έκαμνε τους συνδαιτημόνες να μη βαστιούνται και ξερογλείφουνταν μόνο που δε μούγκριζαν, από ντροπή τους!
Δεν πρόλαβαν καλά -καλά να σηκώσουν τα πιάτα από το τραπέζι και οι μερακλήδες άρχισαν να το λένε:
-Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες συχνολαλούν και λένε...
-Κάτω στα δασιά πλατάνια στην Κρυόβρυση ,Διαμαντούλαμ´,στην Κρυόβρυση...
-Το έρημο τ´αηδόνι, το μοναχό, περπατεί στους κάμπους με τον αητό....
Το ένα τραγούδι έπαιρνε τη θέση του άλλου, όπως και το στίχο το μονόφωνο, τον έπαιρναν όλοι μαζί μετά και τον επαναλάμβαναν τραγουδιστά και η νύχτα ήταν αρκετή να τα χωρέσει ούλα μ´ευχαρίστηση και το κρασί είχε πάρει απόφαση να βοηθήσει την κατάσταση. Τα ποτήρια πηγαινοέρχονταν και ,,οι ρούφουλες,, τ´άδειαζαν στο πι και φι και δώσ´ του κι άλλο και τελειωμό δεν είχε το πήγαιν´έλα.
Μια φορά κανείς αρρεβωνιάζεται και γλεντάει καθώς πρέπει, με ούλη του την ψυχή. Ποιος μπορεί να φέρει σκώμμα στις προσταγές της μοίρας; Μονάχα η ίδια! Κι είναι να μην τ´αποφασίσει. Ειδ´άλλως ,,κλάφτα Χαράλαμπε,,!
-Φίλοι μ´καλώς ορίσατε να φάμε και να πιούμε....
Και δώσ´ του τσουγκρίσματα και δώσ´του ευκές και τ´άστρα όξω χαμογελούν και αχνοφέγγουν στην ευτυχία που διαγράφεται στον ορίζοντα.
-Τη σκάλα π´ανεβαίνεις και τα σκαλώματα
όλο νάζια μου κάνεις κι όλο καμώματα...
- Ας πάω να ιδούν τα μάτια μου πως τα περνάει η αγάπη μου....
Η Σουλτάνα και η Γιωργίτσα σε θέση περίοπτη όλο σου, σου, σου και κρυφόγελα, όλο νάζι και ιδέα. Ήτανε τούτο χαρά που συγγενής τους έπαιρνε ένα παίδαρο μπας κι ήτανε τα μαγικά της Σουλτάνας που απαγόρευαν στο Θοδωράκη να πράξει κατά πως έλεγε η καρδιά του;
Γιατί ,,σκουντούφλιασε,, ξαφνικά το πρόσωπό του κι ούτε μια κλεφτή ματιά δε ρίχνει κατά την αρρεβωνιαστικιά του;
Ποια σκέψη έσκιαξε τ´όμορφο παρουσιαστικό του; Πήρε το ντουφέκι βγήκε στο μπαλκόνι κι έριξε δυο σμπάρα απανωτά, έτσι για να ξεθυμάνει, καπάκι άλλα δυο κι ακόμα δύο! Κάποιος άλλος στη θέση του σε κοντινό χωριό, όταν του απαγορέψανε να παντρευτεί τη γυναίκα π´αγαπούσε το ´καμε το απονενοημένο διάβημα και τους ,,μαλινάρισε, ούλους μα πιότερο τους άκαρδους γονιούς του που, αφού δεν τον καταλάβαιναν, όταν τους εξηγούσε, τους έκαμε και το κατάλαβαν μια και καλή. Λιποθύμησε η μάνα, κίτρινος σαν το κερί έγινε ο πατέρας και το γαμήλιο δώρο που τους έκαμε ο νιος, ο γιος τους ο όμορφος κι ο λεβέντης, τους έστειλε ,,ογλήγορα στον τάφο. Μονάχα εκεί τους ταίριαζε πλέον διαμονή ,κοντά του!
Ο Αναστάσης το θυμήθηκε το περιστατικό κι έτρεξε ξωπίσω του. Του ´δωκε δυο -τρία απανωτά χτυπήματα στον ώμο, φτάνει, του είπε και τον τράβηξε πίσω μέσα. Ο Θοδωράκης είχε μάθει από μικρός να ελέγχει τον εαυτό του! Ήταν όμως φανερό πως είχε κάμει έφοδο εκείνη η οπτασία η λυτρωτική αλλά και βασανιστική. 
Έφερε τα χέρια του δυο τρεις φορές κυκλωτικά στο πρόσωπό του, τέντωσε ανακλαριστά τους ώμους του και ξανά κάθισε στη θέση του. Η Σουλτάνα κι η Γιωργίτσα τον είχανε από κοντά, μα αν τους βάσταγε ας τον έπαιρναν κατά πόδι! Ήτανε κάποιοι κανόνες εκείνο τον καιρό, που αν δεν τους τηρούσε κάποιος, πάντα είχε να κάμει με κάποιον ιεραρχικά αξιότερό του. Έτσι το μόνο που έκαναν ήταν να μουρμουράνε κάτι ξόρκια από μέσα τους.
Πάντως η Θοδώρα κι ας καθόταν δίπλα του, δεν είχε το δικαίωμα να ρωτήσει πού πάει ,ούτε γιατί της έπεφτε λόγος να ρωτήσει. Καρτερούσε με υπομονή την επιστροφή του κι όταν τον ένιωσε δίπλα της ανάσανε μ´ανακούφιση, το ίδιο και οι δυο γυναίκες. Όσο για τους άλλους δεν ήξερε τίποτα κανείς, οπότε όλα φάνηκαν φυσιολογικά.
Τα πειραχτήρια της παρέας όμως δεν έχασαν την ευκαιρία να ξεμπροστιάσουν το γαμπρό και με τον τρόπο τους να τον επαναφέρουν στην τάξη.
-Τι έγινε γαμπρέ κουράστηκες κιόλας, τι μούτρα είναι τούτα;
Εκείνος τότε πήρε το ποτήρι του, το ύψωσε, είπε στην υγειά σας, ανασηκώθηκε μάλιστα, χαμογέλασε πηγαίνοντας το βλέμμα του προς όλους του τραπεζιού και σέρνοντάς το από τη μια του άκρη ως την άλλη, με νεύμα συγκαταβατικό ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον. Ο Αναστάσης σήκωσε κι αυτός το ποτήρι του:
-Άιντε ρε, ξεψυχίσατε κιόλας; Σηκωθείτε να φέρουμε μια γυροβολιά!
Ξάνοιξαν τα τραπέζια, δημιούργησαν μια αυτοσχέδια πίστα και υπάκουα στο πρόσταγμα ,,εκαρτέρουν,,!
Ο Αναστάσης ,,έδωκε μαντήλι,, στη νύφη με το δεξί του, με τ´αριστερό έπιασε το γιο του και ο καλαματιανός κράτησε για τα καλά με το τραγούδι του κιόλας!
-Σαν πας στην Καλαμάτα και ´ρθεις με το καλό, φέρε μου ένα μαντήλι να δένω στο λαιμό...
Η Θοδώρα χόρεψε με χάρη, όση η περίσταση το καλούσε να βγάλει, γιατί εκείνη το μέσα της ένιωθε να κοχλάζει κι ήθελε ξεστρατίσματα κι ήθελε αγάπες κι είχε κέφια για τούτο. Πώς κρατήθηκε, ένας Θεός ξέρει.
Ύστερα έδωκε θέση μπροστάρη στο γαμπρό και τη Θοδώρα την έβαλε στ´αριστερά του.
Ο Θοδωράκης, όπως δεν τον είχε ματαϊδεί κανένας να χορεύει, έσυρε το τσάμικο με τόση λεβεντιά, που κάθε πρόσκαιρη αποκοτιά εξανεμιζόταν και την παρέσερναν μακριά τα σουταριστά βήματά του.
Στα δέκα οχτώ της η Θοδώρα μέσα στα φανταχτερά στολίδια της, δώρα που της φόρεσαν ο γαμπρός, οι γονείς, οι συγγενείς του γαμπρού αμέσως μετά τον αρραβώνα, που απάνω στο πανάκριβο φουστάνι της με το βιολετί χρώμα ζωγραφίζουνταν τα ροδισμένα αδύνατα μαγουλάκια της, τα κολλημένα από αιδώ στα γόνατά της αδύναμα χεράκια της, που τόση αξιοσύνη πρόβαλαν και τα κουκουλωμένα από το φουστάνι λιγνά ποδαράκια της, που μόνο να τα υποψιαστείς μπορούσες παρατηρώντας το υπόλοιπο λεπτεπίλεπτο σωματάκι της, που μέσα στην αγκαλιά του Θοδωρή μια μπουκιά κορμάκι, κουκλίτσα κοριτσίστικη χωρίς πιασίματα και τροφαντάδα, η κατοπινή Τουϊγκι θα ωχριούσε μπροστά της.
Ο Θοδωράκης από την άλλη ψηλός σαν κυπαρίσσι, με το κατάμαυρο μαλλί, τα στιβαρά μπράτσα και τα καλογυμνασμένα από τις οδοιπορείες πόδια του, που διαγράφονταν μέσα από την κοντή φουστανέλα του και τις εφαρμοστές κάλτσες κι έφταναν χυτά ίσαμε κάτω τα τσαρούχια, που ήτανε το καμάρι του και το πουκάμισό του το καλό και το γιλέκι και η ζώνη, όλα του χάριζαν λεύτερες κινήσεις που αναδείκνυαν το χορό του και τη λεβέντικη κορμοστασιά του!
Χόρεψαν με τους αρραβωνιασμένους οι γονείς της Θοδώρας, τ´αδέρφια και οι λοιποί. Έτσι τα ντέρτια μοιράστηκαν και από μια γουλίτσα ο καθένας σκόρπισαν! Είναι και να γνωρίζεις πως να διώχνεις τους καημούς. Είναι τέχνη και τούτο.
Ο χορός άναψε πάλι τα αίματα και το πιοτό έδιωξαν τις σκέψεις και χωρίς να το καταλάβουν ξημέρωσε ! Καιρός για διάλυση και αναχώρηση!
Ασπασμοί, χαιρετούρες, ευχές από την αρχή, κεράσματα! Κάνιστρα με δώρα από τη μεριά της νύφης στο γαμπρό, στα πεθερικά και στη Γιωργίτσα κάτι ,που όμως ,,του λόγου της,, έμεινε εκεί, κοντά τους, βιγλάτορας, φρουρός! Έτοιμη για επείγουσες καταστάσεις!
Τ´άλογα στήθηκαν στη σειρά. Πού βολεύτηκαν τόσα ζά; Φοβάμαι πως κι ανάμεσά τους θα πλέχτηκαν ειδύλλια απόψε ,γιατί με τόσο στρίμωγμα ήταν αναπόφευκτη η προσέγγιση και ,,τα χνώτα,, με κάποιων θα συνταίριαζαν!
-Με την ίδια σειρά που ήρθαν, με την ίδια πισογύρισαν!
Τώρα τα πουλιά θα σκόρπιζαν το νέο στα πέρατα και όλοι θα μάθαιναν το ευτυχές γεγονός.
-Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια....
Σ´ ούλο το δρόμο τραγούδια, πειράγματα, μεθυσμένοι, ξεμέθυστοι το ίδιο πράγμα ήσαν. Κανένας δε μπορούσε να λογαριάσει.Τα ζα πηγαίνανε μοναχά τους, κανένας δεν τα οδηγούσε, κανένας δεν τ´,, αχούγιαξε,,. Η Ανατολή τους υποδέχτηκε και η Λενιώ μαζί, καθώς πέρασαν μπροστά από το σπίτι της. Οι ματιές τους συναντήθηκαν σε μια αστραπιαία κίνηση και δυο δάκρυα κύλησαν από τα γραμμένα μάτια της Λενιώς. Δάκρυα που χάραξαν δρόμους και πορεία, δάκρυα που δρόσισαν και παίδεψαν, δάκρυα που λύτρωσαν και βασάνισαν! Δάκρυα που σφράγισαν μια αγάπη; Και σφραγίστηκε μια εποχή; Θα δείξει!
Η Θοδώρα βιαζόταν πότε να τελειώσουν τα κεράσματα, για να περιεργαστεί τα δώρα της! Ήτανε βαθιά συγκινημένη!
Δεν πίστευε στα μάτια της! Όλα με τάξη, με νοικοκυροσύνη, με αγάπη βαλμένα κι έβγαζαν όλα τη μυρουδιά της καλοσύνης! 
Η Κυριακή, που θα τα φόρηγε να πάει μαζί του στην εκκλησιά, αργούσε πολύ. Εκείνη τώρα δα ήθελε να τα φορέσει, να χαρεί τη μυρουδιά τους και να χαρεί τη χαρά της. Δεν την παίρνει να κάμει αλλιώς, θα περιμένει!
ΜΕΡΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

Απ´ ότι φαίνεται ο καημός δε σβήνει με μια απόφαση! Ίσως ο χρόνος, ίσως! Μετά από τους επίσημους αρραβώνες του Θοδωράκη η Λενιώ το πήρε απόφαση πως δεν υπήρχε γυρισμός. Προσπάθησε ν´αποδιώξει το νου της, μα εκείνος δεν ήθελε να την αφήσει μοναχή κι όλο στριφογύριζε στο προκείμενο, που κάποιες φορές μάλιστα κινδύνεψε να την προδώσει. Ο Θοδωράκης, με το που άλλαξε ,,τό ´κοψε ,, κατ´ευθείαν για τα γαλάρια. Εκεί με την ήσυχία του θα ξεκαθάριζε το μυαλό του και θ´αποχτούσε την ηρεμία του. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Μπόλικο χρόνο είχε αφιερώσει ο νους του σ´αυτή την αγάπη, έκαμε κι όσες προσπάθειες του ήταν βολετό κι αφού η μοίρα έτσι το έφερε άστηνε κι ας ,,τα κουμαντάρει,, εκείνη τα πράγματα.
Η Θοδώρα όμως ευλογούσε τ´αστέρι της το λαμπερό και δοξολογούσε το Θεό που της έφερε ένα τόσο σπουδαίο νιο για άντρα. Τον είχε ερωτευτεί κιόλας η Θοδώρα τον αρραβωνιαστικό της. Περιεργάστηκε με λεπτομέρεια όλα τα δώρα της, τους έδωκε τη θέση που τους έπρεπε, έφαγε πρωί-πρωί ένα κομμάτι ,,μπακλαή,, ,πήρε μια ,,βήκα,, και στολισμένη, σα να πήγαινε στην εκκλησιά, κι αστραποβολούσα πήγε στην κεντρική βρύση για νερό ,,τάχαμας,,. Πόσες φορές πηγαινοερχόταν για νερό μέσα στην ημέρα η Θοδώρα, μονάχα εκείνη ήξερε.
-Να ζήσετε, τσιούπραμ´!
-Να ζήσετε, κοπέλα μ´, καλά στέφανα!
-Να ,,ζήσουτε,, ,Θοδωρούλα μ´! Και στων αδερφιών σου!
Αυτά ήθελε ν´ακούει και μ´αυτά θα τρεφόταν ίσαμε την Κυριακή που θα πήγαινε μαζί με το Θοδωράκη στην εκκλησία του χωριού της. Εκείνος είχε το λεύτερο να πηγαίνει από ´κει και πέρα όσες φορές ήθελε στην αρρεβωνιαστικιά του, εκείνη όμως μέχρι το γάμο δε μπορούσε να πάει στο δικό του σπιτικό, ούτε στο χωριό του.
Μα αυτό δεν την ένοιαζε και πολύ, αρκεί που θα ερχόταν εκείνος. Και η Κυριακή δεν άργησε να ´ρθει, παρ´ότι της Θοδώρας της φάνηκε αιώνας!
Ο Θοδωράκης έπρεπε να κάμει το χρέος του. Δεν του έφταιγε και σε τίποτα η Θοδώρα. Με την πρώτη καμπάνα ντύθηκε, στολίστηκε κατά τα ειωθότα και αποφασιστικά, με μεγάλες δρασκιελιές, τράβηξε κατά την Καλύδωνα. Δεν ήθελε να πάρει ούτε το άλογό του. Τι κι αν του είπε η μάνα του θα λεκιαστούν τα σκουτιά του, τι ο ίδιος που το καταλάβαινε, ήθελε να πηγαίνει κόντρα σ´ούλα, ακόμα και στη μάνα του, που δεν της εχάλαγε ποτέ χατήρι.
Η Θοδώρα τον περίμενε στολισμένη με τα δώρα του. Έλαμπε από την κορφή ως τα νύχια.  Έλαμπε το μέσα της πιότερο από το όξω της. Οι γονείς της και οι αδελφές της ήσαν το ίδιο χαρούμενοι και έτοιμοι για τη μεγάλη επίσημη έξοδο της κόρης τους στην κοινωνία. Η Θοδώρα αρραβωνιάστηκε. Η Θοδώρα ,,ταχτοπηγήθηκε,,. Η Θοδώρα,, έκλεισε την αράδα της,, λέγανε στις συζητήσεις κι αυτό έπρεπε ν´αποδειχτεί κι έμπρακτα.
Η πρωϊνή φθινοπωριάτικη δροσούλα, η συνοδεία των πουλιών, οι πέρδικες στην περδικόβρυση και το χρέος οδήγησαν γρήγορα τα βήματά του στο σπίτι της Θοδώρας.
Η Θοδώρα σκίρτησε στ´αντίκρυσμά του. Χαιρέτησε πρώτα τα πεθερικά του με σεβασμό φιλώντας τους το χέρι και τελευταία την αρραβωνιαστικιά προτείνοντάς της απλά το χέρι. Ούτε που της εμίλησε, ούτε που την εκοίταξε στα μάτια, ούτε καν της πρότεινε το μπράτσο που είχε αρχίσει να γίνεται της μόδας για τους αρρεβωνιασμένους. Της άξιζε αυτό της Θοδώρας που τόνε καρτέραγε με τόση λαχτάρα; Που ήτανε έτοιμη να ορμήσει απάνου του και να τον αγκαλιάσει; Να κάμει αυτό που της έλεγε η καρδιά της και ν´αγνοήσει και ήθη και παραδόσεις; Όχι βέβαια, αλλά η Θοδώρα ήξερε να περιμένει. Είδε τα σκονισμένα του παπούτσια κι έτρεξε να του τα ξεσκονίσει κι ας ήτανε λαμπροστολισμένη. Όπως έσκυψε μύρισε τον μοσκοβολιστό ιδρώτα του και χάρηκε που είχε αυτή την ευκαιρία κι ας αναρωτιούνταν στο χωριό, γιατί ήρθε πεζός ο γαμπρός.
Με το που σκόλασε η εκκλησιά και πήγανε γι αντίδωρο, ο παπάς τους φώναξε πρώτους.Τους έδωκε το ,,ύψωμά τους,, τους ευλόγησε και τους ευχήθηκε. Από ´κείνη τη στιγμή και όλη την ημέρα ήσαν μαζί κι ας μην τολμούσαν ν´αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει από κοντά τις κινήσεις της αρραβωνιαστικιάς του. Τον φρόντιζε μ´αγάπη, όχι από χρέος, το ξεχώριζε τούτο ο Θοδωράκης! Έτρεχε στις σπιτοδουλειές σαν εκείνες τις περδικούλες που είχε συναντήσει στην περδικόβρυση, με χάρη, με καμάρι, με τσαχπινιά και τώρα η Θοδώρα δε ντρεπόταν καθόλου να δείξει τον πραγματικό της εαυτό. Του έφερε καφέ, του πρόσφερε γλυκό του κουταλιού που τό ´φτιαξε με τα χεράκια της, τον κάρφωσε και με την σπιρτόζα ματιά της ίσια μέσα στα μάτια, όταν επίτηδες για μια στιγμούλα τους άφηναν μοναχούς. Μαγεύτηκε ο Θοδωράκης από την απειθάρχητη ετούτη ,,τσιχλίτσα,,.
Διέκρινε ζωντάνια και το σπουδαιότερο αγάπη! Αυτό τον παρηγόρησε. Οι αδερφές της Θοδώρας απασχολήθηκαν στην κουζίνα και στους άλλους χώρους του σπιτιού, για να μη γίνονται ενοχλητικές στο ζευγάρι, αν και το παρακολουθούσαν από μακριά στενά. Ζήλευαν όμως ,,πανάθεμά τες,, ζήλευαν πολύ. Όλο και παρουσιάζονταν μπροστά τους τάχα τες να ρωτήσουν κάτι τη Θοδώρα. Εκείνη, σα να το καταλάβαινε αυτό που τους συνέβαινε, τους έδινε χαρωπά και χωρίς μίσος τις απαντήσεις που χρειάζονταν και εξισορροπούσε τις πληγωμένες από τη ζήλεια καρδιές τους.
Μετά πήγανε, μαζί με τις αδερφές της τώρα, σε δυο τρία συγγενικά σπίτια, κατά πως συνηθιζόταν στο χωριό τους.
Γνωρίζοντας κι από κοντά οι συγγενείς το γαμπρό, μακάριζαν περισσότερο την τύχη της Θοδώρας. Τα τραταρίσματα, συνήθως γλυκό του κουταλιού ήταν πρόσφορο σε όλα τα σπίτια, και οι παινετικές κουβέντες μαζί με κάποιες τυπικές ερωτήσεις ομόρφαιναν τις στιγμές του ζευγαριού που η αμηχανία τους τις είχε κάνει βαριές κι άχαρες. Στην επιστροφή η Θοδώρα θέλησε να του δείξει τον κήπο τους. Εκεί ανάμεσα στα μποστάνια και τις συκοροδακινιές, εκεί κάτω από μία μυγδαλιά και πάρα πέρα κάτω από μια κουκουναριά που ήτανε η φωλίτσα της για όποτε ήθελε να μένει μοναχή της η Θοδώρα, εκεί ήθελε να σταθεί και με το Θοδωράκη της. Του έδειξε πέρα μακριά τον ορίζοντα και τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους. Τι την ένοιαζε αν δεν ήξερε να του πει πως ήταν πέλαγο και το έλεγαν Ιόνιο; Της έφτανε που απλωνόταν μπροστά τους μια τεράστια γαλανή θάλασσα κι έμοιαζε τόσο πολύ με κείνη που έβλεπε ο Θοδωράκης από τη στάνη του κι από το χωριό του. Κι έτσι καθώς τού ´δειχνε τ´αξιοθέατα του κήπου και του γύρω χώρου ,έτσι καθώς κούναγε σα μικρό παιδί τα χεράκια της πέρα δώθε για να του δείξει, ακούμπησε το δικό της πάνω στο δικό του κι άθελά τους ανταμώθηκαν τα βλέμματά τους. Τι κι αν οι αδερφές της είχαν στήσει καραούλι απάνω στο μπαλκόνι; Τι κι αν τα έθιμα το απαγόρευαν; Η Θοδώρα ένιωσε πως μια αγάπη γενιόταν. Δεν τράβηξε το χέρι της μα το άφησε απάνω του κι όσο εκείνο έστεκε εκεί, τόσο ξεμάκραινε ο νους της πλάθοντας γλυκιές εικόνες. Αυτό που έβγαινε από κείνη την τσιχλόφουσκα, που ήτανε μπροστά του, ήτανε κάτι πολύ θετικό, κάτι που δε σ´ απόδιωχνε, κάτι που σε μάγευε, που σ´αποχτούσε. Το ροδαλό, τρυφερό χεράκι, τον έκανε να νιώσει κάτι πρωτόγνωρο. Όχι δεν ήταν έρωτας! Γνώριζε καλά τα σημάδια του. Ήτανε όμως προσέγγιση, ήτανε εκτίμηση, ήτανε κάτι που σίγουρα θα βόηθαγε το Θοδωράκη να ξεχάσει το μεγάλο του καημό. Για τη Θοδώρα όμως ήτανε έρωτας και μάλιστα μεγάλος.
-Θοδώρα, ελάτε ακούστηκε η φωνή της μάνας της και με το άκουσμα ο Θοδωράκης τράβηξε το χέρι του.
Παιδιά,ξαναφώναξε, το φαί είναι έτοιμο, ελάτε, να μη κρυώσει!
-Ερχόμαστε μάνα!
Ανέβηκαν αβίαστα τη σκάλα. Η Θοδώρα προπορευόταν. Της ήταν αδύνατον να φανταστεί πως το βραδάκι θα έφευγε. Τουλάχιστον ας χόρταινε την κάθε στιγμή της ως εκείνη τη στιγμή. Εκείνος ξωπίσω της μύριζε την οσμή της, τα σκουτιά της, χάζευε τα υπέροχα μακριά μαλλιά της και το άρωμα του δεντρολίβανου, που ήσαντε λουσμένα. Στην οξώπορτα στάθηκε, του έδωκε προτεραιότητα.
-Το τραπέζι μοσκοβολιστό, το φαί ,,καλομαγερεμένο,, το κρασί καθώς ο Φώτης τράβηξε το πώμα της κρυστάλλινης ,,καράφας,, ξεχύθηκε αρωματικό.
Καθώς έκαναν όλοι το σταυρό τους...
-Καλώς όρισες, είπε απευθυνόμενος στο Θοδωράκη.
-Καλώς όρισες, είπε και η Ακριβή και τα κορίτσια.
Γεια στα χέρια σου, είπε ο Θοδωράκης στην πεθερά του, καθώς καταβρόχθιζε την πρώτη πεντανόστιμη μπουκιά από το φαγητό του, που έμοιαζε πολύ με της μάνας του.
,, Κατά μάνα, κατά κύρη ,, σκέφτηκε ο Θοδωράκης. Το ίδιο καλή θά ´ναι και η Θοδώρα. Σα να μυρίστηκε εκείνη τη σκέψη του.
-Την άλλη φορά θα μαγειρέψω εγώ μάνα, έτσι;
Κανονικά έπρεπε ο Φώτης να της ειπεί: ,,βούλωστο,,. Δεν της το είπε! Τον είχε βαρέσει ο αέρας της απελευθέρωσης των γυναικών που άρχισε να έρχεται; Χαιρόταν την εξυπνάδα της κόρης του; Και τα δυο καλά ήσαν, καλά έκανε κι αυτός και τα σκεφτόταν.
-Ναι, κόρη μου, της είπε η Ακριβή.
Ξεθαρρεύοντας η Θοδώρα...
-Και τι προτιμάς να σου φτιάξω, είπε η Θοδώρα, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Εκείνος ντράπηκε για το θάρρος της μπροστά στους άλλους και τα χαμήλωσε.
-Ό,τι θέλεις, της είπε.
Στο τέλειωμα, έκαμαν ούλοι το σταυρό τους. Ο Φώτης με το Θοδωράκη πήγανε στο μαγαζί , να γνωρίσουν κι εκεί το γαμπρό και να περάσει λίγο η ώρα μέχρι οι γυναίκες να συμμαζέψουν το σπίτι.
Ήπιανε μια ρακί, κερασμένη. Ο Φώτης διέταξε να κεραστούν ούλοι από κείνον για τις χαρές της Θοδώρας.
-Στην υγεια σας!
-Στην υγεια σας και να ζήσετε! Καλά στέφανα!
Ευχαριστούμε είπε ο Θοδωράκης και όσοι δεν έπαιζαν ,,κολιτσίνα,, μαζεύτηκαν κοντά και συζητούσαν για διάφορα.
Βλέποντας τον ήλιο να γέρνει ο Θοδωράκης εσηκώθηκε. Σηκώθηκε κι ο Φώτης! Χαρετήσανε κι έφυγαν!
Ο απογιοματινός καφές, που ήτανε μοναχά για φιλοξενούμενους, ψηνόταν κιόλας στο μπρίκι! Είπαμε η Θοδώρα ήτανε βαρόμετρο σε κάτι τέτοια.
Έφερε το δίσκο με άδεια τα φλυτζανάκια και το μπρίκι στο χέρι με τον αφρισμένο και γυρισμένο στο τσακ καφέ, μέτριο τον έκανε, ήξερε τα γούστα, και τον κέρασε μπροστά τους, έτσι ώστε να φανεί η νοικοκυροσύνη της.
Να,ούτε σταγόνα δεν της εξέφυγε, κοίτα πόσες φουσκάλες έφτιαξε στο φλυτζάνι του Θοδωρή και του πατέρα της!
Δες πως την παρακολουθούσε ο Θοδωράκης καθώς τον κέρναγε! Τα ποτήρια με το νερό βρίσκονταν ήδη στο δίσκο. Δεν περίμεναν να τους τα προσφέρει, τα πήραν μόνοι τους οι δυο άντρες, ξανά χαιρετήθηκαν και ήπιαν μονορούφι το νερό τους κι αργά-αργά κουβεντιάζοντας τον καφέ τους.
Οι γυναίκες από μέσα τους παρακολουθούσαν και από τα χείλη τους καταλάβαιναν τι έλεγαν. Το κρυφοσχολίαζαν και πού και πού κρυφογελούσαν. Ήξεραν πώς να εξισορροπούν τα ,,μη,, και τα ,,απαγορεύεται,,!
Κάποια στιγμή ο Φώτης τις φώναξε όλες στη σάλα.
-Ελάτε, είπε, ο Θοδωράκης θα φύγει!
Ράγισε η καρδούλα της Θοδώρας στο άκουσμα αυτό κι ας το γνώριζε ότι θα γινόταν κάποια στιγμή.
Επέτρεψε να μείνουν για λίγο κοντά τους.
Ο Θοδωράκης ζήτησε ένα ποτήρι νερό ακόμα και η Θοδώρα έτρεξε σαν αστραπή να του το φέρει. Καμάρωνε να φύγει με τη δροσιά στο στόμα του από τα χεράκια της δοσμένη.
Καθώς στο χαιρέτημα έφτασε η ώρα της Θοδώρας, της έδωκε το χέρι και τ´άφηκε μέσα στο δικό της περισσότερο απ´όσο έπρεπε. Της άξιζε της Θοδώρας λιγουλάκι η προσοχή του. Την κέρδισε άλλωστε με το ,,παΐρι,, της.
-Να ξανάρθεις ογλήγορα, του φώναξε, μα εκείνος δε γύρισε πίσω του να κοιτάξει, ούτε έδωκε απάντηση, παρά κούνησε το χέρι του σηκώνοντάς το ψηλά.
Ο Φώτης δεν αποπήρε το κορίτσι του για τις μικρές άπρεπες αυθαιρεσίες, που έκανε κατά καιρούς. Μπορώ να ειπώ πως το καμάρωνε κιόλας, τό ´βρισκε φυσικό.
Για καλό τους η Γιωργίτσα είχε πάει σήμερα στη Σουλτάνα. Είχε ξεχάσει τι μέρα ήταν και κανένας δεν της το θύμισε.
Έτσι γλίτωσαν από τη στενή παρακολούθηση. Χορτάτη καθώς ήταν από φαί και χάρες, έπιασε και τη μακριά κουβέντα με τη Σουλτάνα, ξέχασε πως θά ´ρχόταν ο Θοδωρής. Καθώς τό ´φερε αυτό στο νου της αναστατώθηκε.
Μάζεψε τον εαυτό της και το βοηθητικό μπαστούνι της και μια και δυο στην Καλύδωνα. Όταν έφτασε όμως είχε διαλύσει το πανηγύρι.
-Δε γίνεται να τα έχουμε ούλα δικά μας, Γιωργίτσα μου, είπε η Ακριβή καταχαρούμενη με το πάθημα της Γιωργίτσας.
Ε! Να σας αφήνω και ´γω τότε στην ησυχία σας, τους είπε, και τό κόψε για τη Μοφκίτσα πιστεύοντας ότι θα προκάμει το Θοδωρή στο δρόμο να τον ξεμολογήσει.
Πού να φτάσει τον αητό η γριά κότα;
Έφτασε αποκαμωμένη στο χωριό κι ,,εσβερκώθηκε,,!
Ο Θοδωράκης, ούτε που κοίταξε κατά το σπίτι της Λενιώς. Δε χρειαζόταν να την ιδεί. Την είχε τόσο πολύ κλεισμένη στην καρδιά του, της είχε αφιερώσει τη ζωή του, τον ταρακούναγε τόσο το εκτόπισμά της, ώστε όλα τ´άλλα να τα θεωρεί περιττά. Έπρεπε άλλωστε να το συνηθίσει. Δεν έβλεπε άλλη λύση. Εκείνη τούτη τη φορά τον είδε νά ´ρχεται από το παραθύρι καθώς χάζευε το ηλιοβαςίλεμα. Έμεινε εκεί σα στήλη άλατος να τον κοιτά και να τον καμαρώνει κι ας μην είχε την ευγένεια να σταυρώσει το βλέμμα του μαζί με το δικό της!
Ο Θοδωράκης τους βρήκε μαζεμένους στο σπίτι .
Στη φωτιά κόχλαζε στον τέντζερη ο τραχανάς κι ήτανε βάλσαμο για τις πεινασμένες τους ,,κιουλιές,,.
Στη θέα του Θοδωράκη όλοι τον υποδέχτηκαν με χαμόγελα. Τους χαιρέτισε κι εκείνος. Και στις ερωτήσεις τους για το πώς πέρασε, δεν έδωκε αναλυτικές απαντήσεις. Ένα ξερό καλά και τίποτ´ άλλο.
Η Διονυσούλα ,,κένωσε,, τον τραχανά και πιάσανε κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, αφού εκείνος δεν ήθελε ν´απαντήσει. Τον πήγαιναν με το μαλακό. Δεν ήθελαν να του πηγαίνουν κόντρα. Η ευαίσθητη ψυχή του μπορεί ν´ αναταράζουνταν και τέτοια δε γυρεύανε.
Η μόνη ευτυχισμένη σήμερα ήταν η Θοδώρα και όλοι στο σπίτι της. Οι αδερφές της αν και ζήλευαν λίγο, εντάξει την αγαπούσαν, οπότε χαίρονταν κι αυτές.
Η Θοδώρα από την ώρα που έφυγε ο Θοδωράκης την έστησε στο παράθυρο και καθώς δεν την ενόχλησε κανένας, έμεινε εκεί με τις ώρες, μα αντί να κοιτάει προς τη Μοφκίτσα κοίταγε κατά τη θάλασσα. Εκείνη ήξερε! Είχε πιάσει αγκαλιά το αμόρε της κι ονειροπολούσε.
Ωραιότερο ηλιοβασίλεμα δεν είχε θαυμάσει στη ζωή της!
ΜΕΡΟΣ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Η ΛΥΤΡΩΣΗ

Η όμορφη, άγρια φύση εκεί πάνου στα Βράνια μέσα στη γλυκειά θαλπωρή του φθινοπωριάτικου καιρού, που με την τόση ευαισθησία της είχε πλάσει όμοιά της την ψυχή του Θοδωράκη, δε δίστασε να του χαρίσει μαζί το στέρεο και την ωριμότητα να ξεπερνάει τις δυσκολίες της ζωής.
Η πάλη με τον εαυτό του δεν είχε τέλος, όμως η προσπάθειά του αξιέπαινη.
Είναι νωρίς για να ξεριζώσεις την ψυχή σου, σκέφτηκε. Κι αν το κάμεις, θα μείνεις άψυχος,άκαρδος; Τι σε θέλω έτσι;
Και δίνοντάς του ο ίδιος παρηγοριά....
Θα μαλακώσει ο πόνος..., θα μαλακώσει....κι οι πληγές... κι οι πληγές.... θα κλείσουν....φώναξε δυνατά, σα να παρηγορούσε κάποιον άλλον. Πάντα κλείνουν! Αρκεί να μη φορείς μαύρα και σου θυμίζουν τη δυστυχία.
Τη βδομάδα ετούτη δεν επήγε ο Θοδωράκης στη Θοδώρα.
Ούτε από τη γειτονιά της Λενιώς πέρασε. Το είχε πάρει απόφαση. Θα έβαζε τάξη στην αταξία που του προξένησε η μοίρα κι ο πατέρας του. Θα έβανε το νερό στ´αυλάκι και ´κείνο θα τράβαγε το δρόμο που θα του χάραζε ο ίδιος.
Προσπάθησε να φέρεται φυσιολογικά και όσο γινόταν άνετα.
Ήθελε να φωνάξει σ´όλους και πρώτα στον εαυτό του πως όλα είναι εντάξει .
Η μοίρα όμως είχε για εκείνη την ημέρα άλλα σχέδια...!
Ήθελε να διορθώσει τη ζημιά που προξένησε ή θα τα έκανε όλα χειρότερα;
Δεν ήξερε πώς, δεν ήξερε γιατί κι ούτε ρώτησε. Η οπτασία που έβλεπε συχνά τελευταία πήρε σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια του και η Λενιώ ολόστητη με χαρακωμένα από τα δάκρυα τα ολοκόκκινα μάγουλά της όρμησε ασυγκράτητη στην αγκαλιά του με οδυρμό κι αναφυλλητά, λουσμένη στον ιδρώτα, με πνιγμένη φωνή, αδύναμη ν´αρθρώσει λέξη ταρακουνιόταν σύγκορμη από τους λυγμούς...
Ο Θοδωράκης παίδεψε με τη σκέψη τα χέρια του να παραμείνουν αμέτοχα στο δράμα της κοπέλας και της καρδιάς του, μα γρήγορα λύγισε και αργά-αργά τ´ακούμπησε στις πλάτες της κι ύστερα την έσφιξε για τα καλά απάνω του αφήνοντάς την να ξεθυμάνει ...
-Εγώ θα πάου να σκοτωθώ, του λέει ανάμεσα σ´αναφυλλητά... Θα πάου να πέσω από το γκρεμό... γι αυτό έφυγα από το σπίτι... και ήθελα να σ´αποχαιρετήσω. Η αγάπη μου για σένα δεν έχει όρια και δε θα σε κατηγορήσω εσένανε για τίποτα, μονάχα τη μοίρα μου..., τη μοίρα μου! Δε μπορώ να ζήσω αλλιώς!
Τον κοίταξε κατάματα και ´κείνος δεν άντεξε και της καθάρισε με τις παλάμες του το πασαλλειμένο από τα δάκρυα και τον ιδρώτα πρόσωπό της.
Εκείνη έτρεξε μοναχή της σε μια φυλάχτρα λούζα, που ήτανε σωστό καταφύγιο. Η ίδια δεν το γνώριζε αυτό. Ούτε και για ποιο λόγο έτρεξε προς τα ´κει ήξερε. Μάλλον η καλή της νεράιδα της έδειξε το δρόμο. Σωστό σαλόνι! Ένα ανυψωμένο λιθάρι, σα διθέσιος καναπές, κι αντίκρυ άλλα δυο μικρότερα αποτελούσαν τις καρέκλες του. Ένα άλλο καταγής στρωμένο λιθάρι απλωνόταν γλειφτά, σαν από τον καλύτερο γλύπτη λαξεμένο, ίσα με δυο μέτρα μακριά και τα ξεραμένα φύλλα αποτελούσαν το ιδανικό χαλί.
Έκατσε στο ολόισιο γερμένο λιθάρι, έχωσε το κεφάλι της ανάμεσα στα δυο της χέρια και χάζευε απροσδιόριστα τα πεσμένα χάμω μελένια φυλλοχρώματα. Είχε αιχμαλωτίσει τη λαχτάρα και η ίδια αλυσοδεμένη δε ,,μπόρηγε,, να πετάξει, δεν ήθελε κιόλας τώρα πια. Σγάρλιζε με τα πόδια της τα ξεραμένα φύλλα, τα διωχνε δεξιά κι αριστερά κι έπαιζε άσκοπα επανωτίζοντας εναλλάξ τα δυο της πόδια.
Ο Θοδωράκης την ακολούθησε με σκεπτόμενα βήματα. Έκατσε δίπλα της. Την ακούμπησε διακριτικά και προσπάθησε να επαναφέρει στον κόσμο τη χαμένη της ψυχή και να δώσει ζωή στα λυμένα της άκρα. Τη χάιδεψε τρυφερά και της χάρισε το λάγνο του βλέμμα. Είχε αρχίσει να λιώνει εκείνος τώρα... μα πριν προλάβει να το καταλάβει η Λενιώ είχε σφραγίσει τα χείλη του με τα δικά της. Τον φιλούσε ατέλειωτα με το πάθος του απελπισμένου... κι εκείνος ενέδωσε κι ανταπέδωσε στο εκατονταπλάσιο... Το φιλί δυο ερωτευμένων, ως φαίνεται, η μοίρα δεν έχει δικαίωμα να το στερήσει. Μπορεί να στερεί άλλα, αλλά το φιλί ποτέ!
Είχαν αρχίσει να φτερακίζουν έρωτες πάνω από τα κεφάλια τους,  είχαν αρχίσει να βλέπουν πεταλούδες τα μάτια τους και τα κορμιά τους αγκομαχούσαν απεγνωσμένα σ´έναν αγώνα λύτρωσης και λαγνείας. Κι όταν το πάθος λάγιασε κι η έγνοια του θανάτου απομακρύνθη, όταν η λογική φρονήμεψε της άγουρης σκέψης την απόφαση, κάτσανε οι δυο τους σε ήρεμες πλέον αγκαλιές κι αναπνέοντας ο ένας το χνώτο τ´αλλουνού μιλούσανε για το τι έπρεπε να κάμουν.
Είχανε ήδη ξαπλώσει στο χώμα και η γήινη ενέργεια δυνάμωνε τους ιστούς τους και φώτιζε το πνεύμα τους.
Οι ακτίνες του φθινοπωριάτικου ήλιου διαπερνούσαν τα διάκενα των φυλλωμάτων της λούζας κι αντιφέγγιζαν στα πρόσωπά τους παιχνιδίζοντας με την γλυκαμένη θλίψη τους και πότιζαν το είναι τους με μια εξωπραγματική μαγεία. Το μεσημέριασμα ,,γλάριασε,, τα βλέμματά τους κι εσφράγισε
τα μάτια τους.
Πέσανε σε λήθαργο, ύπνο λήθαργο αγκαλιασμένοι μέσα στο καταμεσήμερο!
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΛΥΤΡΩΣΗ ( 2 )

Δυο όνειρα σε μιας ανάσας τόπο φτερακίζανε λεύτερα πλέκοντας μια ιστορία με βουβά στόματα, μέσα σε απέραντη ελευθερία σκέψης, απροσγείωτα, πλανόμενα, αγκαλιασμένα, με την ελπίδα να τα στέφει και τα κέρινα φτερά του έρωτα να τα πηγαινοφέρνουν απείθαρχα στους αιθέρες της μαγεμένης τους υπόστασης, της πλανεμένης τους εικασίας, του αγιάτρευτου πόθου, με την ελπίδα της εξιλέωσης και του εξαγνισμού τους. Κι επειδή στ´όνειρο κανείς δεν αισθάνεται την πραγματικότητα μπορεί να το πλάθει όπως θέλει και να το νανουρίζει ατέλειωτες ώρες πλέοντας μέσα σε μιας αληθινής ιστορίας τις λεωφόρους, ξαμόλησαν τα ξόμπλια της ψυχής τους κι έριξαν τα ξώβεργά τους, για να πιάσουν και να κλείσουν στην ψυχή τους όσα περισσότερα μπορούσαν, για να τους κοιμίζουν το συναίσθημα στην άκρια του γκρεμού κάνοντας την άβυσσο να χάσκει ατέλειωτα το τρανό στόμα της, για να το κάμει μια χαψιά, για να το κουκουλώσει με το βαθύ σκοτάδι της και ν´αφήσει πίσω του μονάχα τ´όνειρου την πτώση. Θα πρέπει όμως να κάμει ακόμα ή για πάντα υπομονή αφού κανένας από τους δυο δεν προτίθεται τη χάρη να της κάμει κι η περιπλάνηση καλά κρατεί.
[ Εκεί κάτου στην Ετιά βράζουνε νύχτα τα ,,χαρανιά,, με τις αλυσίβες, απάνω στις πέτρινες πυροστιές ακουμπημένα.
Οι νιες τα συδαυλίζουνε κι αφήνουνε το γέλιο τους να ξαπλωθεί τριγύρω και να το παίρνει ο αγέρας στην αγκάλη του και να το δίνει στα πουλιά για να το νανουρίζουν, να στέλνει τον αντίλαλο από τ´αντικρυνά βουνά και να γιομίζει ο τόπος αύρα χαρωπή, παιχνιδιάρικη, που τη ζήλευαν και τ´ουρανού τ´αστέρια που έσβηναν εκείνη την ώρα και δώριζαν τη θέση τους στη Ροδαυγή την αιματοβαμμένη !Γιόμισε η βρύση κοπελιές, συγγένισσες, ξαδέρφες, γειτονοπούλες στη σειρά είχανε στήσει πανηγύρι στην Ετιά, τη βρύση με το κρύο νερό , το γάργαρο, το νεραϊδοαγιασμένο!
Ίσα με δέκα ,,σκαφίδια,, στη σειρά ακουμπισμένα στα τουράκια παρελαύνουν διαλαλώντας την αξιοσύνη των νοικοκυράδων τους και κείνες σκυμμένες απάνω τους βγάζουν το άχτι τους στη βρωμιά και τους λεκέδες.
Στο χωριό έπαιρναν μέρος στο νυφιάτικο πλύσιμο της προίκας και τα δυο σόγια και οι δυο σειριές. Έφερναν μαζί τους γλυκά διάφορα και τα κερνούσαν στις πλύστρες και σε όσους παραβρίσκονταν εκεί ή και στους περαστικούς.
Η διαδικασία ήταν μεθοδευμένη. Η Λενιώ με τη μάνα της ξεχώρισαν τα ρούχα ανάλογα με την ποιότητα, το χρώμα, το είδος και τα σώριασαν μπροστά στην πρώτη πλύστρα, που ήταν η Διαμάντω. Εκείνη πήρε ένα σεντόνι. Το έπλενε όσο θεωρούσε ότι μπορεί να καθάρισε χοντρικά. Το πέταξε στη διπλανή της, τη Χρυσούλα. Εκείνη έκαμε το ίδιο. Το πάσαρε στη διπλανή της, τη Θανάσω. Πέρασε από δέκα χέρια πλύσιμο το σεντόνι. Η Μαριώ που ήτανε η τελευταία πλύστρα το μεταβίβασε στην Αθηνά για να το ξεβγάλει. Η Αθηνά και η Βαγγελιώ κάνανε το ξέβγαλμα. Η Κατερίνη ήτανε στο άπλωμα που ήθελε κι εκείνο τέχνη. Δεν έπρεπε να ξεχυλώνουν τα σκουτιά ούτε να κάνουν ,,βυζιά,,. Τα σκοινιά έπρεπε να είναι πεντακάθαρα. Άπλωναν και κανένα μικρό και χρωματιστό στις λούζες και στις λυγαριές που βρίσκονταν σιμά τους. Τα λευκά όμως όλα στα σκοινιά. Έδιναν μεγάλη σημασία τότε στη νοικοκυρεμένη δουλειά και όσο καλύτερα,τόσο καμάρωναν.
Ένα-ένα ρούχο που στέγνωνε, το μάζευε η Νικολέττα και το ακούμπαγε τυπαδιασμένο απαλά κι όμορφα στη μεγάλη κόφα που περίμενε πεντακάθαρη να υποδεχτεί το νυφιάτικο θησαυρό.
Η μάνα πρώτη ανάμεσα στις άλλες δεν έπαυε να εποπτεύει.
-Εδώ τ´ασπρόρουχα Βγενιώ, εκείθε τα χρωματιστά, να μαθαίνεις λίγο-λίγο.
-Βάλ´ τις καλάθες Νικολιά, ψηλά να περιμένουν.
-Φέρε τον κόπανο Γιωργιά, τραγούδι αρχίνα, Νίνα.
Πλένανε, πλέναν, πλένανε και τελειωμό δεν είχαν.....
Ούλες δουλεύαν με χαρά, με γέλια, μ´ευτυχία.
Οι πιο τρανές τη συμβουλή την είχανε στο στόμα.
- Πρόσεχε στο κοφίνιασμα, Κατερινιώ, τα κεντηστά μη βάψουν!
-Εκείνος ο λεκές από τη μηχανή, μην πάει απάνου του καφτό νερό και θρέψει. Πρόσεχε τσιούπραμ´.
-Έι, εσύ Παναγιώτα μου, όχι λουλάκι στα νυφιάτικα. Θα βάλει η Λενιώ όταν τα ξαναπλύνει που θα τα σεντουκιάσει. Αραίωσε το το νερό, κορίτσι μου, θα κάψεις τα τρυφερά χερούδια σου.
-Άντε, Διαμάντω μ´ γλήγορα και στα δικά σου!
Και το τραγούδι αρχινάει:
-,,Μεσ´την Αγιά Παρασκευή, κοιμάται κόρη μοναχή.
Κοιμάται κι ονειριάζεται, βλέπει (ό)τι αρρεβωνιάζεται....
Βλέπει ένα Πύργο γυάλινο σε περιβόλι ολάνοιχτο...
Βλέπει δυο ποτάμια με νερό κι εξήγα μάνα τ´όνειρο....
-Ο πύργος είν´ ο άντρας σου, το περιβόλι ο γάμος σου..
Τα δυο ποτάμια το νερό είν´όλο το συμπεθεριό!
-Δεν το εξήγησες καλά, εξήγα το άλλη μια φορά…,,!
Δώστου τραγούδι, γέλια και αστεία... κέφι και χαρές!
Κι ανάμεσά τους η Λενιώ κερνάει χαλβά και χαίρεται. Κερνάει κι άλλα γλυκά που φέρανε για το σκοπό ετούτο κι από τα δυο τα σόγια.
Φτερουγιστές πατημασιές αγκαλιάζουν τη ζηλευτή θωρειά της και στο ροδαλό προσωπάκι της αντανακλά ο έρωτας τη δική του θωρειά.
Ανάμεσα στα τραγούδια και στα γέλια, στα αστεία και στα ορμηνέματα η χαρά γιορτάζει πρόθυμα κι όσες περσεύουν κοπελιές πιάνονται και χορό χορεύουν και το ,,παπάκι ,, τραγουδάνε με την ψιλή φωνή τους.
- Παπάκι πάει στην ποταμιά, πάει για νά βρει συντροφιά.
Κι άλλο παπάκι τ´απαντά, στέκεται και το ερωτά.
-Πού πας, παπάκι μ´δε μας λες, π´αναστενάζεις κι όλο κλαις;
-Πάω για νά βρω συντροφιά...
Η πολλή δουλειά όμως θέλει και καλό φαΐ. Έμ, γι αυτό η γιαγιά Λενιώ παρέμεινε στο σπίτι. Ετοίμασε το νοστιμότερο κόκκορα με χυλοπίτες, φρέσκο ψωμί, τυρί και κρασί που ανάσταινε καρδιές και στην ώρα του πετάχτηκε ως το σπίτι η Λενιώ και μαζί με ό,τι χρειαζόταν τα κουβάλησε με το γάιδαρο στην Ετιά κι έκαμαν πανηγύρι οι πεινασμένες ,,κιουλιές,,!
Οι κουρασμένες γυναίκες άφηκαν τα σκαφίδια τους για λίγο να ξεκουραστούν κι όρμησαν στο προχειροστρωμένο, αλλά νοικοκυρένο υπαίθριο τραπέζι. Έγλειφαν τα δάχτυλά τους από τη νοστιμιά του νυφιάτικου, χαρούμενου γεύματος. Εκεί ανάμεσα έπεφταν πειράγματα για τις πεθερές, τις τωρινές ή και τις ξένες, λέγανε διάφορα, η κάθε μία τα δικά της κι αποσώσανε με ευχές.
Οι σκάφες όμως καρτερούσαν ανυπόμονες κι έτσι όλες πιάσανε τα πόστο τους. Τάκα-τάκα, χωρίς σταματημό με λιγότερα γέλια και πειράγματα καθώς η κούραση αγκάλιαζε λίγο-λίγο τα κορμιά τους τελέψανε μια αναγκαία εργασία, συμπαραστεκούμενες στη Λενιώ και την οικογένειά της.
 Η Λενιώ βλέπει τα προικιά της απλωμένα, τ´ασπρόρουχά της αστραφτοκαλλιστά, τα κεντίδια της, τις νταντέλες της, φαρδειές και πλουμισμένες που με τόσο μεράκι της κράταγαν συντροφιά εκεί απάνω στα γαλάρια που έβοσκε τα πρόβατά της και τώρα στολίζουν το γιουκοσέντονο, τα σεντόνια και τα μαξιλάρια της φιγούρας, τα κοφτά τραπεζομάντηλα, την καλλιγραφική ,,Καλημέρα,, που θα την κρεμάσει στο χωλ του σπιτιού τους και θ´αστραποβολούν μέσα της τα ερωτευμένα τους πρόσωπα και τα πρόσωπα των ανθρώπων που θα τους επισκέπτονται και θ´αφήνουν μέσα της ζωγραφισμένη την αύρα τους, δοσμένη στη δική τους ευτυχία!
Τα βλέπει απλωμένα να λευκαίνονται στον ήλιο του μεσημεριού και παραδομένα στο έλεος της αγάπης των ανθρώπων που για τη χαρά της κάνουνε τούτο τον όμορφο αγώνα συμπαράστασης κι ονειρεύεται τις δανεικαριές που
θ´ανταποδώσει στην κάθε μια τους ξεχωριστά και γίνεται η χαρά της πιότερη! Και τους εύχεται ,,και στα δικά σας γρήγορα,, , ,,κι απ´την καρδούλα σας ,, , ,άιντε και στο δικό σας γάμο, εγώ θα χορεύω με τό ´να πόδι,,
,, θα χορέψω, θα πηδήσω, τα σκαρπίνια μου θα σκίσω ,,!
Μια βδομάδα πλέναν και σιδερώνανε κι αραδιάζανε τ´αστραφτοκαλλιστά σκουτιά, που θα καρτέραγαν υπομονετικά την σειρά τους στη διαδικασία των προετοιμασιών του γάμου και οι συμμετέχοντες βαφτίζανε χαρά τον κόπο κι εκείνος χαρά γινότανε κι άστραφτε το χαμόγελο κι έλαμπε η ευτυχία στα πρόσωπά τους.
Την Κυριακή, μια βδομάδα πριν το γάμο τα κορίτσια της συγγένειας της, οι φίλες της και όποιες θέλανε και από του γαμπρού η κάθε μια με το σίδερο στο χέρι και με πλατύ χαμόγελο μαζευτήκανε στο σπίτι της Λενιώς. Εκείνη με τη μάνα της είχανε κάμει την προετοιμασία για το σιδέρωμα. Είχανε ανάψει φωτιά με ξύλα πρώτης ποιότητας κάτω στην αυλή, ελίσια και δρύινα, καλοκαμένα, για να μη πετάνε σπίθες, να πέσουν χοντρά κάρβουνα, να βαστάνε.
Η Λενιώ, η γιαγιά και η μάνα της υποδέχτηκαν με χαρές τα κορίτσια, τα κέρασαν και άρχισαν δουλειά. Γέμισε η κάθε μια το δικό της σίδερο,όπως ήξερε ότι λειτουργεί καλύτερα και με τραγούδια και αστεϊσμούς ξεπέταξαν μέσα σε μια μέρα ολόκληρη προίκα. Αραδιασμένα τα κολλαριστά προικιά καρτερούσαν την αράδα τους για τη συμμετοχή τους στο γαμήλιο εβδομαδιαίο πανηγύρι.Τα κορίτσια ανταμείφτηκαν με κεράσματα, καλό φαΐ και την ευγνωμοσύνη της νύφης, η οποία σημείωσε στ´απόκρυφα του νου της τις δανεικαριές που χρεώθηκε.
Φτάσανε στη Δευτέρα και την Τρίτη πριν από το γάμο.
Η συλλογική δουλειά ήτανε νόμος και χαρά και χρέος..
Ταψιά χαλκωματένια, καλογυαλισμένα στην αράδα, πλάστρες την αξιοσύνη τους προβάλλοντας καθώς σηκώνουν στον αέρα με τον πλάστη τα διάφανα μπακλαβαδόφυλλά τους, καρυδόκαρπος άσπρος λαχταριστός, κομμένος και μπερδεμένος με ζάχαρη, κανέλα και λίγη φρυγανιά, γίνονται ερωτικό συνοθύλευμα στα άξια τους χέρια και οι απανωτές στρώσεις φύλλου -γέμισης δίνουν το πάχος ,,το καθώς πρέπει ,, στο γλυκό. Η πιο επιδέξια χαράζει ,,βερεβά,,(μπακλαβωτά) τα ,, μπουκούνια,, του μπακλαή και οι μικρότερες καρφώνουν από ένα καρφάκι γαρύφαλου σε κάθε ,,μπουκούνι,,. Βάλανε το γνήσιο βούτυρο στην αναλογία που έπρεπε, να κάψει και έλουσαν όλα τα ταψιά με το πολύτιμο μοσκοβολιστό έλαιο.
Τσααάζζζ! Τσααάζζζ! Τσααάζζζ! Ένας ήχος απολαυστικός, μοναδικός, διάχυτος, ένας ήχος υπόκωφος που ομολογούσε τον έρωτα του φύλλου με το βούτυρο και οι μαστόρισσες του μπακλαβά απολάμβαναν τον ήχο και την αχνούρα που έβγαινε από τα σωθικά του ταψιού στην επιφάνεια και διαχυνόταν όρθια, σα να ´τανε η ψυχή του, που έγινε θυσία εγκαταλείποντας τη μοναδική γεύση και εικόνα για το ζευγάρι και τους καλεσμένους.
Οι αδηφάγες φλόγες υπάκουες στης έμπειρης φουρνάρισσας τις προσταγές υπόσχονται να ψήσουν το μπακλαή ,,στον ήλιο,,. Δεν άργησαν να εκπληρώσουν τούτη την υπόσχεση και πολλά σουφρώματα μύτης, τόσα όσες κι οι γυναίκες της συντροφιάς, μαζί κι ένα παρατεταμένο μμμμμμ ξέφυγε από τα χείλη ολονών καθώς η μυρουδιά από το σιγοψήσιμο σκόρπαγε γύρω της ευωχίας την αύρα.
Το ,,σερμπέτι,, καρτέραγε καφτό ν´αγκαλιάσει το ροδοψημένο ίσια με τα μέσα γλυκό διαπερνώντας το κάθε δίπλωμα, την κάθε πτυχή του υποσχόμενο επιτυχία. Εδώ δε χώραγε επανάπαυση. Το είχε αναλάβει η ίδια η μάνα της Λενιώς που ήτανε μαστόρισσα στην πετυχιά του σερμπετιού.
Μισοκρυωμένος ο βασιλιάς των γλυκών της Μοφκίτσας στους γάμους, καθώς δεχόταν το καφτό μελένιο σιρόπι μ´ένα κραααακ που τριζοβόλησαν τα καλοψηνένα του φύλλα έδειξε την ευγνωμοσύνη του και απόλαυσε ερωτικά το άλλο του μισό!
Χάρμα οφθαλμών ήτανε τ´απλωμένα τεράστια ταψιά με το πολύτιμο φορτίο τους κι άχνιζαν καθώς περνοδιάβαιναν από πάνω τους οι κουτάλες που μετάγγιζαν το μελένιο υγρό με αργές παλινδρομικές κινήσεις.
Σαν έγινε χλιαρός ένα καλοστρωμένο κρεββάτι με πεντακάθαρο κατάλευκο σεντόνι δέχτηκε τους υψηλούς φιλοξενούμενους, εφτά ταψιά στην αράδα κι απάνω τους από μια καλαμένια σχάρα καλοπλυμμένη και περασμένη από φωτιά για απολύμανση, ένα δεύτερο άσπρο σεντόνι και μια-δυο κουβέρτες κοίμισαν ίσια με το πρωί της Τετάρτης το γλυκό. Έπρεπε να είναι μελίχλωρο! Αυτός ήταν ο λόγος του κουκουλώματος. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί ήθελαν ,,μελίχλωρο,, κι όχι τραγανιστό το μπακλαβά εκείνο τον καιρό.
Την ,,Τετράδη,, χάραξαν ως κάτω, κομπανία ξανά με τραγούδια και χαρές, το μπακλαβά σε κομμάτια, ήταν άλλωστε προχαραγμένος. Ξεχώρισαν το ταψί της ,,κουλούρας,, που το είχανε φροντίσει να χωράει ακριβώς στην κανίστρα που θα το φιλοξενούσε την Παρασκευή και θα το έστελνε στο σπίτι του γαμπρού σαν αντίδωρο στα δικά του δώρα. Το σκέπασαν με καθαρή μεσάλα και το άφησαν να περιμένει.
Έπρεπε να βρισκόσασταν εκεί εκείνη την ώρα. Τα μέλια έτρεχαν παχιά-παχιά όπως σηκώνονταν τα μπουκούνια για να μεταφερθούν στους καλογανωμένους τεντζερέδες ή στις πιατέλες! Η δοκιμή χάρισε τα μπράβο στις μαστόρισσες και οι φρεσκογανωμένοι τεντζερέδες που φορτώθηκαν όλο το γλυκό φορτίο του μπακλαβά με πλατύ χαμόγελο για τέτοια χάρη που τους έλαχε έκαναν υποκλίσεις ευχαριστιών.
Ξεχώρισαν τις γωνίες και τα υπολείμματα από τα ταψιά, πέσανε με τα μούτρα στον ,,κασιδιάρη,, και στα υπολείμματα κι έγλειφαν όχι μόνο τα δάχτυλά τους, αλλά και τα ταψιά.
(Ο ,,κασιδιάρης,, ήταν ένα ταψάκι μπακλαβάς που είχε γίνει όπως-όπως από τις άκρες των φύλλων που περίσσευαν, τη γέμιση που περίσσεψε, βούτυρο ή λάδι.)
Την Πέμπτη οι γυναίκες, φίλες και συγγένισσες, μαζεύτηκαν για να ,,τεγκιάσουν,, τα προικιά. Πρώτα έφτιαξαν ένα βάθρο από σανίδες. Γιομίσανε τρία-τέσσερα ,,ματαράτσια,, με καθαρό άχυρο, βάλανε μέσα και βαγιόφυλλα και δεντρολίβανο για νά ´ναι αρωματισμένα και τα βάλανε σα βάση στην πιο περίβλεπτη γωνιά της σάλας. Σκέπασαν το καθένα με το δικό του φιγουράτο ολοκέντητο σεντόνι, κοφτά της μηχανής ήτανε με πλούσια χειροποίητη δαντέλα, πλεγμένη από τα χεράκια της Λενιώς. Απάνω έβαλαν κουβέρτα και την κανόνιζαν στο ύψος που έπρεπε για να μην καλύπτει τα κεντίδια των σεντονιών. Όταν το ,,τέγκιασμα,, στεριώθηκε, από τη μια άκρη της γωνίας ίσαμε την άλλη αράδιασαν τα μαξιλάρια ντυμένα με τα σατινένια χρωματιστά κλίφια τους και περασμένα μέσα στα κεντημένα με κοφτό κέντημα χασεδένια φιγουρομαξίλαρα κι έτσι ξεχώριζαν τα σκέδια και φιγουράριζαν περήφανα χαρίζοντας στην άξια νύφη παινέματα κι ευλογίες. Ύστερα τέντωσαν σκοινιά από παραθύρι σε παραθύρι κι έβαλαν να κρέμονται τα πιο τροφαντά, τα πιο φιγουράτα προικιά της. Σαν τα δικά της άλλη καμμιά δεν είχε στο χωριό. Κρεμούσαν από ´κει πετσέτες της ,,Καλημέρας,, σεντόνια και τραπεζομάντηλα της φιγούρας, μπαουλόπανα, κεντήματα, ό,τι αξιόλογο είχε η Λενιώ πέρασε από την έκθεση και την κριτική ούλου του χωριού.
Την Παρασκευή το απόγιομα το συγγενολόϊ του γαμπρού και της νύφης, όχι όμως ακόμα ο γαμπρός, μαζεύτηκαν στο σπίτι της Λενιώς. Η ,,κουλούρα,, ,έτσι λεγόταν η διαδικασία της ημέρας ήτανε η προμελετημένη κατάσταση να επιδείξει τα προικιά της η νύφη και να στείλει τα δώρα του ο γαμπρός. Ξεκίνησαν από το σπίτι του Θοδωράκη με τρεις κανίστρες στολισμένες που τις βάσταγαν αγκαλιαστά ανάλογα παλικάρια.
Στη μια κανίστρα που την είχανε στολίσει με χρωματιστές κόλλες διαφορετικού χρώματος η κάθε μια, τη μία επάνω στην άλλη και τοποθετημένες σα βολάν σε φόρεμα, ώστε τα επανωτίσματα, που στις άκριες ήσαν πλουμισμένα με κοφτό αυτοσχέδιο κέντημα του ψαλιδιού να επιτρέπουν να φαίνεται το χρώμα της υποκείμενης κόλλας, η Διονυσούλα και οι δικοί της είχανε βάλει μόνο το ταψί με το μπακλαβά της νύφης!
Στη δεύτερη στολισμένη κανίστρα είχανε βάλει μέσα μόνο το νυφικό, για να έχει άπλα να μην τσαλακωθεί και στην τρίτη κανίστρα είχανε βάλει τα υπόλοιπα δώρα της νύφης, που ήσαν εσώρουχα, μισοφόρι, παπούτσια με κέρματα μέσα που θα τα έπαιρνε το παιδάκι που θα της τα φόραγε, γάντια, πέπλο και ό,τι άλλο ήθελαν. Σε όλες τις κανίστρες σκόρπιζαν μέσα κέρματα. Η κεντημένη μεταξωτή μπόλια, το πλουμιστό κοντογούνι, η κατάλευκη φούστα με το πλούσιο κέντημα, η μπροστοποδιά που επίσης ήταν κεντημένη, το λευκό πουκάμισο με τα κεντητά μανίκια στις άκρες, η βελούδινη ζώνη με τις πόρπες και τα μαύρα παπούτσια ήτανε τα στολίδια της νύφης εκείνο τον καιρό και στη Λενιώ ταίριαζαν γάντι! Η Λενιώ στον ,,κουλουριάρη,, που έπρεπε να είναι και συγγενής του γαμπρού κάρφωσε ολόλευκη ,,μεσίνα,, , το ίδιο και ,,στο στολιδιάρη,,
Η διαδικασία όλη επίσης ήτανε αφορμή για γλέντι με τραγούδια και χορό. Έτσι κι έγινε!
-,,Εδω ´πά το πουλάκι μου, τ´αηδόνι τ´αηδονάκι μου.
Εδώ ´πα το είχα ταμένο, να χορέψω το καημένο.
Να χορέψω, να πηδήσω, τα σκαρπίνια μου να σκίσω..,,
Οι καλεσμένοι έφεραν τα δώρα τους και καμάρωσαν την άξια κοπέλα και τα όμορφα προικιά της. Τα προικιά που θα στέριωναν σπιτικό, που θα διευκόλυναν το ζευγάρι στο ξεκίνημα της νέας του ζωής. Τα έραιναν με ρύζι και εύχονταν: ,,καλορρίζικα,,!
Το σούρουπο σκόρπισε ο κόσμος και μαζί εκείνα τα παλικάρια που έφεραν την ,,κουλούρα,, και τα στολίδια του γαμπρού στη νύφη, μετέφεραν και τα δώρα της νύφης στο γαμπρό και τους δικούς του. Η Λενιώ ,,έριξε,, για δώρα στο γαμπρό, στον πεθερό και στη πεθερά σεντόνια για φιγούρα και σεντόνια για τον ύπνο, κουβέρτα ρασοπάνινη, κάλτσες και στην πεθερά επί πλέον μαντήλα και ύφασμα για φόρεμα.
Το μαύρο κεντητό κοντογούνι, η μακριά λευκή φουστανέλα, το λευκό πουκάμισο, που του το είχε κάμει δώρο η Λενιώ στα ειδώματα, το ζωνάρι από σκληρό δέρμα, το άσπρο καλτσόν με τις μαύρες κορδέλες και τις μαύρες φούντες, τα μαύρα τσαρούχια με φούντα, ήτανε τα στολίδια του γαμπρού εκείνη την εποχή και στο Θοδωράκη ταίριαζαν κουφέτο!
Το βράδυ ήρθε ο Θοδωράκης με τον ξάδερφό του το Γιάννη μαζί, για ν´,,ασημώσει,, τα προικιά. Με τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και με τα δώρα του σκόρπισε λεφτά, κέρματα ως επί το πλείστον για να κάνουν θόρυβο, και καμάρωνε τα πλουμιστά στολίδια παρ´ότι δεν καταλάβαινε και πολλά από τέτοια, έβλεπε όμως τη μάνα του, που ετοίμαζε τα προικιά της αδερφής του και κάτι ,,χαμπέριζε,,.Το Θοδωράκη τον ένοιαζε πιότερο η Λενιώ και λιγότερο τα προικιά της. Όμως και τούτο χαρά δική της ήτανε και σαν τέτοια του άρεσε και τα καμάρωσε με περηφάνια. Κάθισε ως αργά, αφού κανένας σήμερα δε μπορούσε να τον ξεκουνήσει από το σπίτι της νύφης.
Η Διονυσούλα με τη δική της συγγένεια κάμανε τις προετοιμασίες τους κι εκείνοι κατά πώς άρμοζε στο γυιο της και το σπιτικό τους. Ετοίμασε την πλουμιστή ψωμένια κουλούρα, την έβαλαν σε κανίστρα χωρίς χερούλια στρωμένη με ολοκέντητη μεσάλα και την έστειλε στη νύφη μαζί με τα στολίδια του γαμπρού και το νυφικό. Το ίδιο και το γλυκό, που το επίσημο ήτανε ο μπακλαής, νοικοκυρεμένος και ροδοκόκκινος.
Η νύφη έστειλε κι εκείνη τα δικά της γλυκά και δώρα στο σπίτι του γαμπρού, όπως ήδη αναφέραμε.
Η έκθεση της προίκας ίσαμε ´δω ήτανε!
Ο Θοδωράκης με τον ξάδερφό του φύγανε αργά από το σπίτι της Λενιώς κι η χαρά του ήτανε ολοφάνερη.
Το Σαββάτο πρωί-πρωί ,,ξετεγκιάσανε,, τα προικιά και τα κάμανε μπόγους.
Άπλωναν κάτω μια κουβέρτα ή μια μπαντανία ή όποιο άλλο χοντρό (μάλλινο) υφαντό, απάνω του ένα σεντόνι που οι κεντημένες άκριες του ξεπρόβαλαν δεξιά κι αριστερά, έβαζαν και μαξιλάρια ενδιάμεσα ή άλλα πράγματα που έπρεπε να συγκρατηθούν και τύλιγαν σε ρολό τα ρούχα. Τα έδεναν για ασφάλεια και αυτός ήταν ο μπόγος!
Μετά το ξετέγκιασμα και την κατασκευή των μπόγων ερχόταν ολόκληρο συμπεθεριό απ´όλο το χωριό με τραγούδια και με άλογα και μουλάρια ,,για να πάρουν τα προικιά,,. Κάποιες φορές όταν η νύφη ήταν από το ίδιο χωριό, τα προικιά στο χωριό μου τα έπαίραν την Κυριακή το πρωί.
Όταν λοιπόν τα φόρτωσαν στ´αλογομούλαρα προσεχτικά για να μη τσαλακωθούν, η Λενιώ κάρφωσε στο πέτο του κάθε συμπέθερου-αγωγιάτη από ένα κατάλευκο μαντηλάκι, έδωσε μικροδωράκια και για τα μέλη της οικογένειας του γαμπρού, από μια μπροστέλα για τις θείες και αφού τα προικιά φορτώθηκαν και ξεπροβοδίστηκε το συμπεθεριό, στο σπίτι της Λενιώς άρχισαν οι ετοιμασίες για το γλέντι του Σαββατόβραδου!
Πρωταρχική έγνοια του γαμπρού ήταν να στείλει έγκαιρα στο σπίτι της νύφης το Σαββάτο έναν τράγο σφαγμένο που θα συμπεριλαμβανόταν στο βραδυνό τραπέζι.
,,Κανίσκια,, έρχονταν από τους καλεσμένους και ειδικά από τους συγγενείς. Αρνιά σφαγμένα, ψωμιά στολισμένα, ,,νταμιζάνες,, με κρασί και δε συμμαζεύεται. Κόπος πολύς για τις γυναίκες του σπιτιού μα και για τους άντρες. Όλοι έπρεπε να συνεισφέρουν σε μια τέτοια περίσταση. Επιτηδευμένοι μάγειρες ανάλαβαν το μαγείρεμα του κρέατος. Μπόλικο το φαϊ και μεγάλες οι μερίδες.Τα τραπέζια στρώθηκαν έγκαιρα σε σχήμα Π για να βλέπουν και να βλέπονται όλοι. Το γλέντι του Σαββατόβραδου στο σπίτι της Λενιώς είχε την τιμητική του!
Ήταν γλέντι με ψυχή, γλέντι αγάπης και έρωτα, γλέντι παράδοσης, γλέντι που σημάδευε μια φάση στη ζωή της και στη ζωή των ανθρώπων του σπιτικού της.
Τα τραγούδια της τάβλας προτού καλά-καλά σηκώσουν τα πιάτα από το τραπέζι και κεφωμένοι από το σήκωμα ,,των κουπαριών,, το ένα κατόπιν του άλλου αραδιάζονταν από τον ικανότερο κομματιαστά και οι υπόλοιποι επαναλάμβαναν το κομμάτι. Ανάμεσα στου Βάκχου τα καμώματα και της χαράς τη διάχυτη ατμόσφαιρα τα τραγούδια της τάβλας κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος του γλεντιού:
,,Φίλοι μ´καλώς ορίσατε, να φάμε και να πιούμε...
,,Το έρημο τ´αηδόνι, το μοναχό, περπατεί και κραίνει καμαρωτό.
Περπατεί και κραίνει και τραγουδεί:
Αντριανοπολίτη πραματευτή.
Πού την ευρήκες αυτή τη νια την ξανθομαλλούσα, την Πατρινιά...
,, Κάτω στα δασιά πλατάνια στην Κρυόβρυση ,Διαμαντούλα
μ´, στην Κρυόβρυση ...
,, Ο δήμαρχος κι ανακριτής γεια σου Ελένη...
Η Λενιώ με τη γλυκειά, θεϊκή, αιθέρια, ψιλή φωνή της τραγούδησε κατά πως συνηθιζόταν το τραγούδι του αποχωρισμού κατ´αξίωση των καλεσμένων.
-Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ
μάνα μ´έδιωχνε από το σπιτικό μας.
Κι ο πατέρας μου κι αυτός μου λέει, φεύγα!
Φεύγω κλαίγοντας...
Και το ξημέρωμα δεν άργησε να ´ρθεί. Τι πείραζε ; Κανένας δεν ήτανε αποφασισμένος να κοιμηθεί! Ο γάμος στο κάθε σπίτι μια φορά γίνεται! Τρεκλίζοντας οι περισσότεροι από ,,τα κουπάρια,, με τους απαράβατους κανόνες τους συνέχιζαν το γλέντι στην αυλή και στο μαγαζί ακόμα.
Η Κυριακή ήταν η μέρα της Λενιώς και την ήθελε όλη δική της. Ήθελε να ξεκουραστεί και να γίνει όμορφη για το Θοδωράκη της και για την ίδια και για όλους τους καλεσμένους της. Γι αυτό αποσύρθηκε νωρίς από το γλέντι.
Το λίγο χρόνο που είχε στη διάθεσή της ως το ξημέρωμα τον χρησιμοποίησε γι αυτόν το σκοπό!
Φρεσκαρίστηκε. Ενα ζεστό, αρωματισμένο με δεντρολίβανο μπάνιο την αναζωογόνησε και περίμενε τις φίλες της, εκεί κοντά στο μεσημέρι, να τη ντύσουν νυφούλα!
Στου Θοδωράκη έκαναν την προετοιμασία του ξουρίσματος του γαμπρού και η αναστάτωση καλά κρατεί κι εκεί.
Ο γάμος θα γινόταν μετά την κυριακάτικη λειτουργία προς το μεσημεράκι, έτσι γινόταν εκείνη την εποχή, πάντοτε Κυριακή και μετά την εκκλησία!  Είχε μια υπέροχη φθινοπωρινή, γλυκειά και λαμπερή μέρα!
Αστραφτοκαλλιστή η Λενιώ δέχονταν τις περιποιήσεις των φιλενάδων της. Σοβαρή, με τη λυγερή της κορμοστασιά, το νυφικό του καιρού της και η αλαφράδα κι ο αέρας της την έκαναν νεράϊδα αληθινή!
Η Λενιώ μέσα ντυνόταν κι όξω οι χοροί κρατούσαν.
Ο Λάμπρος, ένα αγοράκι, που είχε και τους δυο γονέους του σταλμένο από το Θοδωράκη πήγε να ειδοποιήσει ότι οι συγγενείς και οι φίλοι του γαμπρού πάνε να πάρουν τα προικιά. Αυτό επειδή η Λενιώ ήταν από το ίδιο χωριό με το γαμπρό. Αν η νύφη ήταν από άλλο χωριό ειδοποιούσε κάποιος μεγαλύτερος έφιππος. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση το έπαθλο ήταν ίδιο. Ένα μαξιλάρι πλουμιστό! Του το έδωκε η ίδια η νύφη! Ο μικρός κοίταξε κατάματα τη Λενιώ σα να της έλεγε ευχαριστώ και με το έπαθλο παραμάσκαλα και το γλυκό στον ,,καταπίτη,, γύρισε τρέχοντας στο σπίτι του γαμπρού να δώσει αναφορά.
Οι φίλοι του Θοδωράκη και οι συγγενείς με τ´άλογά τους πήγαν τραγουδώντας στο σπίτι της Λενιώς ,,να φορτώσουν τα προικιά,,!  Έτσι γινόταν στο χωριό μου, όταν η νύφη ήταν από το ίδιο χωριό με του γαμπρού. Αν ήταν από άλλο χωριό πήγαιναν και τα έπαιρναν το Σάββατο το μεσημέρι ή το απόγιομα.
Η Λενιώ κρέμασε στην καπιστράνα κάθε αλόγου από μια ολόλευκη μεσίνα με τρόπο που να κρέμεται το μεγαλύτερο μέρος της και ν´ανεμίζει με το περπάτημα τ´αλόγου.
Το συμπεθεριό στο σπίτι του Θοδωράκη ήταν συγκεντρωμένο κι εκείνος λεβέντης με τα ούλα του!
Η ώρα η καλή και ευλογημένη είχε έρθει! Ο Θοδωράκης έστειλε τα όργανα,  γιατί ,,γάμος δίχως όργανα δεν έχει νοστιμάδα (ουσία ),, στην άλλη άκρη του χωριού, όπου βρισκόταν το σπίτι της Λενιώς , ,,για να πάρουνε τη νύφη,,!
,,Νύφη μας ωραιότατη, νύφη μας νιο φεγγάρι...,,! Της το τραγουδούσαν οι καλεσμένοι της.
Η νύφη ,,προσκύνησε,, τους γονείς της φιλώντας τους το χέρι και πρόβαλε από το κατώφλι του σπιτιού της ανάμεσα στα προστατευτικά μπράτσα του πατέρα της και του μεγάλου της αδερφού, ντροπαλή, συνεσταλμένη, αλλά η ομορφιά της δεν κρύβεται. Χαμηλοβλεπούσα, όχι τόσο γιατί ντρεπόταν, όσο γιατί έπρεπε, άλλαξε τα βήματά της και μέσα από τον όμορφο στολισμό της πρόβαλε όλη η λάμψη και η ομορφιά της και φάνταξε ακόμα περισσότερο κι έλαμψε η ματιά της σπινθηροβόλα και γαλανή κι αγκάλιασε ως πέρα τη γειτονιά της και τον κάμπο και τα βουνά και τά ´κλεισε όλα μέσα στην καρδιά της λες και δεν θα τα ξανάβλεπε άλλο πια.
Τα όργανα παίζανε τη νεραντζούλα και επαναλάμβανε το συμπεθεριό:
-Νεραντζούλα φουντωμένη... πού ´ναι τ´άνθη σου νεραντζούλα...!
Δυο όμορφοι νέοι, ένας αητός και μια λαφίνα ετοιμάζονταν να δώσουν πνοή σ´ένα όνειρο και ,,χαρχάλεψαν,, της ψυχής τους τις λαχτάρες κι εκείνες έγιναν αγάπη και πρόβαλαν το μεγαλείο και τη δόξα τους.
Κάπου εκεί στη διασταύρωση κοντά στην εκκλησιά έσμιξαν τα συμπεθεριά και προχώρησαν ούλοι μαζί.
Ο απόηχος των τραγουδιών μάγευε τ´αυτιά των ανθρώπων και η γύρω φύση συνέπραττε προσφέροντας το αεράκι που χάϊδευε τα πυρωμένα από το κέφι μάγουλά τους και τα πουλιά χάριζαν το φτερωτό τους καλοσώρισμα και το γλυκό τιτιβισμά τους. Με το αργό λικνιστικό της περπάτημα η Λενιώ και με την βαρύγδουπη συνοδεία της έφτασε έξω από την πόρτα της εκκλησιάς, όπου ο πατέρας της την παρέδωσε στο γαμπρό. Εκείνος του φίλησε το χέρι.
Το μυστήριο έγινε με όλη τη μεγαλοπρέπεια των καιρών! Ο νονός -κουμπάρος άλλαξε τα στέφανα και τα ρύζια και τα κουφέτα στόχευαν με ανακουφιστική, διασκεδαστική μανία τους νεονύμφους, οι οποίοι για να γλιτώσουν το κακό έσκυβαν όσο γινόταν πιο χαμηλά.
-Να ζήσετε, να ζήσετε!
Όλοι πέρασαν με σειρά να ,,φιλήσουν τα στέφανα,, και να ευχηθούν.
-Καλούς απογόνους!
Στους γονείς τους και στο νονό-κουμπάρο φίλησαν το χέρι σε δείγμα σεβασμού.
Η έξοδος από την εκκλησία είχε πλέον ένα άλλο στίγμα για το ερωτευμένο ζευγάρι! Είχε μαζί με την αγάπη τους και τον έρωτά τους το προστατευτικό πέπλο της ευλογίας, είχαν την αποδοχή της κοινωνίας σα ζευγάρι και οι δύο νέοι είχαν την ευχέρεια να ευτυχήσουν!
Τα όργανα και τα συμπεθεριά οδήγησαν το ζευγάρι πιασμένο αγκαζέ στο σπίτι του γαμπρού. Πάλι πεζοί! Ακουμπημένοι πλέον ο ένας στην καρδιά τ´ αλλουνού άφησαν περισσότερο λεύτερους τους εαυτούς τους καθ´ότι λόγο τώρα πια δεν είχαν οι πατεράδες, αλλά ο άντρας, ο Θοδωράκης! Επιτέλους πήρε το χρίσμα!
Η Διονυσούλα είχε έτοιμο το ρόδι στην πόρτα του σπιτιού και η Λενιώ τό ´σπασε με ευκολία! Ύστερα ,,μελίτωσε,, τη νύφη. Έπαιξαν και το διασκεδαστικό παιχνίδι με το μαντήλι, όπου κέρδισε η Λενιώ, αλλά η Διονυσούλα ήταν καλόβολη γυναίκα και δεν της εκακοφάνη διόλου. Η Λενιώ σοβαρή τώρα πια έσκυψε ταπεινά και της εφίλησε το χέρι. Η Διονυσούλα ευχήθηκε τα παιδιά της, είπε στη νύφη της ,,καλορρίζικη και της υπέδειξε να καθίσει. Κεράστηκαν γλυκό και χόρεψαν κι εδώ.
-,,Νύφη μας ωραιότατη, νύφη μας νιο φεγγάρι..,,
Χόρεψε μπροστά και ο γαμπρός το δικό του τραγούδι.
- ,,Ένα τραγούδι θα σας πω απάνου στο κεράσι, να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός, να ζήσει, να γεράσει,, .
Χόρεψε και η πεθερά ένα τραγούδι, το δικό της κι εκείνη κι ύστερα πήρανε σειρά όλοι οι καλεσμένοι. Εκεί που οι άλλοι γλεντούσαν ακόμα, αλλά το γλέντι, είχε χλιάνει,, ,,είχε κόψει,, ο Θοδωράκης και η Λενιώ ξέκοψαν από το κοπάδι στα κλεφτά και πισωγύρισαν στο πατρικό της, αυτό που λέμε, ,,πιστρόφια,,. Αν η Λενιώ ήταν από άλλο χωριό τα πιστρόφια θα γίνονταν στις οχτώ ημέρες από το γάμο, δηλαδή την επόμενη Κυριακή.
Ήτανε για τη μάνα βάλσαμο τούτη η επιστροφή και για ούλους στο πατρικό της. Η αίσθηση ότι το παιδί τους ήταν εκεί καταλάγιασε το συναίσθημα του αποχωρισμού που εκείνο το τραγούδι το είχε σοβαρά ενισχύσει.
Αγκαλιές, φιλιά, αγάπες και λουλούδια. Κεράσματα κι ευκές απανωτές.
Ήτανε όμως κι ένας λόγος να ξεφύγει το ζευγάρι από τα βλέμματα του κόσμου και να βρει κάπου, κάπως λίγο χρόνο να ξεθυμάνει από το πνιγηρό μπούκωμα της καταδυναστευτικής παρακολούθησης.  Ένα άγγιγμα, ένα κλεφτό φιλί ήτανε μια παρηγοριά σε κείνη τη φάση.
Στο σπίτι του Θοδωράκη είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες του γλεντιού. Τα καζάνια έβραζαν, οι φούρνοι μοσκοβολούσαν και οι γυναίκες δεν είχανε σταματημό.  Όλα έπρεπε να είναι ,,στην τρίχα,,. Νωρίς το βράδυ το τραπέζι του γλεντιού στρώθηκε με όλη τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε το σπιτικό και η ψυχή του Αναστάση. Τα φαγιά μοσκοβολιστά παρατέθηκαν στο τραπέζι και πριν καλά-καλά αποσώσουν το φαΐ τους, τα τραγούδια της τάβλας πήραν την τιμητική τους και δεν σταματούσαν με τίποτα. Το ένα διαδεχόταν το άλλο και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση,αφού το κρασί είχε βοηθήσει συστηματικά… Το ξημέρωμα τους βρήκε μεθυσμένους τους περισσότερους.
Η νύφη που είχε αποχωρήσει έγκαιρα με το γαμπρό για το καθιερωμένο έθιμο του σεντονιού, μετά τα επιβεβαιωτικά χειροκροτήματα του πλήθους βρήκε την ησυχία της στην γεμάτη αγάπη, τρυφερή αγκαλιά του άντρα της.
Σηκώθηκε πρωί, συγύρισε το σπίτι της σε μια προσπάθεια προσαρμογής και το μεσημέρι περίμενε την επίσκεψη των γονιών της και των συγγενών της που ανταπέδιδαν τα ,,πιστρόφια,,. Φάγανε μαζί το μεσημέρι, ευχήθηκαν για πολλοστή φορά και ικανοποιημένοι, γιατί έβλεπαν τη Λενιώ τους ευτυχισμένη, γύρισαν στο σπίτι τους. Αν όμως το σπίτι του γαμπρού ήταν σε άλλο χωριό, οι γονείς θα ανταπέδιδαν ,,πιστρόφια,, στις δέκα πέντε ημέρες από το γάμο.
Το απόγιομα της Δευτέρας η Λενιώ με το γαμπρό, την πεθερά, τον πεθερό και συγγενείς πήγαν στην Πέρα βρύση, την κεντρική του χωριού,για να πετάξουν κέρματα στο νερό, όπως το καλούσε το έθιμο. Αυτό το επίσημο ξεπόρτισμα ήταν αρκετά διασκεδαστικό. Τα σχόλια των περαστικών, οι επαναλαμβανόμενες ευχές, το ψουψούρισμα των κοριτσιών μεταξύ τους για το ένα και για τ´άλλο, όλα έφτιαχναν μια ατμόσφαιρα χαρούμενη. Η Λενιώ δεν είχε και προβλήματα γνωριμίας, αφού ήταν από το ίδιο χωριό κι έτσι η συντροφιά έδεσε. Μη φανταστείτε όμως ξέφρενα πράγματα, ήταν και τα πεθερικά μαζί και σε κείνους τους καιρούς τα πάντα γίνονταν μετρημένα.
Τα παιδιά πλατσούριζαν ποιο θα μαζέψει τα περισσότερα και όποιος το πετύχαινε ήταν ο τυχερός.
Στο γάμο ετούτο τυχερός ήτανε ο μικρός ανηψιός του Θοδωράκη από τον ξάδερφό του το Θανάση, ο Νικολάκης!
-Και στα δικά σου,Νικολάκη, του είπαν όλοι με μια φωνή.
Η Λενιώ τον πήρε στην αγκαλιά της και τον εφίλησε. Το παιδί ξαμολήθηκε στα μαγαζιά για να εξαργυρώσει το γούρι του και η όμορφη συντροφιά επέστρεψε στο σπίτι. Είχε πολλά να κάμει η Λενιώ ακόμα, αλλά πλέον χωρίς βοήθεια, μόνη της. Είμαι άξια, σκέφτηκε, καθώς η σκέψη της έφερε κιοτεμάρα. Θα τα καταφέρω!
Ο Θοδωράκης και η Λενιώ απολάμβαναν τη γλυκειά σκλαβιά του έρωτά τους και τ´όνειρο είχε γίνει Άτλαντας στους ώμους τους που παρέλυσε τ´άκρα τους κι έκαμε ανάλαφρη την ψυχή τους.
Λουσμένοι στην ιλαρότητα του ίδιου όνειρου κι οι δυο, που ήτανε ζωή ολάκερη, ζούσαν την ευτυχία που γύρευε η καρδιά τους.
Ξύπνησαν ανακουφισμένοι και ήρεμοι από τα γλειψίματα του Μπαγάσα. Ανησύχησε φαίνεται από την απουσία τους και τους έψαξε .Ο Θοδωράκης τον χάιδεψε και τον έστειλε πίσω στο μαντρί.
Οι δύο νέοι κοιτάχτηκαν στα μάτια με λατρεία, έσμιξαν τα χέρια τους σ´ένα σμίξιμο ατελείωτο και κουβέντιασαν ήρεμα
για όλα και για πολύ. Και δεδομένων των συνθηκών.... σηκώθηκαν, βγήκαν από την κρυψώνα, στάθηκαν όρθιοι απάνω στη μεγάλη κοτρώνα, άδειασαν φυσώντας ο ένας στη χούφτα τ´αλλουνού τις ψυχές τους και τον έρωτά τους και την αγάπη τους, άδειασαν ούλο το μέσα τους κι ύστερα κοιτάζοντας τη θάλασσα σταύρωσαν τα χέρια τους, άνοιξαν τις παλάμες με το πολύτιμο, αλλά αβάσταχτο φορτίο τους, έσκυψαν απάνω με τα κεφάλια τους κολλημένα, φύσηξαν´ τ´όνειρο και τη ζωή και τ´άφησαν να φύγουν πέρα μακριά....
Πιάστηκαν από το χέρι κι αγνάντευαν το είναι τους που καβαλίκεψε ένα σύννεφο και πήγε ψηλά στον ουρανό, στη χώρα του Παράδεισου τη μακρινή, την απρόσιτη, την ονειρεμένη! Δυο άγγελοι μ´ολόλευκα φτερά παρέλαβαν τις ζωές τους και τις ακούμπησαν πάνω σ´ένα πάλευκο και φωτεινό του μέρος.
Η Λενιώ κι ο Θοδωράκης κοιτάχτηκαν, χαμογέλασαν. Ήσαν ευτυχισμένοι και ξαλαφρωμένοι.
Μ´ένα πήδο, πιασμένοι από το χέρι, άφησαν το λιθάρι και βρέθηκαν στη γη προσγειωμένοι και λεύτεροι! Είχανε αποφασίσει!
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η ΑΛΛΗ ΣΕΛΙΔΑ -Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Πήρανε μια απόφαση, ναι! Τι σου είναι τούτο όμως λουκουμάς για να τον απολαύσεις και να τον καταπιείς;
Η ασυμμάζευτη πλανόδια σκέψη με τα μυριάδες φτερακίσματα στο δευτερόλεπτο, που σα σβούρα γυρίζει αδιάκοπα κι επί τόπου σε δυο κεφάλια μέσα, ολιγωρεί φυλακισμένη στην ελευθερία της, όπως ακριβώς η πεταλούδα στο φως της λάμπας με κίνδυνο να τσουλουφριστεί και να καεί.
Σε μια απόφαση ειλημμένη ο επαναπροσδιορισμός είναι σύνηθες φαινόμενο και τα σκαμπανεβάσματα της σκέψης αποδυναμώνουν τη θέληση που απαιτεί την τήρηση αυστηρών νόμων και κανόνων. Να ´τανε τόσο εύκολο το μάντρωμα της σκέψης! Μα δεν είναι πρόβατα και μ´ένα σάλαγο να τα μαντρώσεις!
Πολέμησε ο Θοδωράκης ν´αντισταθεί σθεναρά και γαντζώθηκε γερά από την ελευθερία της ψυχής που του είχε προσφέρει η εθελούσια απόφασή τους εκεί απάνου στα γαλάρια, όμως στα διάκενα έκανε βουτιές στο κενό και τη μια ακούμπαγε στον πάτο και την άλλη ξαστέρωνε κι ονειρευόταν ξανά...κι έπλαθε μύριες στιγμές ιερές....
Τ´αγαλιοκλώθι της τρανή παρηγοριά ήτανε για του ποθεμού του το αργοπόρι....
- Όχι, είπε, αφού είχε πλέξει μιας ορφάνιας το λίκνο! Όχι! Αυτό πρέπει να σταματήσει και μονάχα ένας τρόπος υπάρχει.
Θεληματικά η μορφή της Λενιώς σκιάστηκε από τη μικροσκοπική θωρειά της Θοδώρας, παρουσία εκ διαμέτρου αντίθετη από κείνη που είχε συνηθίσει να βλέπει στο ξύπνιο του και στα όνειρά του. Μοναχά το μήκος και το χρώμα των μαλλιών της ισοφάριζε με τα τροφαντά προσόντα της Λενιώς.
Ήρθε και στάθηκε η μορφή της Θοδώρας κι έστησε καραούλι απέναντί του, λες κι ήξερε το δράμα του κι ήθελε να τον βγάλει από το αδιέξοδο της πλάνης του. Η αύρα της, ελάχιστα γνώριμη, τον τύλιγε όλο και πιο πολύ και ο ασφυκτικός κλοιός της του χάριζε λύτρωση κι ελευθερία. Έτσι, όπως φεύγει ο αέρας και δεν πισωγυρίζει, έτσι όπως κυλάει το ποτάμι και βρίσκει αποκούμπι στη θάλασσα, έτσι κι ο Θοδωράκης ένιωθε το δρόμο του γοργό στην αγκαλιά μιας συμβατικής προξενεμένης υπόσχεσης, με το σώμα του ακουμπισμένο σ´ένα κορμί άγνωστο για κείνον και σε μια αγωνιώδη προσπάθεια συγκέντρωσης και προσαρμογής. Ήρθε στο νου του η στιγμή που τον πήγε η Θοδώρα στον κήπο της και στάθηκαν πλάι-πλάι ν´αγναντεύουν τη θάλασσα που έγινε κομμάτι της ζωής του μέσα στη βιαστική της ξενάγηση και πλανήθηκε στ´απέραντου γαλάζιου τ´ακύμαντο και στου ορίζοντα που το συνόριαζε το άπειρο.
Ένιωσε τη φλόγα αυτής της μικροσκοπικής γυναίκας να θεριεύει και να του ζεσταίνει την παγωμένη του ψυχή. Την ένιωθε να πλησιάζει μα δε φοβήθηκε στιγμή μήπως και γίνει δικό της παρανάλωμα το είναι του. Να μη σου πω, ότι το γύρευε κιόλας τούτο το καθαρτήριο!
Αποφάσισε ότι της χρωστάει την κυριακάτικη επίσκεψη.
Η Θοδώρα είχε παραμερίσει το λήθαργο του φόβου και θώπευε νοσταλγικά τις απείθαρχες κινήσεις του Θοδωράκη, δικαιώνοντας έτσι τον φλέγοντα έρωτά της που ήξερε να συγχωρεί πιθανά παραστρατήματα. Λίκνιζε την αγάπη της με νανούρισμα μητρικό, αποκοίμιζε τους φόβους και τον καημό της μαζί και μέτραγε τα ξημερώματα και τα ηλιοβασίλεματα με απέραντη υπομονή, με καλοπροαίρετη διάθεση και με αληθινή αγάπη. Έτσι, όταν έβγαζε τη μάσκα της υποκρισίας, άφηνε να κυλήσουν δυο μαργαριτάρια, μόνο δυο, και έπεφταν κατάχαμα τρέφοντας δυο σπόρους νιόφυτους αναγγέλλοντας μια ευτυχία. Και τα μαργαριτάρια της βδομάδας ετούτης θέριεψαν τον έρωτα, έχτισαν την αγάπη ίσαμε το σενάζι που θα δεχόταν τη σκεπή με τα στηρίγματά της και ο πόθος της την κράτησε γερή κι ολόρθη και δεν απόκαμε λεπτό και δεν κιότεψε στάλα και σκέφτηκε πως θα είχε να ιστορεί στα εγγόνια της μια υπέροχη ιστορία αγάπης με δυο ,,Θ,, πρωταγωνιστές!
Η Θοδώρα περικυκλωμένη από του λήθαργου τη σκιά φοβόταν περισσότερο τον εαυτό της παρά τις κινήσεις του Θοδωράκη, που με την αδιαφορία του την πότιζε φαρμάκι και παρ´όλα αυτά θυσιάζοντας τον εαυτό της στην αγάπη δικαιολογούσε τις παράλογες κινήσεις του και δεν έβγαζε μιλιά, όπως μιλιά δεν έβγαζαν και οι δικοί της φανερά τουλάχιστον.
Μονάχα η Γιωργίτσα στο χωριό, που παρακολουθούσε κυκλωτικά τις κινήσεις του Θοδωράκη, είχε ,,ψύλλους στον κόρφο της,, και γύρευε με τον τρόπο της εξηγήσεις. ,,Αμόλαγε,, αδειανές, για να πιάσει ,,γιομάτες,,!
-Θα ήθελα να πάου στην ανηψιά μου στην Καλύδωνα κι έλεγα να πηγαίναμε μαζί με το Θοδωράκη την Κυριακή. Τι λες, θα με πάρει μαζί του Διονυσούλα, τι έχω βαρεμένο το πόδι μου και δε μπορώ να κάμω τόσο δρόμο με τα πόδια;
-Γιατί να μη σε πάρει, μωρή Γιωργίτσα,, στον ώμο θα σε κουβαλήσει; Το μουλάρι θα σε πάει!
-Ξέρω και ´γω; Την Κυριακή, που νόμιζα θα ,,πάαινε,, και στήθηκα να τον καρτερώ όξω από την πόρτα μου, δεν ,,εδηάκε,,.
-Είχε δουλειά και δεν εμπόρεσε Γιωργίτσα. Θα πάει ετούτη την Κυριακή. Θα του ειπώ να σε πάρει κι εσένα.
Τι την ένοιαζε τη Γιωργίτσα αν θα την έπαιρνε ή όχι! Έφτανε που έμαθε τις προθέσεις του νέου και καταλάγιασε το ανήμερο θεριό της ψυχής της που το λέγανε αγωνία.
Η Λενιώ στο μεταξύ που όσο βρισκόταν κοντά στο Θοδωράκη στάθηκε δυνατή στις αποφάσεις, όταν πισωγύρισε στο πατρικό από το δρόμο ακόμα άρχισαν να την κυνηγούν οι ερινύες της ,,λάθος απόφασης,,.
- Πού ήσουνα τόσες ώρες ,,βαϊζούλα μου,, της είπε η Παναγιώτα, η μάνα της. Σε γύρεψε ο Λώνης και δεν ήξερα τι να του ειπώ.
-Άστον σε μένα, μάνα, είπε η Λενιώ που δεν ήθελε να ειπεί περισσότερα.
Μπήκε κατ´ευθείαν στην κάμαρη που βρισκόταν ο άρρωστος πατέρας της. Εκείνος διαπραγματευόταν με το χάρο εκείνη τη στιγμή και δεν επήρε είδηση τη μοναχοκόρη του που μπήκε μέσα σαν το σίφουνα.
Είδε το απλανές του βλέμμα, την ανατρίχιασε το άκαμπτο παρουσιαστικό του και φρέναρε απότομα. Τι να κάμει τώρα; Να πισωγυρίσει και να τον αφήκει στην ήρεμη αναστάτωσή του ή να κάτσει κοντά του και να τον τραβήξει από τον απόκοσμό του; Αποφάσισε το δεύτερο.
Πλησίασε το κρεββάτι του αμίλητη, του χάιδεψε το μέτωπο, του έδωκε ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο το παγωμένο και το δικό της φλογισμένο ήρθε κι εξισορρόπησε επιφανειακά τη θερμοκρασία του άρρωστου γονιού .Μόνο τότε γύρισε και την κοίταξε. Με βλέμμα θολό, με πνοή ανύπαρκτη που ήρθε κι έδεσε με τη δική της,  που όμως για διαφορετικούς λόγους σιωπούσε ο καθένας.
Εκείνη του πήρε το χέρι, το έβαλε ανάμεσα στις χούφτες της και του το φιλούσε αδιάκοπα.
Δυο δάκρυα μαργαριτάρια ήρθαν και στάθηκαν απάνω στα παγωμένα χέρια του πατέρα που έβγαλε μοναχά έναν αναστεναγμό την ώρα που η Λενιώ είχε καρφώσει τα μάτια της απάνω στα δικά του.
Σε ποια συμφωνία να είχε καταλήξει με το χάρο δε μπορούσε να ξέρει η Λενιώ, αφού ούτε που το είχε υποψιαστεί αυτό πως θα γινόταν ποτέ. Εκείνος έγειρε από την άλλη πλευρά το κεφάλι εν όσω το χέρι του βρισκόταν ακόμα μέσα στις χούφτες της όμορφοκόρης του. Έδειξε πως ήθελε να κοιμηθεί. Μα όχι! Ν´αποφύγει το διαπεραστικό, το γεμάτο τρυφερότητα βλέμμα της θυγατέρας του που δεν άντεχε να τη βλέπει θλιμμένη εξ´αιτίας του. Κάρφωσε από την αντίθετη εκείνη μεριά το βλέμμα του στο ταβάνι και άφησε τη σκέψη του να περιπλανιέται στα περασμένα. Διάβαζε μία -μία σελίδα της ζωής του, πρόσθετε μάλιστα και ό,τι είχε ξεχάσει να γράψει ξεθάβοντας από τα κατάβαθα του νου του ακόμα και τα ασήμαντα και μία -μία τις διέγραφε, σα να μην είχαν υπάρξει ποτέ! Η Λενιώ τον ξαναφίλησε, του άφησε το χέρι να κυλήσει μαλακά από τις παλάμες της και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο αφήνοντάς τον στον κόσμο που ήθελε να ζωγραφίζει σβήνοντας και γράφοντας, καλώντας κι αποπαίρνοντας φιγούρες αλλοπρόσαλλες, αγαπημένες, σκάρτες, φιλικές, ταιριαστές κι αταίριαστες που ποτέ πριν δεν είχε μπει στον κόπο να το κάμει, επειδή η τύρβη της καθημερινότητας δεν του παραχωρούσε χρόνο μα και δεν ήθελε κιόλας να κάμει κάτι τέτοιο. Δεν είχε χώρο το μυαλό από τα όνειρα για πισωγυρίσματα, έτρεχε ομπρός ολοταχώς λες κι ήξερε πως δεν θα τα προκάμει .Με την πανοπλία των αναμνήσεων γοργά αποκοιμήθη κι ένα μεταίωρο κρεββάτι -αιώρα τον λίκνιζε μαζί με ό,τι νόμιζε ότι του είχε απομείνει ακόμα!
Ο απόηχος τού ,,σ´αγαπώ πατέρα,, που βγήκε από τα φυλλοκάρδια της γιόμισε με τη δυνατή του εγκάρδια ηχώ το χώρο γύρω της και πήγε και καρφώθηκε κατ´ευθείαν στα στήθη του πατέρα της και του κράταγε συντροφιά.
Η Λενιώ αγκιστρώθηκε στα κάγκελα της βεράντας αποφεύγοντας και την μάνα της κι άφησε το βλέμμα της ν´αγγίξει το γαλανό ουρανό και τη θάλασσα και τον κυκλωτικό ξέμακρο ορίζοντα ταυτιζόμενη απολύτως με του Θοδωράκη τα γούστα, έφερε γυροβολιά τη σκέψη μια στον άρρωστο γονιό μια στην παιδεμένη αγάπη, έχυσε από ένα δάκρυ για το καθένα χωρίς να τα σφουγγίσει, τίναξε το ξανθό περήφανο κεφάλι της με την αλογίσια χαίτη, που ασυλλόγιστα δεν είχε φροντίσει να μαζέψει ,φορτώθηκε με το χαμόγελο της ώριμης απόφασης και στα γαλάρια δε θέλησε να ξαναπάει ποτέ. Αλήθεια είναι ικανή μια απόφαση να ξεθωριάσει και να σβήσει μια αγάπη; Τα όνειρα των δύο νέων απολιθώθηκαν πάνω στις φλογισμένες καρδιές τους; Σφράγισαν με όρκο αιώνιο μια αγάπη αιώνια;
Η Λενιώ έπλεξε τα μαλλιά της, τα γύρισε δυο βόλτες πάνω στο κεφάλι της, φόρεσε τη μαντήλα της, άρπαξε τη βαρέλα και είπε στη μάνα της:
- Πάου για νερό μάνα! Έχε το νου σου στον πατέρα! Και χωρίς να περιμένει απόκριση τράβηξε ίσια για την Ετιά!
Έπλυνε τη γούρνα, την άφησε να γεμίσει, βούτηξε μέσα τη μούρη της ολόκληρη, έμεινε έτσι όσο άντεχε η αναπνοή της, ρούφηξε μια μεγάλη ρουφηξιά νερό κι άλλη μια την κράτησε στο στόμα και σήκωσε απότομα το κεφάλι της. Με το στόμα μπουκωμένο τραβήχτηκε όξω, γουργούρισε το νερό στο στόμα της παίζοντας όπως όταν ήταν μικρή, το εκτόξευσε μακριά αναγελώντας την αγάπη κοιτάζοντας τον ουρανό, γέμισε τη βαρέλα της, τη φοτρτώθηκε κι ένιωσε το βάρος της σα φύλλο φθινοπωρινό. Το γάργαρο νερό της είχε φρεσκάρει τη σκέψη, την είχε αναζωογονήσει κι ήταν η πρώτη φορά που μίλησε με λαχτάρα στο Λώνη που την περίμενε και που ευτυχώς δε γύρεψε εξηγήσεις για την πολύωρη απουσία. Καταλάβαινε ή της το φύλαγε γι αργότερα και θα έκανε το λάθος της ζωής του;
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΑΛΛΗ ΣΕΛΙΔΑ - ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΧΡΕΟΥΣ

Η Κυριακή δεν άργησε να ´ρθεί. Ο Θοδωράκης φρόντισε τον εαυτό του ανεπιτήδευτα και με τον αέρα του άντρα που ποτέ του ως τώρα δεν είχε επιδείξει, καλά-καλά χωρίς να ρωτήσει καν τον Αναστάση που καθόταν παρά ´κεί, ούτε να του δώκει αναφορά για το που πάει, αλλά ούτε κι εκείνος να τον εμποδίσει ούτε το λόγο να του γυρέψει, ετοίμασε το περήφανο άτι του που τού έμοιαζε μέσα κι όξω ,πήρε μονάχος την κεντημένη αντρομίδα που την είχε για γιορτινή η Διονυσούλα, χωρίς να τη ρωτήσει κι αυτή κι αμίλητος αλλά χωρίς να δείχνει στεναχώρια, σαμάρωσε το άλογο, έδεσε στα ,,κολλιτσάκια,, του σαμαριού του το σκοινί του μουλαριού που προοριζόταν για τη Γιωργίτσα και κίνησε για την Καλίδονα προτού χτυπήσει η πρώτη καμπάνα.
Η Γιωργίτσα στο δρόμο δεν τον άφηκε στην ησυχία του το Θοδωράκη. Εκείνος όμως δεν αποκρινόταν στις περιέργειές της και η Γιωργίτσα έσκαγε από το κακό της. Δε βαριέσαι ,σκέφτηκε, φτάνει που πάει....
Μια ώρα δρόμος δεν είναι και πολύς,κύλησε ογλήγορα.
Φουσκωμένα τα ,,πλεμόνια,, του με τον πλούσιο ,πεντακάθαρο κι ολόδροσο αέρα ,με των ,,περδικώνε,, την κανακευτή θωρειά στην περδικόβρυση, με το κροκάλισμα των πετρών καθώς το περήφανο άτι τις παρέσερνε με τις φρεσκοπεταλωμένες οπλές του, το περιστασιακό ,,λιάξιμο,, της Γιωργίτσας που σα σκυλίτσα δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα της και προ πάντων με μια ελπίδα να τελειώσει κάποτε το χρέος και το ζόρι ενός γάμου που δεν τον είχε λογαριάσει, ούτε που το κατάλαβε πότε φτάσανε στο χωριό.
Στο έμπα του χωριού, τους καλημέρισε η Σωτήραινα, η πρώτη κουτσομπόλα του χωριού .
-Καλώς όρισες ,γαμπρέ. Η Θοδώρα σε καρτέραγε δυο βδομάδες τώρα ! Έκαμε τα μαύρα μάτια το θηλυκό να σε ιδεί !
-Καλημέρα, είπε , και τίποτ´άλλο ο Θοδωράκης.
-Καλημέρα Σωτήραινα, είπε και η Γιωργίτσα και τράβηξε το χαλινάρι του μουλαριού στην άκρη του πλατώματος και ,,καστέλωσε,, τη Σωτήραινα. Κι αφού ο τέντζερης βρήκε το καπάκι του , το μυστήριο θα γινόταν ολοκληρωμένο.
- Πε μου τα νέα, Σωτήραινα, τώρα ,γιατί στερνά δε θα μπορώ.
Τι λέει το χωριό; Τι λένε οι δικοί μου; Έχεις ιδωμένο κανέναν;
-Ούλο ρωτάνε ,μωρή Γιωργίτσα, γιατί τούτο ,γιατί εκείνο ,πού ´ναι ό ο γαμπρός, γιατί δε φάνηκε ο γαμπρός και οι δικοί σου μέσα στη μαύρη συννεφιά έν´οι αντρώποι .
Ο Θοδωράκης την άφησε πίσω του αδιάφορα, πέρασε από την εκκλησιά στο κέντρο του χωριού ,από τον καφενέ ,λίγο πιο πέρα, όπου καλημέρισε πρώτος τον άντρα που άνοιγε εκείνη τη στιγμή το μαγαζί , δέχτηκε την αντί καλημέρα του και το καλοσώρισμά του και αγνοώντας τη Γιωργίτσα που είχε καταφθάσει κι έπιασε ψιλή κουβέντα και με ,,δαύτον,, ,είχε ,δεν είχε την όρεξή της ο χριστιανός, τράβηξε ίσια για το σπίτι της Θοδώρας, που ήταν παραδίπλα.
Η Θοδώρα είχε κιόλας στολιστεί για την εκκλησιά . Παρ´ότι δεν το ´κανε με την καρδιά της, δεν της άρεσε να δίνει λογαριασμό στις περίεργες και τους περίεργους όταν θα τη ρώταγαν : πάλι χωρίς τον αρραβωνιαστικό ; Παρ´όλα αυτά δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα γι αυτό στολίστηκε με τη φορεσιά και μ´εξουσία και χαμόγελο , κοιτάχτηκε και στο μεγάλο καθρέφτη της σάλας, έφερε μια τσαχπίνικη γυροβολιά και :
-Μάνα ,φεύγω για την εκκλησιά, λέει, και σαν πεταλουδίτσα κατέβηκε ,,ίπιρι- ίπιρι,, τα ,,σκαλούγκια,, με αλαφράδα και βιάση. Η τρίτη καμπάνα της μήνυσε πως είχε ήδη αργήσει.
Άστραψε το μικροκαμωμένο ρόδινο προσωπάκι της με τα λιλιπούτεια χαρακτηριστικά , όταν σα στρατηλάτης παρουσιάστηκε ομπρός της ο Θοδωράκης !
Μ´ένα πήδο βρέθηκε κατά γης και μ´ένα πετάρισμα η Θοδώρα, βρέθηκε παρά τρίχα στην αγκαλιά του κι ας μην άνοιξε αυτή ποτέ. Πόσο την πόναγε τη Θοδώρα που δε μπορούσε να το κάμει τούτο το διάβημα, μόνο και μόνο γιατί δεν το επέτρεπαν οι κοινωνικοί κανόνες ,που τους είχαν πλασμένο άντρωποι χωρίς συναίσθημα ,χωρίς κατανόηση, χωρίς συμπόνια ! Μα κι ο Θοδωράκης το ίδιο ακριβώς ένιωθε, άσχετα αν αυτόν τώρα τον βόλευε η κατάσταση, γιατί η αγκαλιά του μοναχά για μια γυναίκα είχε ανοίξει ίσαμε τα τώρα. Έκατσε λοιπόν η πεταλουδίτσα ακίνητη σα νά ´τανε λουλούδι και ´κείνος την καλημέρισε, χωρίς να μπορεί να την κοιτάξει στα μάτια, αν και το ήθελε πολύ , από κάπου περίμενε να πάρει δύναμη συμπαράστασης. Του είπε καλημέρα και καλώς όρισες και σα μικρό παιδί, χωρίς να τον περιμένει , ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια για ν´αναγγείλει το ευχάριστο νέο στο σπίτι της. Η μάνα της βρισκόταν στην κουζίνα και ο πατέρας της είχε κατέβει να ,,βολέψει,, τα ζωντανά κι ότι γύριζε ν´αλλάξει για να πάει κι εκείνος στην εκκλησιά... ,στον καφενέ...., δεν είχε αποφασίσει , κακόκεφος, προβληματισμένος ήτανε τελευταία και του ´φταιγαν ούλοι κι ούλα . Μα η αιτία από ότι φάνηκε στερνά ήταν ο Θοδωράκης . Γιατί μόλις τον ,,εφάντιασε ,, από τ´αλάργα , έλαμψε κι αυτουνού το πρόσωπο σαν ήλιος, σα φεγγάρι κι έτρεξε να τόνε προϋπαντήσει . Τόνε πρόλαβε στο πρώτο σκαλούγκι, τη στιγμή ακριβώς που η Θοδώρα ξανάβγαινε από το σπίτι για να τον συνοδέψει. Τώρα στάθηκε στο πλατύσκαλο και δέχτηκε μαζί καταχαρούμενη πατέρα κι αρραβωνιαστικό. Πότε ´τοιμάστηκαν ούλοι και μάνα και πατέρας κι αδερφές για την εκκλησιά ούτε η Γιωργίτσα που μόλις είχε καταφθάσει από το κουβεντολόι της με το μαγαζάτορα, δεν το εκατάλαβε. Καμάρωνε όμως με τόσα λαμπερά πρόσωπα γύρω της. Η πομπή, που την έσπρωχνε η χαρά και η φανερή λαχτάρα της Θοδώρας , έφτασε στην εκκλησιά . Πολλούς εσυναντήσανε στο δρόμο τους που τα καλημερίσματα και τα καλωσορίσματα αλληλοεκσφενδονίστηκαν, γιατί τα στόματα είχανε πιότερο έργο, βασικό και ....βιαστικό : να κρίνουν και να επικρίνουν ,να βραβεύσουν και να επιβραβεύσουν ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους τις πράξεις και τις ζωές των άλλων.
Σπουδαία δουλειά η ένασχόληση με τις ζωές των άλλων. Τι νομίζατε ότι σε τούτο το χωριό άστραφταν όλα σαν τα χαμόγελα των ερωτευμένων;
Με ταπεινότητα μπήκε το ζευγάρι στην εκκλησιά, με πίστη άναψε το κεράκι του και προσκύνησε τα εικονίσματα και χωρίστηκε διακριτικά ,ο ένας στα δεξιά στις θέσεις των ,,αντρώνε,, και η άλλη στ´αριστερά στων ,,γυναικώνε,,.Κι από πίσω περήφανο το σόι ,που είχε να επιδείξει γαμπρό λεβέντη.
Χαμογελούσαν ακόμα και οι εικόνες, έτσι τις έβλεπε η Θοδώρα τις εικόνες, να μοιάζουν να μοιράζονται τη χαρά της, να συνεργούν στο έργο της καρδιάς. Μα και τους βλοσυρούς συμπατριώτες της, συγχωριανούς και τις κακόμουτρες κουτσομπόλες που είχανε φορέσει τη μάσκα των έντιμων, σεβαστικών και καλόβολων ανθρώπων, το ίδιο όμορφους τους έβλεπε ούλους, όμορφους και λαμπερούς και καλοσυνάτους . Τι σου είν´ο έρωτας, βρε παιδί μου !
Τι κόσμους πλάθει ο έρωτας, σε τι βρυσούλες πίνει κι απ´τη λαχτάρα την πολλή σταγόνα δε σου δίνει !
Η Θοδώρα, όπως και την προηγούμενη φορά, είχε διαλέξει και σήμερα θέση περίοπτη κι αντίκρυ ίσια στο Θοδωράκη.
Κλεφτές εκσφενδόνιζε τις λάγνες ματιές της χωρίς να ντρέπεται καθόλου,μα προς τα έξω άφηνε να φαίνεται το καθώς έπρεπε. Από μέσα της όμως , μια σταυρό, μια προσκύνημα, μια κύριε ελέησον , μια ματιά, τον είχε γδύσει το Θοδωράκη και τον έτρωγε με τα μάτια της αγάπης της και τον πασπάτευε με τα χέρια τα τρυφερά της κι ένιωθε να τη γαργαλάει στα χείλια της το φιλί του και η αδημονία της να τελέψει ούλο ετούτο το φιάσκο των πρέπει, άσε αν αγάπαγε το Χριστό και την Παναγιά και το Θεό και τους αγγέλους, αγάπαγε και τον ατό της και το Θοδωράκη.
Με το σκόλασμα ο παπάς έγνεψε και τούτη τη φορά να πλησιάσουν πρώτα οι αρρεβωνιασμένοι, τους ευλόγησε και τους πρόσφερε το αντίδωρό τους. Το πήραν βάζοντας τις δυο τους παλάμες απανωτά ανοιχτές, με ελαφρά λυγισμένα τα δάχτυλά τους - δεν έπρεπε να πέσει ούτε ένα ψιχουλάκι ,,τοις κυσί,, -, το έβαλαν στο στόμα τους σχεδόν ταυτόχρονα και το καταβρόχθισαν αμάσητο ,γιατί έπρεπε ν´απαντούν στα καλημερίσματα του εκκλησιάσματος.
Τα χαμόγελα, καθώς έσμιξε η ομήγυρη της λατρευτής πομπής, άστραφταν κι η ψυχή καθρεφτιζότανε στα φλογισμένα της νιότης πρόσωπα κι οι γεροντότεροι μοιάζανε παλληκάρια. Όταν η χαρά αποφασίζει , δεν ξέρει από μιζέριες, μοιράζεται απλόχερα και σκορπάει ευτυχία !
Οι πιο τολμηροί πλησιάσανε και γύρευαν κουβέντα. Κάποιοι τους προσκάλεσαν να πάρουνε μαζί έναν καφέ ή ένα λουκουμάκι στον καφενέ . Είναι τούτα από τα ευχάριστα της κατάστασης ,όσο κι αν είναι απλά εθιμοτυπικά. Κλειούν μέσα τους όμορφα αισθήματα , μόνο που δε συνταίριαζαν με τους πόθους της Θοδώρας. Εκείνη γύρευε να ξεφύγει από ούλους , να ξεμοναχιαστεί με τον αγαπημένο της και να γίνει παρανάλωμα στη φλογερή του αγκαλιά, πράγμα που διοχετευότανε και στο Θοδωράκη αυτή η ενέργεια και σαν άντρας που ήτανε και μακριά κιόλας από θύμησες , δεν τον άφηνε ασυγκίνητο τούτο ,,του διαβόλου το πορδοβούλωμα,,!
Εδώ όμως βρίσκονταν καταμεσίς του χωριού και μ´ούλο τον κόσμο αντάμα , δεν ήτανε λημέρι στα γαλάρια! Οι πόθοι κλειδωθήκανε ,οι πόρτες σφραγιστήκαν κι αποφασίσανε ίσαμε νά ´ρθει η ώρα για φαΐ να ξεπορτίσουν για τυπικές επισκέψεις σε δυο τρία συγγενικά σπίτια που την πρώτη φορά μετά τους αρρεβώνες δεν είχανε προκάμει να κάμουν.
Μη κρυφογελάτε ! Όχι δεν ξεμοναχιάστηκαν επί τέλους τα παιδιά.Ακλούθησε ποιος άλλος; Η Γιωργίτσα ! Ήτανε βέβαια χίλιες φορές καλύτερα η ακολουθία της Γιωργίτσας απ´ότι των αδελφών της που ζήλευαν κι έκαναν τη Θοδώρα να μη μπορεί να χαίρεται τη χαρά της. Γιατί η Γιωργίτσα έκανε κάπου - κάπου και τα στραβά μάτια !
Κι εκεί στο σπίτι της θείας της Κώσταινας, θείας από τον πατέρα της, η Γιωργίτσα προπορεύτηκε και το ζευγάρι για πρώτη φορά κοιτάχτηκε στα μάτια. Ένα κρακ έκαμε η ευαίσθητη καρδούλα της Θοδώρας που δεν έλεγε να χαμηλώσει τα βλέφαρα κι ο Θοδωράκης το ένιωσε τούτο το ράγισμα και τράνεψε μέσα του η λαχτάρα να γνωρίσει το γρηγορότερο τούτο το ασήμαντο μα γιομάτο ενέργεια πλασματάκι.
- Ελάτε ,είπε η Γιωργίτσα, εδώ είναι, και τους έγνεψε να πλησιάσουν και ήξερε καλά πως μια αγάπη είχε ,,κλείσει το μάτι,, στο πείσμα της κοινωνίας και των κακόβουλων ανθρώπων .
Η Ακριβή είχε ετοιμάσει για σήμερα ψητό στο φούρνο με ,,πατάκες,, που μοσκοβόλαγε η φρέσκια ρίγανη και το βούτυρο και ρουθούνιαζε ακόμα και χορτάτο !
Με χέρια πρόθυμα η Ακριβή και οι κόρες της φρόντισαν το τραπέζι, γιατί αλήθεια ήτανε πως παρά τη ζήλεια τους δεν ήθελαν και το κακό της αδερφής τους, την αγαπούσαν.
Αστραποβολούσαν όλα στο τραπέζι από τραπεζομάντηλο μέχρι μαχαιροπήρουνα ,πιάτα και ποτήρια και δημιούργησαν μια πανδαισία οικοτεχνικής καλαισθησίας, λιτής όσο η αρχοντιά επέτρεπε . Το τραπέζι της χαράς περίμενε υπομονετικά τους ανυπόμονους πεινασμένους συνδαιτυμόνες.
Η επίσκεψη στην Κώσταινα ήταν αρκετά ευχάριστη κι επικράτησε κλίμα οικείο και χαλάρωσαν λίγο και οι νέοι. Στην επιστροφή η Γιωργίτσα προπορευόταν επί τούτου· ετούτο το καταλάβανε καλά τα δυο παιδιά κι όπου τους έπαιρνε σε στροφές κι αγκωνάρια, που μάτι δεν τους έπιανε, σηκώνανε και διασταυρώνανε τις δικές τους ματιές. Σε μία μάλιστα
στροφή ,που ήτανε κάπως στενάχωρη ,η Θοδώρα επέτρεψε στον εαυτό της ν´αγγίξει το χέρι του Θοδωράκη κι η λαβωματιά του έρωτα τράνεψε. Εκείνος την κοίταξε και για πρώτη φορά της χαμογέλασε. Της έφτανε για σήμερα της Θοδώρας. Τα πρώτα σημάδια της ευτυχίας την είχανε ζώσει και η καρδούλα της φτεράκιζε ασταμάτητα . Θα ´λεγε κανείς πως τότε ανταλλάξαμε και λόγια, πολλά λόγια. Μα όχι, λόγια δε βγαίνανε.
-Γιατί, γιατί , μάλωνε η Θοδώρα τον εαυτό της που δε μπορούσε να ξεστομίσει κουβέντα. Γιατί τώρα που δε με βλέπει κανένας, γιατί δε μπορώ και άιντε δος του, μα τίποτα. Κράτησε εκείνο το χαμόγελο να της γιατρεύει τη λαβωμένη της από έρωτα ζωή ίσα με την επόμενη Κυριακή.
Στο τραπέζι μέσα σ´ένα κλίμα ευωχίας ο Θοδωράκης θύμησε την ημερομηνία του γάμου, όπως την είχε καθορίσει ο Αναστάσης στα προξενέματα και στα ειδώματα. Το ροζακί γλυκόπιοτο κρασί που ρουμπίνιζε στα διάφανα γιορτινά ποτήρια έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο τη συμφωνία και ο καιρός, που η ανάγκη των καιρών καλούσε, ήτανε σύντομος κι ογλήγορος κι αφέντης . Σφράγισε ενθαρρυντικά και οριστικοποίησε τα προσυμφωνηθέντα, που μοναχά ο Θοδωράκης θα ήτανε ικανός να τα διαγράψει ,αν το ήθελε. Ετούτος όμως δέσμιος ήτανε θεσμών και πατεράδων κι όπου νέος εκείνου του καιρού κι η μοίρα του. Ο γάμος ´κείνο το καιρό χαρά και πανηγύρι, κούραση και ταλαιπωρία ,σηματοδότηση στον ουρανό, ιερή συμφωνία, άγραφος νόμος, πίστη, υποταγή ,σεβασμός, ούλα μαζί κι ακόμα !
Ας ήταν να μην τέλειωνε για τη Θοδώρα τούτη η μέρα!
Μετά το φαΐ οι δυο τους βγήκανε στο μπαλκόνι , ακούμπησαν πλάι-πλάι τα νεανικά ολόδροσα χέρια τους στα κάγκελα κι αγνάντευαν πέρα το Ιόνιο, λούστηκαν με τη γαλήνη του, άφησαν τις ορμές της νιότης λεύτερες κι αφουγκράστηκαν τις καρδιές τους αμίλητοι και πειθαρχημένοι.
Οι άλλοι από μέσα τους καμάρωναν και η μόνη παραφωνία ήτανε το μπόι. Πρέπει να στάθηκαν έτσι πολλή ώρα. Ήτανε σα να υπογράφανε τώρα συμβόλαιο και οι καρδιές.Μ´εκείνο τ´ολογάλανο του πέλαγου και τ´ουρανού , με το λαμπύρισμα του ήλιου στα νερά του, που τ´ασήμωνε και τά ´κανε χιλιάστερα, εκεί απάνου η Θοδώρα ακούμπησε τα όνειρά της κι ο Θοδωράκης την τύχη του. Οι βέρες λαμπυρίσανε στα δάχτυλά τους καθώς δυο ηλιαχτίδες ήρθανε κι ανταμώσανε χτυπώντας τες κι αυτό ήτανε συμπαντικό σύνθημα να σηκώσουν τα κεφάλια τους και να διασταυρώσουν τις ματιές τους απείθαρχα και σωτήρια. Ένας καινούργιος δρόμος άνοιγε για το Θοδωράκη, μια αειπάρθενη αγάπη ξεκίναγε για τη Θοδώρα.
Η φωνή της Ακριβής τους επανέφερε από το ταξίδι του νου τους.
- Παιδιά, ο καφές είναι έτοιμος !
Οι δύο νέοι μπήκαν και κάθισαν όλοι μαζί στη σάλα. Οι καινοτομίες στο σπίτι του Φώτη καθιερώνονταν λίγο -λίγο. Πρώτη φορά στα χρονικά των καιρών και των χωριών γινότανε να παίρνουνε τον καφέ τους οι άντρες με τις γυναίκες αντάμα και οι αρρεβωνιασμένοι να σηκώνουν κεφάλι δειλά -δειλά μπροστά στα γονικά τους.
Λέτε αυτός ο μπόμπιρας, η μικρή 18χρονη μαϊμουδίτσα με την τόση ενέργεια να είχε καθορίσει με τη συνέργεια του σύμπαντος τούτο το μεγάλο επίτευγμα;
Οι κουβέντες στο τραπέζι και τον καφέ ήτανε τυπικές ,ως επί το πλείστον γύρω από δουλειές, κοινωνικά και τέτοια. Ποιος τόλμαγε ν´ανοίξει την ψυχή του και την καρδιά του; Κανείς!
Ακόμα τουλάχιστον!
Η Θοδώρα κι ο Θοδωράκης κατέβηκαν στον κήπο ,όπως την πρώτη φορά Εκεί κάτω από την κουκουναριά ήτανε τοποθετημένο ένα παγκάκι αυτοσχέδιο του Φώτη κι ήτανε ό,τι πιο ρομαντικό είχε για ´κείνη την εποχή ο κήπος της Θοδώρας.
Οι δυο νέοι κάθισαν δίπλα-δίπλα, ο Θοδωράκης με τα σκέλια ανοιχτά και τα χέρια στα γόνατα, όπως όταν τους έστηναν για να βγούνε φωτογραφία και η Θοδώρα με τα πόδια ενωμένα και τα χέρια ακουμπισμένα κι αυτηνής στα γόνατα.
Πω, πω σκλαβιά ! Τι να έκαναν όμως; Ήτανε και τα γύρω μπαλκόνια π´αγναντεύανε. Ας κρατούσαν τα προσχήματα ! Το Θοδωράκη τον βόλευε κιόλας, ασχέτως αν η αντρίκια του υπόσταση γύρευε να στύψει σα λεμονόκουπα τη μικρούλα ερωτοχτυπημένη αρραβωνιαστικιά .
Με στόματα σφραγισμένα και νου λεύτερο δεν είχανε παρά να ταξιδεύουν σ´ένα πέλαγο σκέψης τόσο αλλιώτικο του καθενός ,που μονάχα η σύμπραξη της ανάγκης θα στέριωνε σε μια ισορροπία για έναν κοινό σκοπό .
Οι εικόνες που διάβηκαν από τα πιρπιρόματά της ήταν ασυλλόγιστα τρελές ,μα τόσο ανθρώπινες. Ήσαν ατελείωτα φλογισμένες και βρισκόταν στην έρημο με το νερό να κυλάει δίπλα της μα να μη το φτάνει, να μη της επιτρέπεται να πιεί .
Και τ´ατέρμονα λάγνα μάτια της αναλογίζονται τη στιγμή που τα κορμιά τους θα γίνονταν συνοθύλευμα σε μιας πυρκαγιάς το καμίνι. Έκανε προσευχές νά ´ναι όπως το ονειρεύεται το ταξίδι της αυτό σε μια ζωή κοντά στον άντρα που από την πρώτη στιγμή ερωτεύτηκε. Δεν ήξερε από αγάπες η Θοδώρα.
Ήξερε όμως να αισθάνεται, ήξερε να διαβάζει τις ψυχές και ήξερε ότι στην ψυχή του Θοδωράκη της κάτι συνέβαινε. Ήξερε, μα θα την γιάτρευε εκείνη με την αγάπη της και θα την έκανε ολόφρεσκια κι ολόδροση κοντά της. Κόλπα δεν ήξερε, μα ήξερε ότι θα της τα μάθαινε η αγάπη.
Προσπάθησε να ξεστομίσει αυτή τη λέξη, δεν μπόρεσε όμως. Δε θεώρησε κατάλληλο το περιβάλλον. Ήθελε να τον κοιτάζει στα μάτια για να του το ειπεί αυτό το δυνατό συναίσθημα που είχε στριμωγμένο στην καρδιά της.
Κι εκεί που όνειροβατούσε στο ξύπνιο της η Θοδώρα κι εκεί που έφερνε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν και τα χείλη του να ,,φουρφουρίζουν,, αναστατωμένα, εκεί που το ηλιόγερμα ζωγράφιζε το φόντο της δικιά της ιστορίας βλέπει το Θοδωράκη να σκύβει το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια του και να το πιάνει με τα δυο του χέρια σε μεγάλη περίσκεψη.
Ετούτο αναστάτωσε τη Θοδώρα, ενώ το ταξίδι στο πέλαγος με ίσιες τις ματιές τους τη γιόμιζε λαχτάρα κι ευτυχία.
-Τι έχεις, του είπε !
-Τίποτα ,απάντησε εκείνος, και σηκώθηκε από το παγκάκι. Έβαλε τα χέρια στη μέση, ανακλαρίστηκε, ύστερα έκοψε μια πευκοβελόνα και την έπαιζε αμήχανα στο χέρι του.
- Πρέπει να φύγω, είπε !
Αλάργεψε ο Θοδωράκης, αλάργεψε μαζί κι η σκέψη της Θοδώρας, σκοτείνιασε το φως της και τ´όνειρο, όπως όταν έρχεται το σούρουπο και το σκοτάδι τις κρύες νύχτες του χειμώνα !
Η Θοδώρα καρτέραγε το ξημέρωμα. Να ξανανθίσει τ´όνειρο με τον ήλιο , να γαληνέψει η ψυχή της, να μικρύνει η απόσταση , να ορίσει τη λαχτάρα της παρουσίας του την άλλη Κυριακή , να ημερέψει το αγρίμι του έρωτα που ανεμοδούρισε την ψυχή της.
- Καλό ξημέρωμα Θοδώρα, είπε στον εαυτό της και περιπλανήθηκε στ´όνειρο.......!
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΣΠΥΡΑΚΟΥ

Στην Καλίδονα άρχισαν κιόλας ,πυρετωδώς μάλιστα ,οι ετοιμασίες για το γάμο μέσα σε άκρατη ευτυχία . Η επίσκεψη του Θοδωράκη εκεί δεν αναζωογόνησε απλώς τις ελπίδες, τις έθρεψε για τα καλά και αφού το νερό είχε μπει για τα καλά στο αυλάκι πίσω δε θα γύριζε πια, εκτός κι αν κάποιος κακόβουλος ή κακοπροαίρετος άλλαζε τη φορά του, χαράζοντας κοίτη άλληνε.
Στη Μοφκίτσα όμως τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά.
Το φως στου Σπυράκου έκαιγε από νωρίς κι ούλη τη νύχτα ως το χάραμα κι ακόμα πέρα ως το ξημέρωμα !
Όλοι βρίσκονται στο πόδι ανάστατοι. Ο Σπυράκος χαροπαλεύει. Οι οικείοι του, όλοι οι αγαπημένοι του, οι συγγενείς ,όλοι στο πλευρό του, τον παραστέκουν. Η μοναχοκόρη του, κρατώντας του το χέρι, βουβή του ψυθιρίζει από μέσα της λόγια αγάπης κι η καρδιά του που πάλλεται ακόμα της ανταποδίδει την είσπραξη με αναστεναγμούς .
Ακόμα και ο σκύλος κι το άλογο βρίσκονται σε ανησυχία απόψε κι ο καθένας από τη μεριά του συμπαρίστανται με το δικό του τρόπο. Ο σκύλος αλυχτά παράξενα, το άλογο χλιμιντρίζει αδιάκοπα μ´ένα θλιμμένο τρόπο παίζοντας αλλόκοτα την οπλή του. Η κουκουβάγια βλέποντας το φως που την εξιτάρει πήρε θέση στο απέναντι από το παράθυρο δεντρί κι άρχισε το κλαψούρισμά της μ´ένα διαλάλημα θανάτου επισκιασμένο με την πίκρα της ανυπόμονης φρικτής αναμονής.
Αν μπορούσε η Λενιώ πολύ θα ήθελε να το σκοτώσει απόψε ετούτο το πουλί, που της ξέσκιζε τα σωθικά η φωνή του, που διαλάλαγε πικρά μαντάτα, που σκόρπαγε με τη διαίσθησή του ή με την ανάγκη του κάτω από το θαμπό φως της λάμπας να τραγουδήσει τη νύχτα ή το θάνατο. Αυτό το κοφτό συνεχόμενο απανωτά μοιρολόγι μέσα στην ήρεμη, φεγγαρόφωτη νύχτα ήτανε παράταιρο με τα στοιχεία της φύσης. Ερωτοπερπατήματα στα σοκάκια υποδήλωναν, επιστροφές από αργοπορημένους στη δουλειά, ταξιδευτές ατρόμητους με το φεγγάρι στους ώμους τους και στα μαλλιά τους, χαρούμενους ανθρώπους με χαρούμενα πράγματα,μα θάνατο ποτέ.
Μια τέτοια νύχτα διάλεξε ο Σπυράκος για να ταξιδέψει, μια τέτοια νύχτα φύλαξε στην αγαπημένη του Λενιώ για να της πάρει,κι ας μην ήξερε, το βαρύ καημό του άδοξου έρωτά της ,που όσο κι αν τό ´χε πάρει απόφαση ,άλλο τόσο την έδερνε και της έκλεβε σκέψη και χρόνο από τη ζωή της.
Έτσι είναι η ζωή, εκεί που ετοιμάζεται ένας να ταξιδέψει και να ορφανέψει μια φαμελιά, αλλού ακούς κλάμα νιογέννητου, αλλού παντρολογήματα και πανηγύρια. Γι αυτό και ο λαός ο πάνσοφος, ο αφέντης αδερφές τις ελογάριασε τις δυο τους τη λύπη και τη χαρά γε και τις ένιωσε τόσο μαζί ,τόσο αχώριστες, που το παράταιρο τό ´καμε ταιριαστό , που στο κακό απέναντι έβαλε το καλό κι έφερε μια ισσοροπία μαγική ,ίδια μ´εκείνη που επικρατεί στην πλάση.
Οι λάμπες διάσπαρτες στα δωμάτια και στην κουζίνα ζωγράφιζαν στα πρόσωπα των παρευρισκόμενων ανταύγειες μολυβόχρωμες με σχήματα παράξενα , με ιστορίες αλλόκοτες, καθώς μάλιστα τα πρόσωπα ήτανε παρήγορα θλιμμένα άλλοτε φαίνονταν ιλαρές κι άλλοτε βαρειές κι απόκοσμες. Νόμιζες πως βρίσκεσαι στα παλάτια του βασιλιά του σκότους. Οι κιτρινιάρικες μορφές, έτσι όπως τις παρουσίαζε όλες το θαμπό φώς,το επιβεβαίωναν.
Τη σειρά της Λενιώς στο προσκεφάλι του ετοιμοθάνατου την έπαιρναν εναλλάξ η Παναγιώτα και τ´αγόρια του.
Όλοι, ό,τι είχανε να πουν , τό ´λεγαν από μέσα τους κρατώντας του το χέρι .Οι δονήσεις της ψυχής ανταμώνωνονταν κι έδιναν το μήνυμα. Μήνυμα αγάπης απεριόριστης, στοργής , τρυφερότητας ,συντροφικότητας. Μοναχά οι γύρω ,οι εκτός οικογένειας σιγομουρμούριζαν κι έλεγαν ο καθένας ό,τι του κατέβαζε ο νους του σχετικό ή άσχετο με την περίσταση. Ο Λώνης συμπαραστεκόταν στην αρραβωνιαστικιά του με αμέριστο ενδιαφέρον κι ο Θοδωράκης που έμαθε το νέο αμέσως μόλις γύρισε από το δικό του χρέος, έβαλε όψη περίλυπη και χωρίς να ειπεί πολλά -πολλά στους δικούς του, αμέσως μετά το δείπνο αποσύρθηκε στο κρεββάτι του και άθελά του ο νους του ταξίδευε δίπλα στη Λενιώ. Φανταζόταν πως ήθελε να είναι δίπλα της στο μεγάλο της πόνο, να της κρατεί το χέρι, να την εμψυχώνει, να την περιθάλπει, να την αγαπά. Κι από εδώ την αγαπούσε, μα εκείνη δεν είχε καιρό να το σκέφτεται και να το λογαριάζει.
Κι εκεί που η νύχτα τράβηξε κι ο Θοδωρής αποκοιμήθη κι εκεί που τα στοιχειά της φύσης κοιμήθηκαν κι εκείνα κι ο κόσμος στη σάλα τσιμπολόγαγε κουβεντιάζοντας για να περάσει η νύχτα, ο Σπυράκος άνοιξε τα μάτια, σα να γύρισε ξαφνικά από τον κάτω κόσμο, και κοίταξε γύρω του και κατάματα τη γυναίκα του και τα παιδιά του ,έβαλε δύναμη πολλή και τους είπε:
- Εγώ φεύγω, να είσαστε αγαπημένοι !
Όρμησαν ούλοι απάνου του με μιας...
-Όχι, του είπαν και ξέσπασαν σε λυγμούς.
Και ´κει που πάσκιζαν να βρουν μαντήλια να σφουγγίσουν τα δάκρυά τους....
- Νερό , τους λέει, κι η καρδούλα του έπαιζε σα φυσαρμόνικα.
Τσακίστηκε η Λενιώ να φέρει το νερό κι όταν τ´ακούμπησε στα παγωμένα χείλη του, είχε ακόμα το κουράγιο να της ειπεί :
- Την ευχή μου ! Και σφράγισε τα ματόκλαδά του !
Αγκάλιασε η Λενιώ τα παγωμένα χέρια , πήρε δύναμη από την ψυχή του, δύναμη για ούλη της τη ζωή και η φωνή που έβγαλε εκείνη τη νύχτα της έγινε ακόλουθος και σύντροφος πιστός στην πορεία της.
-Πατέρα μουου ,όοχιιιι.......
-Σπυράκο μου, άντρα μου....,ούρλιαξε κι η Παναγιώτα κι ακούμπησε την απαλάμη της στα σφραγισμένα του μάτια κι έπιασε με τα δυο της χέρια το κατακίτρινο μέτωπό του και το φίλησε φιλί αιώνιο και μοναδικό.
Οι φίλοι και οι συγγενείς που καρτέραγαν την ώρα ετούτη στο σαλόνι, όρμησαν κι αγκάλιαζαν τα παιδιά, την Παναγιώτα κι έκαναν το σταυρό τους στο λείψανο.
-Η Παναγιώτα μέσα στον πόνο της έπρεπε να κάμει ό,τι έπρεπε για την προετοιμασία του λείψανου.Έφερε κρασί κι έπλυναν το σώμα του. Βοήθησαν σε αυτό και άλλες συγγένισσες που είχαν εμπειρία από θανάτους. Του σφράγισαν τα μάτια,του έδεσαν τα σαγόνια. Του φόρεσαν τα καλά του εσώρουχα και τη στολή του. Του σταύρωσαν τα χέρια ,του ίσιωσαν τα πόδια και το σώμα ,όσο ήταν ακόμα ζεστό.
Η μορφή του τώρα ήταν ήρεμη και αν η κιτρινάδα δεν πρόδιδε το θάνατό του, θα νόμιζε κανείς πως ήταν έτοιμος για την εκκλησιά ή για το πανηγύρι.
-Πολύ γλυκός για πεθαμένος, θα πάρει κι άλλονε κοντά του, είπε η Ρήνη η ξαδέρφη του.
-Ρήνη, εσύ που ξέρεις το σπίτι, μπες στην κουζίνα και ζύμωσε την κουλούρα, είπε η Παναγιώτα και σίγησε .
Η Ρήνη στο πι και φι έκαμε πράξη την προσταγή της Παναγιώτας και σε λιγότερο από δυο ώρες η κουλούρα ήταν έτοιμη. Την έκοψε κομματάκια, έστρωσε ένα πανέρι με κατάλευκη κεντητή πετσέτα και την έβαλε μέσα.
Το χάραμα βρήκε το σπιτικό του Σπυράκου χωρίς αφέντη και το ξημέρωμα φανέρωσε την έλλειψη ακόμα περισσότερο.
Η καμπάνα με το βαθύ πένθιμο ήχο της το αντιλάλησε και στα περίχωρα. Μέσα στην πρωινή ηρεμία ο ήχος της δια σκορπίστηκε πλατύς, μακρόσυρτος και κατηφορικός.
Ο μπάρμπα Φώτης ο ξυλουργός κατάλαβε. Όταν ο μεγάλος γιος του Σπυράκου χτύπησε την πόρτα του, αφού πρώτα τον συλληπήθηκε θερμά ,τράβηξαν μαζί κατά το εργαστήρι του και ο γιος του Σπυράκου ,ο λεβέντης του, ο κανακάρης του, ο αντιπρόσωπός του, ο Αντώνης του, διάλεξε την ομορφότερη κάσα από όσες είχε διαθέσιμες ο μπάρμπα -Φώτης. Την καλύτερη, γιατί ο Σπυράκος άξιζε τα καλύτερα κι ας ήσαν οι καιροί δύσκολοι κι ας ήτανε το χρήμα δυσεύρετο. Θα έκαναν ,,κράτει,, σε κάτι άλλο, αλλά ο πατέρας του έπρεπε να ταξιδέψει σα βασιλιάς στον άλλο κόσμο. Ούτε στους χωριανούς ήθελε να δώσει δικαιώματα ότι ,,πήγε σαν το σκυλί στ´αμπέλι,, αφρόντιστος κι όπως -όπως και μ´ό,τι κι ό,τι.
Η κάσα (το φέρετρο) λουστραρισμένη ,γιορτινή, ανέβηκε τα σκαλοπάτια και μπήκε στο δωμάτιο όπου καρτέραγε λαμπρο στολισμένος και κατάκοιτος ο Σπυράκος. Η Παναγιώτα έβγαλε το μελετημένο νεκροσέντονο με τα κεντίδια και την όμορφη γιρλάντα, που την είχε η ιδιανή πλεγμένο με τα χεράκια της κι αφού το έστρωσαν κατά πώς έπρεπε μέσα στο φέρετρο, τα παιδιά του κι ο μπάρμπα Φώτης μαζί έπιασαν προσεχτικά το νεκρό ,να μη του τσαλακώσουν τη στολή του, και τον απόθηκαν μέσα αφέντη και δραγάτη του κάτου κόσμου σίγουρα. Γιατί δε μπορεί με τέτοια χάρη και τόσα προσόντα που είχε ο Σπυράκος ,ο βασιλιάς του Άδη κάποια αξιόλογη θέση θα του είχε εξασφαλισμένο.
Αμέσως στρωσίδια και στρώμα μαζεύτηκαν και τα πέταξαν ή τα έκαψαν, γιατί απάνω τους είχε ξεψυχήσει άνθρωπος και δεν έπρεπε να κοιμηθεί άλλος πάνω τους ποτέ .
Η ,,κάσα ,, με το νεκρό μέσα οδηγήθηκε στη σάλα και στήθηκε έτσι ώστε το κεφάλι να είναι προς τη Δύση και ο νεκρός να βλέπει κατά την Ανατολή. Απάνω στο νεκρό,εκεί κοντά στα σταυρωμένα χέρια του,έβαλαν ένα εικόνισμα με το Χριστό-αφέντη του πάνω και του κάτω κόσμου. Φρόντισαν να του βάλουνε κοντά ό,τι αγαπούσε. Τη γκλίτσα του πρώτη και καλύτερη, το ξύλινο ποτηράκι του,που το είχε ο ίδιος λαξεμένο και δεν το αποχωριζόταν ποτέ του, το κομπολόι του και το χειρομάντηλό του. Και πιάτο του έβαλαν και κουτάλι και πηρούνι, μην είν´κι εκεί στον άλλο κόσμο η ζωή σαν κι ετούτη εδώ και του λείψουνε του καψερού του Σπυράκου.Η Λενιώ έτρεξε στον ανθόκηπό της κι έκοψε όλα τα λούλουδα για να στολίσει το νεκρό πατέρα της. Η ίδια τα νοικοκύρεψε δεξιά κι αριστερά του, γύρω-γύρω στην κάσα, όπου είχε κενό .Δεν το παραγέμισε,γιατί λογάριασε και τα λουλούδια των χωριανών που θ´ακουμπούσαν καθώς ένας-ένας θ´άναβε το κεράκι του και θα προσκύναγε κι αν είχε πεθαμένο θα του έστελνε με το Σπυράκο χαιρετίσματα. Δίπλα του έβαλαν το μαγκάλι με στάρι γεμισμένο και άναψε το πρώτο τρίκερο η Παναγιώτα, γνήσιο μελισσοκέρι με μπαμπακερό κερωμένο φυτίλι,που τα έπλασε η ίδια και τ´απόθηκε στο κέντρο του μαγκαλιού. Τ´άναψε κάνοντας το σταυρό της και στολισμένη κι εκείνη με τη στολή που της χάρισε ο Σπυράκος για την υπόλοιπη ζωή της, τα κατάμαυρα ,γιορτινά καθημερνά, στρώθηκε δίπλα του κι όσο να έρθει η ώρα της εξόδου δεν τον άφηκε μόνο του ούτε λεπτό η θλιμμένη της παρουσία. Ο μικρός γιος,ο Θανάσης, έτρεξε στην εκκλησιά με τον επίτροπο ν´αγοράσει κεριά για τον κόσμο. Τα έβαλε στην είσοδο του σπιτιού κι ένας -ένας που ερχόταν άφηνε δίπλα τον οβολό του,όποιος ήθελε, έπαιρνε κεράκι, το άναβε στο μαγκάλι με το σιτάρι, κάρφωνε το λουλουδάκι που κρατούσε στο χέρι του ανάμεσα στα άλλα,προσκύναγε το εικόνισμα και το νεκρό , συλλυπούνταν τους οικείους και τους συγγενείς κι έπαιρνε θέση εκεί τριγύρω.
Η χαροκαμένη κυρά Πάναινα, που είχε χάσει άντρα και δυο γιούς ήρθε πρωί- πρωί με το μπουκετάκι της, τ´απόθεσε κοντά πολύ κοντά στο λαιμό του και του είπε:
-Καλό σου ταξίδι, Σπυράκο μου και να ειπείς τα χαιρετίσματα στους ,,εδικούς ,,μου. Να τους ειπείς ακόμα πως ογλήγορα κι εγώ θ´ακολουθήσω. Κι αρχίνισε βαρύ το μοιριολόι:
-Εγώ Σπύρο ,λεβέντη μου,εγώ Σπύρο καλέ μου, πόχω λεβέντες σαν και σε του Χάρου εγώ δοσμένους. Που τού ´χω άντρα και γονιούς κι αδέρφια και ξαδέρφια. Πού ´χω τον πόνο τους νωπό, τον πόνο καρφωμένο στα σωθικά μου, στα σκουτιά , στη ίδια την καρδιά μου.
Εγώ, Σπύρο μ´,λεβέντη μου , ´γω θα τραγουδήσω.
Θα ειπώ τραγούδι θλιβερό, τραγούδι λυπημένο.
Ν´ακούσει ο Χάρος να σκιαχτεί κι ο Άδης να λαμπρέψει.
Σπύρο μου τα παιδάκια σου, πού φεύγεις, πού τ´αφήνεις;
Την Παναγιώτα την καλή και τη μοναχοκόρη;
Για πιες τ´αθάνατο νερό που σού ´χουνε φερμένο.
Πιες το βοτάνι τ´αλμυρό για να πισωγυρίσεις, τι έχεις το γάμο της Λενιώς και των παιδιών τους γάμους............
Έλιωσε η Λενιώ σε τούτο το άκουσμα, έλιωσε κι η Παναγιώτα και τα ,,παιδιά,, κι ο κόσμος ούλος αναστέναξε και δάκρυσε.
Και παίνεψε τις χάρες του Σπυράκου, μίλησε για την έλλειψή του, για τον πόνο που άφησε στους αγαπημένους του, για τη θλίψη που προξένησε στους χωριανούς του και άλλα πολλά που μόνο μια καλή μοιρολογίστρα σαν την Πάναινα ήξερε . Το ξέρε από πρώτο χέρι, από την ανάγκη να κλάψει και να μιλήσει και μόνο αυτός ο τρόπος ήτανε που την αλάφρωνε και της έδινε κουράγιο και δύναμη για να ζήσει.
Είπε και η Παναγιώτα μοιρολόγι, είπανε κι οι άλλες γυναίκες, μα σαν την Πάναινα καμμιά δεν το είπε.
Τότε ήτανε που μοιράσανε και την κουλούρα που ζύμωσε η Ρήνη τη νύχτα κι όση περίσσεψε την έριξαν μέσα στον τάφο.
Σιγά- σιγά μαζεύτηκε ούλο το χωριό και συμπαραστάθηκε με τον καλύτερο τρόπο στην οικογένεια του εκλιπόντα .
Από τους πρώτους η Διονυσούλα με τον Αναστάση από την πέρα ρούγα. Ο Θοδωράκης ήτανε που ήθελε να είναι εκεί από τους πρώτους, αλλά δεν ήθελε από την άλλη να βγάλει τη Λενιώ από τον κόσμο της λύπης της θυμίζοντάς της μια άλλη λύπη. Γι αυτό προτίμησε να μείνει στο σπίτι και να την παρηγορεί από τ´αγνάντιο με την προσευχή του.
Η καμπάνα με την πένθιμη κλαγγή της δεν ξεχνούσε κατά διαστήματα να θυμίζει το γεγονός. Ένας συγγενής ανάλαβε να ,,διοποιγήσει,, κάτι μακρινούς συγγενείς στο διπλανό χωριό, να προλάβαιναν τουλάχιστον την κηδεία. Οι άνθρωποι εκείνον τον καιρό είχανε αλληλεγγύη, είχανε αγάπη μεταξύ τους και δήλωναν συμπαράσταση στον πόνο και στη χαρά του άλλου.
Η κηδεία προγραμματίστηκε να γίνει πριν το μεσημέρι .
Ο Λώνης ετοίμασε το ,,σφαχτό,, και το παρέδωσε στη μάνα του για να το μαγειρέψει. Το γεύμα της θλίψης έπρεπε να είναι έτοιμο μετά την κηδεία .
Έμειναν πίσω μερικές γυναίκες εμπιστοσύνης να συμμαζέψουν το σπίτι, να ετοιμάσουν το τραπέζι της παρηγοριάς και τον καφέ της.
Μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία όλος ο κόσμος έδωσε ,,τον τελευταίο ασπασμό ,, στο Σπυράκο. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Θοδωράκης.
-Ζωή σε σένα Λενιώ της είπε κι έσκυψε και την εφίλησε στοργικά χωρίς να τόνε νοιάζει τι θα ειπεί ο κόσμος. Εκείνο το φιλί ήτανε αληθινή παρηγοριά για τη Λενιώ, μα τον πατέρα της δε μπορούσε να τον αντικαταστήσει.
- Πατέρα μου, καλό σου ταξίδι, είπε η Λενιώ καθώς πετούσε απάνω στο φέρετρο το χώμα που έσκυψε και πήρε από χάμω και ξέσπασε σε λυγμούς, όπως και η Παναγιώτα και τα ,,παιδιά,,.
Το νωπό φθινοπωρινό χώμα σκέπασε το μνήμα του Σπυράκου. Αναπαύθηκε ,, εν ειρήνη ,, μέσα στη φροντίδα των αγαπημένων του. Όλοι κατηφορίζοντας από την εκκλησιά για το σπίτι ξανά, όλο και κάποιο καλό λόγο είχανε να πούνε για τον ίδιο και τη φαμίλια του. Μιλήσανε και για την αρρώστια του κι είπανε πως ήτανε κρίμα να φύγει τόσο νωρίς, ενώ είχε ακόμα τόσα πολλά να κάμει στη ζωή του.
Ο καφές της παρηγοριάς τους περίμενε μοσκοβολιστός και δίπλα το τραπέζι ήταν στρωμένο.
- Θεός σχωρέστωνε !
- Ο Θεός να τον αναπαύσει ! Ζωή σε σας !
-Ζωή σε σας! Να μην εύρει άλλο κακό το σπιτικό σας !
Μέσα στις παρηγορητικές ευχές και τη συντροφιά των ανθρώπων η μέρα απογιομάτιασε για τα καλά. Ο κόσμος έφυγε όχι όμως η λύπη από το σπιτικό του Σπυράκου.
Η νύχτα ετούτη έγινε βάρβαρη για την οικογένεια. Παρ´ότι δεν έμειναν μοναχοί ,γιατί η οικογένεια του Λώνη ήταν συνέχεια δίπλα τους, ο πόνος ήτανε θρονιασμένος και η θλίψη αβάσταχτη. Ο Θοδωράκης με τη σκέψη ήτανε συνέχεια κοντά στη Λενιώ. Η Λενιώ όμως δεν είχε καιρό να τον σκεφτεί , μήπως δεν ήθελε κιόλας !
Συνεπαρμένη από τον βιαστικό θάνατο του γονιού ήθελε να σταθεί στη μάνα της και στ´αδέρφια της, που τώρα για ένα λόγο παραπάνω έπρεπε να γίνουν μια γροθιά για να ξεπεράσουν αυτό το χαμό, για να σταθούν στα πόδια τους και να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Την άλλη μέρα πρωί -πρωί αγοράσανε μαύρη μπογιά από το μαγαζάκι του χωριού, μάζεψε η Παναγιώτα ούλα της τα σκουτιά, τα ,,φόρια,, και τα έβαψε κατάμαυρα, γιατί μαζί με το Σπυράκο ήτανε καταδικασμένη να πεθάνει κι αυτή μαζί απ´όξω της κι από μέσα της. Μια γυναίκα που έχανε τον άντρα της έπρεπε να σέρνει τη θλίψη του δια βίου στην κοινωνία φορώντας μαύρα και όντας δαχτυλοδειχτούμενη και στην ψυχή της το ίδιο, μακριά από χαρές και πανηγύρια, ακόμα κι από την εκκλησιά μακριά τον πρώτο καιρό ,μ´άλλα λόγια μακριά από την κοινωνία. Αυτό ήτανε το λιγότερο που την ένοιαζε την Παναγιώτα. Εκείνο που την ένοιαζε στ´αλήθεια ήταν η έλλειψή του, το στήριγμά του, η συντροφιά του , η αγάπη του.
Η Λενιώ έβαψε κι εκείνη μερικά. Τόσα ,όσα θα της αρκούσαν για ένα χρόνο πένθους. Αυτό σήμαινε πως στη διάρκεια αυτού του χρόνου δεν είχε δικαιώματα στην κοινωνική ζωή , ούτε να παντρευτεί μπορούσε, ούτε κάτι άλλο χαρούμενο. Τότε ντάντευαν τη λύπη και τη θλίψη ,την προσκαλούσαν από μόνοι τους και της πρόσφεραν όχι μόνο θέση, θρόνο της πρόσφεραν .Δεν έφτανε που είχε κανείς τον πόνο του, έπρεπε να έχει και την ταμπέλα της κοινωνίας.
- Κοίτα ρε, χήρα γυναίκα και πήγε στο πανηγύρι κι ας είχε πάει να πουλήσει τις κότες της και τ´αυγά τους.
Αυτοί οι ίδιοι που με τόση αφοσίωση της συμπαραστάθηκαν ήταν εκείνοι που αδίστακτα θα της έβαζαν ταμπέλες. Και για τα παιδιά το ίδιο ίσχυε. Το ,,αρφανό,, δεν είχε δικαίωμα να πάει σε σκολειό, έπρεπε να μείνει πίσω να βοηθάει τη μάνα του . Ήτανε το κακόμοιρο, το περιφρονημένο. Ούτε ,,μαξιλάρι,, στους γάμους έπαιρνε, ούτε σε νυφικό κρεββάτι να πέσει του επέτρεπαν αν ήτανε μικρό, ούτε τίποτα που να είχε σχέση με χαρά. Παράξενη που ήταν η κοινωνία και που είναι πάντα. Οι νόμοι της ήσαν απαράβατοι. Κανένας δε λογάριαζε την ψυχούλα τ´αλλουνού.
-Ρε, κοίτα να βολέψουμε τ´αρφανό θα έλεγαν στην καλύτερη περίπτωση .
Η χήρα ήταν η αδύναμη γυναίκα κι ας τα ´φερνε βόλτα καλύτερα κι από άντρας. Ήταν η εύκολη λεία κι ούλοι πάσκιζαν να την εκμεταλλευτούν . Αν ήτανε και νέα είχε ν´αντιπαλέψει με πολλούς εχθρούς.
Η Παναγιώτα με τη στήριξη των παιδιών της ευτυχώς δεν αντιμετώπισε αυτά τα προβλήματα.
Μάζεψε τα στεγνωμένα μαυρόρουχα που σημάδεψαν τη ζωή της από δω κι ομπρός, τα σιδέρωσε και τα τακτοποίησε στη θέση τους αργά,σκεπτόμενη ,αποδεχόμενη. Ο νους ταξίδευε στα μέρη και στις στιγμές που είχε ζήσει με το Σπυράκο και τις ζαναζούσε και τις ρουφούσε αχόρταγα και τα βλέφαρα δεν ήθελαν ν´ανοίξουν για ν´αντικρύσουν τον πόνο και την έλλειψη, προτιμούσαν να πιλαλάνε κλειστά στις χαρές που είχε κάμει μαζί του κι ας μην ήτανε ιδιαίτερες και πολλές, ήσαν όμως αληθινές και για κείνη σπουδαίες. Και το πιο σπουδαίο απ´όλα ήτανε που ζούσανε μαζί .
Αγνάντευε τη Λενιώ της με τα μαύρα και παρ´ότι της πήγαιναν πολύ της ξανθομαλλούσας, δεν ήθελε να τη βλέπει μαυροφορεμένη.
Έπρεπε όμως να σκεφτεί και την καθημερινότητα και τις υποχρεώσεις που της άνοιξε ο θάνατος του Σπυράκου.
Αύριο είναι τα τρίμερα από το θάνατό του. Στη Μοφκίτσα έκαναν ανέκαθεν κανονικό , πλούσιο μνημόσυνο κι ας ήτανε στο μνήμα κι όχι μέσα στην εκκλησιά .
-Έλα, Λενιώ μου, τα καρύδια τα ´τοίμασες παιδάκι μου; Κοίτα τα καλά ,μη μείνει κανά ,,καύκαλο,, καρδούλα μου και ντροπιαστούμε.
-Έννοια σου, μάνα μου , κι είναι ούλα έτοιμα και τα καρύδια και τ´αμύγδαλα και το σουσάμι κι οι σταφίδες και τα ρόδια κι ούλα τα χρειαζούμενα. Μένει να τσιγαρίσουμε το σουσάμι .
-Αργότερα, της είπε. Έλα τώρα να πλύνεις την κανίστρα, εδώ δα την έχω, και βάλτηνε στον ήλιο να στεγνώξει.
Το βράδυ έβρασαν το σιτάρι, ασπροσίτι λαχταριστό, το στράγγιζαν και το άπλωσαν σε καθαρή μεσάλα να στεγνώσει όλη νύχτα και να μην έχει καθόλου υγρά. Το μεσημέρι πήραν τη στεγνωμένη κανίστρα, τη στόλισαν με την όμορφη μεσαλίτσα, τη γαρνιρισμενη με τη φαρδεια δαντελα και το κοφτο κεντημα,  εβαλαν από μέσα κηρόχαρτο για προστασια και την αφησαν να περιμενει. Πηραν το στεγνωμενο, βρασμενο σιταρι, το γυρισαν μεσα σε μια μεγαλη λεκανη, το εσμιξαν με πολλα αλλα υλικα, σουσαμι σπασμενο κι ασπαστο, φρυγανια, κολλιαντρο, κανελα, γαρυφαλο, μαιντανο ψιλοκομμενο, σπορους ροδιου, σταφίδες μαύρες και ξανθές, καρυδια και αμυγδαλα χοντροκομμενα, λιγη ζαχαρη και τ´ανακατεψαν καλα. Οι μαστορισσες τα δοκιμασαν, εδωσαν το οκ και το υλικο αδειαστηκε με προσοχη μεσα στη στολισμενη ,,κοφα,,.
Το πατικωσαν καλα, εβαλαν μια στρωση φρυγανια, την πατικωσαν κι αυτη χρησιμοποιωντας ενα κομματι λαδοκολλα και μετα ισιωσαν στην επιφανεια μπολικη αχνη ζαχαρη. Επιπεδοποιησαν την επιφανεια παλι μ´ενα κομματι ρυζοχαρτο, καρφωσαν γυρω-γυρω κουφετα ορθια, σχηματισαν κι ενα σταυρο στη μεση επισης με μεγαλα κουφετα. Εγραψαν δεξια κι αριστερα του σταυρου τ´αρχικα του ονοματος του Σπυρακου με μικρα ασημενια κουφετακια, εκαμαν κι αλλα σχεδιακια στα κενα με διαφορων σχεδιων μικρα κουφετα και παρεδωσαν την κανιστρα στα εμπειρα χερια της Διαμαντως για το στολισμα με το γλασο. Ειχαν ηδη χτυπημενο το γλασο, που αποτελειτο απο ασπραδι αυγου και χυμο λεμονιου, γιατι χρεαζεται πολλη ωρα για να γινει. Η Διαμαντω εφτιαξε ενα χωνι απο λαδοκολλα, το εκοψε στη μυτη, ωστε να σχηματιστει μια μικρη τρυπουλα, το γεμισε με γλασο και αρχισε με τα επιδεξια χερια της να στολιζει. Να βλεπατε με ποση μαεστρια πηγαινε απο το ενα κουφετο στο αλλο κι εφτιαχνε γεφυρουλες στον αερα και πισωγυριζε για να τις ζευγαρωσει! Κομψοτεχνημα εγινε η επιφανεια της κανιστρας. Την αφησαν να περιμενει πανω στο τραπεζι. Ντυθηκαν για την εκκλησια. Μαζευτηκε κι ο κοσμος, γυναικες μονο εκεινο τον καιρο συνηθως και με μπροσταρισσα τη Λενιω, που ηθελε να βασταει την κανιστρα ξεκινησαν για το μεγαλο χρεος. Τ´αγορια πηραν την κανιστρα με το ψωμι, φρεσκοζυμωμενο, αφρατο, σε μεγαλα ,,μπουκουνια ,, κομμενο και το μπουκαλι με το κρασι που θα εριχναν στο μνημα, μια μικρη σεσουλα η ενα κουταλι σουπας στην αναγκη κι αντι για χαρτοπετσετες που τοτε δεν υπηρχαν ειχε ο καθενας το καθαρο χειρομαντηλο του. Ψαλθηκε το τρισαγιο, μοιραστηκε το σπερνο και γυρισαν στο σπιτι για τον καθιερωμενο καφε. Εννοειται πως οι ευχες ειχαν τις δοξες τους: Να ζηστε να τον θυμαστε και τετοια.
Πικρός τοτε ο καφες της παρηγοριας για να ταιριαζει με το φαρμακι που ποτισε ο χαρος την οικογενεια. Κι αλλοτε γλυκος για να πηγαινει κοντρα στο κακο. Και σημερα που ξεφτισαν οι παραδοσεις, οπως τον θελει ο καθενας, γιατι ειναι βαρυ να μπαινει κανεις σε τετοια καλουπια....!
Το ιδιο εγινε και στα ,,εννιαμερα,,, το ιδιο και στα ,,σαραντα,,. Στα ,,σαραντα,, η διαφορα ηταν πως το ,,συλλειιτουργο,, διαβαστηκε μεσα στην εκκλησια, ειχε πολυ κοσμο και ως εκ τουτου πολυ περισσοτερο σπερνο και ψωμι. Γινοταν Κυριακη, οπως και σημερα, αλλα πηγαιναν και το Σαββατοβραδο στο μνημα, οπως ακριβως γινοταν στα τριμερα και στα εννιαμερα. Το σαρανταήμερο μνημόσυνο του Σπυράκου ήταν μεγαλοπρεπές, αξιόλογο από κάθε άποψη και γιόμισε με περηφάνια την οικογένεια. Ήταν ένα χρέος προς το Σπυράκο, αλλά και προς όλο το χωριό. Έπρεπε να πετύχει και η επιτυχία του ήταν αρκετά σημαντική, όπως πάντα και ανέκαθεν η κάθε κοινωνική εκδήλωση.
Τα σαράντα του Σπυράκου ήταν κι ένας σταθμός ακόμα για τη Λενιώ και το Θοδωράκη, μόνο που ετούτη τη φορά αντί για φιλί, που δεν τον έπαιρνε, την κοίταξε αστραπιαία βαθιά μέσα στα μάτια κι ήταν σα να της έλεγε:
-Είσαι μέσα στην καρδιά μου!
Δε χρειαζόταν, το ήξερε, εκείνος όμως ήθελε να το ξέρει καλά.
-Σ´αγαπώ!
Κι αυτό το ήξερε! Όμως ήθελε να το λέει συνέχεια, για κείνον και για κείνη, για τον έρωτα και την αγάπη, για ότι έζησαν μέχρι τώρα μαζί!
Κι όταν εκείνα τα καταγάλανα μάτια με φόντο το μαύρο που τα τόνιζε πιότερο του είπανε το ίδιο, το θεριό καταλάγιασε κι ημέρεψε κι έμεινε διάχυτη στον αέρα η οσμή της αγάπης γι ακόμα μια φορά και σε μια περίσταση που την είχε τόσο πολύ ανάγκη η Λενιώ αυτή τη στήριξη.
Η Λενιώ έκαμε πολύ καιρό να χωνέψει αυτό το θάνατο και δεν έβγαινε παρά για τα εντελώς απαραίτητα στην κοινωνία. Τώρα ήτανε και ορφανή και αρραβωνιασμένη. Έπρεπε ν´ανταποκριθεί και στα δυο με αξιοπρέπεια.
Η αγάπη του Θοδωράκη της έδινε τη δύναμη!
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ
Η ΑΛΛΗ ΣΕΛΙΔΑ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Για τη Λενιώ τα πράγματα δεν ήσαν εύκολα τώρα πια. Ο θάνατος του Σπυράκου την είχε τσακίσει. Το μόνο καλό, αν μπορούσε κανείς να το πει έτσι, ήταν που ο ένας πόνος εξουδετέρωνε τον άλλο και στην προκειμένη εξουδετερώθηκε ο πόνος του έρωτά της, για καλό της. Εξουδετερώθηκε όμως ή αποκοιμήθηκε και θα την περίμενε ξύπνιος μιαν αυγή στήνοντάς της καρτέρι και γυρεύοντάς της εξηγήσεις γιατί τον παραμέλησε και τον άφησε να κοιμάται αμέριμνος στο δικό του τον κόσμο; Δεν την ένοιαζε παρ´όλα αυτά, της έφτανε που τώρα ήταν λευτερωμένη από τούτη την έγνοια.Το σπιτικό τους καιγόταν κι αυτήν θα την απασχολούσαν οι έρωτες; Ήταν ανάγκη να είναι δοσμένη ολοκληρωτικά στην οικογένειά της προκειμένου όλοι μαζί ,δεμένοι σα μια γροθιά, ν´αντιμετωπίσουν τη δύσκολη κατάσταση που τους βρήκε. Έτσι έγινε νέος καταμερισμός των εργασιών. Ο μικρός αδερφός στα πρόβατα, ο μεγάλος μαζί με την Παναγιώτα στο πόστο του πατέρα της κι η Λενιώ στο σπίτι βασίλισσα κυρά. Τι βασίλισσα δηλαδή, το σπίτι είχε τόσες έγνοιες που σταματημό ολημερίς δεν είχε το θηλυκό και πόναγε καθώς έβλεπε τα τρυφερά χερούδια της ν´αγριεύουν από τις δουλειές, ενώ στα πρόβατα, η μόνη της δουλειά ήταν το πλέξιμό της και φυσικά να προσέχει τα ζωντανά. Τα χεράκια της όμως ήσαν βελούδινα και τρυφερά κι αυτό πολλή χαρά την έκανε και κάλλη της εφόρτωνε. Τι να έκαμνε όμως, ανάγκη, άτιμη ανάγκη! Το ξεπέρασε όμως κι αυτό χάρη στο γιατροσόφι της γιαγιάς της.
-Άκου εδώ, βαϊζούλα μου, και μη μου χολοσκάνεις. Τράβα όξω στη λεϊμονιά, κόψε ένα λεϊμόνι και τρίψτε τα χερούδια σου. Στερνά βάλτους λίγο λαδάκι και τρίψε να το ρουφήξουν. Αυτό να το κάνεις κάθε βράδυ προτού πέσεις για ύπνο κι όποια άλλη ώρα της ημέρας έχεις αδειά. Κι ύστερα, να με θυμάσαι. Τη μάνα της δεν την είχε ιδεί ποτέ να το κάνει αυτό, γι αυτό τα χέρια της ήσαν γεμάτα ρόζους και σκασίματα, σκέφτηκε.
Και θυμόταν, τη θυμόταν τη γιαγιά της. Οι γιαγιάδες έχουν πάντα δίκιο!
Έτσι ο καιρός κυλούσε ήρεμα μέσα σε βαθύ πόνο όμως που ήτανε ανάγκη να καταλαγιάσει. Ο καιρός θα χάριζε το γιατρικό. Οι προβληματισμοί της Λενιώς ήσαν όλοι γύρω από τους άλλους και το σπιτικό τους. Τον εαυτό της τον είχε βάλει στην άκρη. Δε σκεφτόταν τίποτε που να την αφορά κι αυτό της είχε χαρίσει τη λύτρωση που χρειαζόταν.
Από την άλλη ο Θοδωράκης βρισκόταν σε βαθύ προβληματισμό και σε μεγάλη έγνοια. Σκεφτόταν το βάσανο που πέρναγε η Λενιώ και τη συμπονούσε μα δεν είχε τον τρόπο να της σταθεί κι αυτό τον πόναγε. Σκεφτόταν πως σ´ένα μήνα θα παντρευόταν και η πομπή του γάμου του με τον ίδιο μπροστάρη και τη Θοδώρα θα πέρναγε μπροστά από το σπίτι της γιατί άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Μεγάλη έγνοια τού ήταν αυτή. Σκέφτηκε ν´αναβάλει το γάμο, μα θα χειμωνιάζε και γάμος μέσα στο χειμώνα εκείνο τον καιρό ήταν κόλαση. Του πέρασε η ιδέα να τον ακυρώσει κιόλας μέσα στην τρέλα του μα τέτοια πράγματα μοναχά οι ανέντιμοι τα πράττουν. Χρειαζόταν ηρεμία και απομόνωση. Χρειαζόταν τον εαυτό του, γι αυτό γύρεψε από τον Αναστάση μέχρι το γάμο να πηγαίνει αυτός στα γαλάρια κι όχι ο Νικολάκης.
Η επιθυμία του έγινε δεκτή κι ο Θοδωράκης μαθημένος μακριά απ´ούλους βρήκε για μια φορά ακόμα τον ,,αναπαμό,, του. Εκεί στα γαλάρια μίλαγε μόνο με τον εαυτό του, τα πρόβατά του, το Μπαγάσα του, τα πουλιά και το Θεό. Κι όλοι ήσαν υποτακτικοί του. Ναι κι ο Θεός ακόμα, γιατί τον έφτιαχνε ο ίδιος κάθε φορά όπως τον εβόλευε, καλό, κακό, σπλαχνικό, ανεκτικό, σύντροφο, παρηγορητή κι ό,τι ήθελε του κόλλαγε από προσδιορισμούς, οπότε τώρα που τον ήθελε παρηγορητή , τέτοιο τον είχε. Κι εκεί που σκεφτόταν το ένα μπέρδεμα, ζουπ ο Θεός τού ´λεγε: για στάσου, δε φταις εσύ που πέθανε ο Σπυράκος, δε φταις εσύ που σ ´ανάγκασε ο πατέρας σου να παντρευτείς μία που δεν αγαπάς! Μπράβο κατασκευαστικό μυαλό που είχε ο Θοδωράκης! Τι τον έκανες όμως όταν το ξέχναγε αυτό και τον έπαιρνε από κάτω; Καθόταν σ´ένα κοτρώνι με το κεφάλι χάμω κι ένα ξύλο στο χέρι και σγάρλαγε σαν τις κότες το χώμα γυρεύοντας να βρει το σπόρο που θα του χάριζε τη χαρά τρέφοντας του τη σκέψη. Αγνάντευε πέρα το Ιόνιο και τού ´φερνε στο νου τη Θοδώρα που κάθουνταν και το αγνάντευαν μαζί αμίλητοι στο παγκάκι. Το αγνάντεμα της θάλασσας πάντα τον παρηγορούσε , τώρα όμως τον έπνιγε κι αυτό .Σκεφτόταν πώς θα ήταν ένας γάμος με μια γυναίκα που δεν αγαπούσε. Πώς θα την άγγιζε, πώς θα μύριζε το χνώτο της, πώς θα της χάριζε το σπόρο του. Κι όμως η Θοδώρα δεν του έφερνε αηδία ούτε αποτροπιασμό . Έλαμπε ,μοσκοβολούσε, άστραφτε και πάνω από όλα έδινε ρέστα για κείνον. Για στάσου, ρε Θοδωράκη, έλεγε ο ίδιος στον εαυτό του, μήπως τα παρασκαλίζεις τα πράγματα; Μπας και φορτώνεις τον εαυτό σου με πολλά ,,βάρετα,,; Άσε, ρε παιδάκι μου, τα πράματα να κυλούνε μοναχά τους. Και τότε ηρεμούσε και καταλάγιασαν ούλοι οι πόνοι και οι καημοί κι έπαυαν ούλα τα ντέρτια και οι αναστεναγμοί.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ
ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ 

Η απόφαση για το γάμο με τη Θοδώρα ήταν ειλημμένη και τίποτα πια δε μπορούσε να τη σταματήσει.
Στη γλυκειά ανατριχίλα του ερχομού του κρεμάστηκε της Θοδώρας η απαντοχή και ξεροστάλιαζε στ´αγκωνάρι το ξέγυμνο γιομίζοντας μ´όνειρα την ψυχή και την καρδιά της.
Πολυλογούςε φλυαρώντας με τη γειτόνισσα τη Γιώργαινα και μεσ´από ´κεί τ´όνειρο απρόσκοπτα τραβούσε το δρόμο του.
Μεγαλοπιάστηκε η Θοδώρα απ´τ´όνειρο κι ύφαινε στον ύπνο και στο ξύπνιο της χιλιόμετρα ονειρένιους ατραντέδες που τους τέντωσε μ´ανεμελιά και προσμονή στο δρόμο ίσα με τη Μοφκίτσα. Τύλιξε μ´αυτούς, ταινία προστασίας, το σπίτι του Θοδωράκη και τα παραθύρια τους και το κρεββάτι τους κι ό,τι έβρισκε μπροστά της η χαρά της το έκανε χρυσό.
Πνίγηκε στο χρυσαφί τ´όνειρο και ´κείνη πνίγηκε στην αγάπη!
Ήτανε θέλημα Θεού ο γάμος να γένει στην ώρα του και μ´όλα τα πρεπούμενα και τις τελετουργίες.
Και μες την ανθηρότητα τ´ονείρου της και μες της αλήθειά της τη γαλήνη ξεπέζεψε στ´αρχοντικό του κύρη της που πίστευε πως τήνε λαχταρούσε. Άφησε ν´αντηχήσουνε τα καλέσματα και οι ευχές, να τις ε πάρουν τα πουλιά και να τις νανουρίζουν με το κελάηδημά τους, να πλέξουν ξόμπλια και με φλουριά ολόχρυσα να ράνουν τις γειτονιές, όπου μαζί με λούλουδα οι δυο τους θα διαβούνε...
Ήρθε επιτέλους η στιγμή που το άσπρο άλογο του Θοδωράκη σελώθηκε τη γιορτινή του φορεσιά τη λαμπροστολισμένη και πήρε δρόμο με κόσμο, με νταούλια για τη μεγάλη τη στιγμή και την τρανή την ώρα.
Ο Θοδωράκης κι ο Αναστάσης μαζί δώκανε διαταγή τραγούδια να μην ειπεί κανείς αν δεν περάσουνε το Περδικόνερο. Τη σκέψη του στη Λενιώ είχε που τον πατέρα της είχε χάσει, την αγάπη της είχε χάσει κι από μπροστά την πόρτα του σπιτιού της θα πέρναγε το συμπεθεριό του.
Πρέπον δεν ήτο για να τήνε προκαλέσει. Όσο για τ´άλλα είχε ο Θεός.
Ένα πολύχρωμο καραβάνι από καταστόλιστα άλογα κι ανθρώπους, ίδιο μωσαΐκό πολύφερτο κι ακριβό διέσχισε ήσυχα το χωριό κι ανηφόρισε στο δρόμο της Περδικόβρυσης.
Και τότε το αβάσταχτο πλήθος που εκείνη την ώρα ήτανε προγραμματισμένο να ξεσαλώσει και δεν εκαταλάβαινε από καημούς, ξέσπασε σε μακρόσυρτα λαρυγγίσματα και μπέρδεψε το τραγούδι τους τ´αηδόνια και τις πέρδικες που αφουγκράζονταν και οι τσομπαναραίοι χαίρονταν από γύρω και το σιγανό κλαγγευτό σιγοτραγούδισμα των κουδουνιών των σταλιασμένων κοπαδιών έγινε συνοθύλευμα με τα συμπεθεροτράγουδα που αντιβούϊζαν καθώς τώρα κατηφόρισαν για την Καλίδονα.
Ο γάμος έγινε με περισσότερη πολυτέλεια απ´όση μπορούσε να φανταστεί κανείς για τα δεδομένα της εποχής, στο συγκεκριμμένο τόπο με τις υπάρχουσες συνθήκες. Θά ´λεγε κανείς με αβάσταχτη ελαφρότητα, αν λογάριαζες πως θ´ακολουθούσαν δύο γάμοι ακόμα, εκείνοι των αδελφών της.
Σπίτι π´αστραποβολούσε, προικιά που άστραφταν, γλέντι τρικούβερτο με χορούς και τραγούδια, χιονένιοι βουτυροκουραμπιέδες, ευχές κι ό,τι καλό βάλει ο νους σου έγινε.
Τίποτα εκείνη την ημέρα δε μαρτυρούσε το δράμα που κρυβόταν μέσα βαθιά στην ψυχή του Θοδωράκη.
Μια πεταλουδίτσα αστραποβολιστή που μέσα στην σοβαρότητα της ημέρας άφηνε να φανεί η χαρά της σα στεκόταν δίπλα στο λεβεντονιό άντρα της κι έπαιρνε την ευλογία του Θεού για μια ζωή όπως εκείνος και η Γιωργίτσα την καθόρισαν για πάρτι τους.
Η ώρα του αποχωρισμού από τη μάνα της και το σπιτικό της, όσο κι αν ήτανε δύσκολη, την έκαμε εύκολη η λαχτάρα να είναι μαζί με τον άντρα που η νεανική της ορμή και η ολόζεστη καρδιά της λαχταρούσαν.
Η διαδρομή του συμπεθεριού για τη Μοφκίτσα ήταν μια άλλη πανηγυρική μεγαθυμία κι ένα ονειρόγραμμα καθώς τα καταστόλιστα με τα γιορτινά κιλίμια αλογομούλαρα σε εφ´ενός ζυγού γραμμή διέσχιζαν το χωμάτινο δρόμο και ο αγέρας σκιζόταν από τα διαλεχτά χαρούμενα για την περίσταση τραγούδια.
Η Θοδώρα, μια μπουκιά άνθρωπος, σαν ,,τουλουπίτσα,, πάνω στο σαμάρι τ´αλόγου, με την άσπρη νυφιάτικη φορεσιά της και την επίσης πλουμιστή σαμαρόστρωση τ´άσπρου άλογου που τήνε κουβαλούσε, απολάμβανε τ´όνειρο με ορθάνοιχτα τα μάτια, γιατί ήθελε μέσα στην αγωνία του άγνωστου να κλείσει όλη τη μαγεία της στιγμής και της ζωής που την περίμενε.
Ο Θοδωράκης με απίστευτη ηθοποιΐα, που είχε εξελιχθεί σε απόλυτη παραδοχή, έμοιαζε ν´απολαμβάνει κι εκείνος τη στιγμή.
Στο σπίτι του κόσμος καρτέραγε τη νύφη και στο αντίκρυσμά της πικρόχολα, σκωπτικά, περιπαιχτικά σχόλια έφτασαν στ´αυτιά του:
,,Κοιτάτε ρε, μια θεριακωμένη νύφη,,!
,,Καταϊδρωμένο τ´άλογο,,! ,,Κοιτάτε ρε ,,
,,Τρίχα και στάλα τ´άλογο,, , ,,Στάζει ολόκληρο,,!
,,Μια τουλουπίτσα είναι γιε,,!
καθώς μοναχά ένα κεφαλάκι ξεχώριζε πάνω στο άλογο κι αυτό δε θα φαινόταν αν δεν ήσαν τα πλούσια μαλλιά της σημάδι της ύπαρξής της για τούτη την ώρα.
Τ´άκουσε κι η Θοδώρα και ντράπηκε, μα σκέφτηκε μήπως έφταιγε αυτή που γεννήθηκε κοντή; Εξοστράκισε το κακό με την καλή της τύχη και ήρθε γρήγορα στα σύγκαλά της.
Ο Θοδωράκης τ´άκουσε κι εκείνος τα περιγελαστικά, αλλά θες γιατί ήτανε αλήθεια, θες γιατί δεν ήθελε να το τραβήξει, σιώπησε παράδοξο για κείνον που αρπάζονταν με το παραμικρό αν τολμούσες και τον έθιγες.
Τέτοιο ήτανε το καλοσώρισμα της μικροκαμωμένης παιδούλας ,που ήρθε νύφη εκείνο το ,,χινόπωρο,, στη Μοφκίτσα από το διπλανό χωριό. Κι όχι δεν ήτανε κακία, περιγέλασμα ήτανε, κατά πως το συνηθίζανε στα χωριά, μιας κι έμοιαζε αταίριαστο το θέαμα με μια νύφη ,,κοντοστούπα,, πλάι σ´ένα γαμπρό θεριακωμένο. Την είδανε χωμένη ίσα με τ´αυτιά στο σαμάρι με μοναχά ένα μικροκαμωμένο κεφαλάκι να ,,ξεπέχει,, καταμεσίς του και δυο χεράκια παιδικά να κρατιούνται φοβισμένα σχεδόν από δυο κολιτσάκια σαμαριού και τα πειραχτήρια που δεν απολείπουν από καμμιά κοινωνία ούτε κι από της Μοφκίτσας, βρήκανε την τέλεια ευκαιρία να περιγελάσουνε σήμερα τη Θοδώρα, αύριο κάποιον άλλο, να του κολλήσουνε και κανά παρατσούκλι κι έτσι γέλαγαν με τα τρωτά του άλλου παραμερίζοντας τα δικά τους κατά πως συνηθίζεται ακόμα και τώρα. Ε, λεύτεροι ήσαντε κι αφού νόμος δεν τους έπιανε...! Βλέπετε άλλοι μετρούν τους ανθρώπους με το μπόι, άλλοι με την ομορφιά κι άλλοι με την εξυπνάδα. Ποιος τους λογιάζει! Άστους να λένε!
Η αλήθεια είναι πως ο Θοδωράκης πειράχτηκε με τα ,,σκολιανά,, μα αντί ν´απαντήσει με τον τρόπο που ήξερε αυτός στους περιπαίχτες, από αντίδραση την έκαμε τη Θοδώρα θεριακωμένη στην ψυχή του και ποτέ ο ίδιος δεν ασχολήθηκε με το μπόι της, γιατί η Θοδώρα έγραφε με την ψυχή της. Η καλοσυνάτη της μορφή και τα φερσίματά της τα τσαχπίνικα εξισορροπούσαν το μπόι της. Άλλωστε τον άνθρωπό μας όπως θέλουμε τον βλέπουμε!
Πήδηξε πρώτος από τ´άλογό του, στάθηκε μπροστά στο δικό της , την κοίταξε πρώτη φορά με τρυφερότητα και τη βοήθησε να κατέβει. Σαν καρυδότσουφλο στα στιβαρά του μπράτσα η Θοδώρα διέγραψε τροχιά στον αέρα της αγκάλης του και κρύφτηκε ,,συμπούπουλη,, μέσα στον κόσμο καθώς ο Θοδωράκης την οδήγησε στην είσοδο του σπιτιού. Εκεί η Διονυσούλα τους περίμενε. Με μέλι γλύκανε το νιο ζευγάρι, το ρόδι τό ´σπασε η Θοδώρα με τη μία και στο παιχνίδι με το ζωνάρι άφηκε επίτηδες τη νύφη να κερδίσει, έτσι για να επισφραγιστεί το ρηθέν ότι ,,η νύφη που θα γεννηθεί της πεθεράς θα μοιάσει ,,!
Το γλέντι που ακολούθησε ήτανε αντάξιο της χαράς τους και η Θοδώρα μια κοίταζε τον ουρανό και μια το Θοδωράκη κι ένιωσε ότι το ατλαζένιο βηλάρι απλώθηκε κατάχαμα μπροστά στα πόδια της ζωγραφισμένο με ήλιους και αστέρια κι απάνω του περπάτησαν τα όνειρά της κι ο αγέρας το σήκωσε ψηλά κι έγινε ο ουρανός της, η σκέπη της, η αγιασμένη προστασία της, η γαληνεμένη της υπόσταση, ο κόσμος της. Κι όταν τ´αστέρια τρεμοσβήνοντας παράβγαιναν στο πιλαλητό τους ποιο θα στολίσει πρώτο τα μαλλιά της, ποιο θα φωτίσει πρώτο τη ροδαλή θωρειά της, εκείνη έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης και διασκέδαζε την ευτυχία της που τη σφράγισε με δυο μαργαριταρένια δάκρυα. Σαν αποσύρθηκαν στα ιδιαίτερα, το φεγγάρι παράβγαινε την ροζακί ποθουμένη ομορφιά της και ζηλιάρικα της έριχνε τη σκιά του μα γρήγορα μετάνιωνε κι άστραφτε η μορφή της στο αντιφέγγισμά του.
Μυρουδιά πόθου απλώθηκε στο δωμάτιο και γρήγορα τσαλακώθηκαν τα κάτασπρα κολλαριστά κεντημένα με κοφτό χασεδένια νυφοσέντονα . Η Θοδώρα σα να ήτανε γυναίκα του από χρόνια παραδόθηκε ολοκληρωτικά σ´έναν έρωτα που μοσχοβολούσε ευτυχία και άθελά της τράβηξε το πέπλο του σεβντά που βάραινε τον αγαπημένο της.
Δυο -δυο τ´αστέρια αποσύρθηκαν και το φεγγάρι αποκοίμισε τα όνειρα και τη Θοδώρα με γλυκό νανούρισμα τη βροχή, γαμήλιο δώρο της φύσης, δυο στιβαρά μπράτσα να την αγκαλιάζουν και μια αντρίκια ανάσα να ζωγραφίζει τ´όνειρο στο κορμί της. Τ´όνειρο που γέννησε τρεις κοπελούδες στη σειρά, πανώριες σαν τον ήλιο!
Οι μοίρες που τις μοίραναν πλούσια τα δώρα τους έστειλαν κι απόθεσαν στην κούνια τους και στου ζευγαριού την ψυχή την ευτυχία απλόχερα σκορπίσαν. Εγίνανε καλοσυνάτες σαν ελόγου της κι άξιες και προκομμένες. Και δε χρειάστηκαν προξενητάδες για να τις παντρέψουν. Τις πάντρεψε η ίδια η αγάπη και το νάζι τους και όση ομορφιά κι εξυπνάδα περίσσευε στην κάθε μια.....
Η Θοδώρα τίποτα δε μυρίστηκε από την αγάπη του Θοδωράκη και της Λενιώς, γιατί εκείνος την είχε καλά κλειδωμένη στην καρδιά του μέχρι το τέλος.
Και της Θοδώρας η αγάπη ήτανε τόσο μεγαλόψυχη για κείνον που δεν έβλεπε ούτε άκουγε παραστρατήματα κι απιστίες. Δόθηκε ολοκληρωτικά στον άντρα που η μοίρα της χάρισε. Και φάγανε γλυκό ψωμί οι δυο τους. Ο Θοδωράκης με μια αγάπη κλειδωμένη στην καρδιά του και με μια άλλη να τον υπηρετεί πιστά δεν είχε λόγο να παραπονιέται.
Και στα καλά και στ´άσχημα μαζί το τράβηξαν το μονοπάτι, μαζί και χώρια....
Κι ήταν ο γάμος τους γιορτή και πανηγύρι και χαρά απροσμέτρητη και ουράνια σηματοδότηση συνύπαρξης παντοτινής με απογόνους και αλληλοσεβασμό κι από τη μεριά της Θοδώρας αγάπη πολλή. Αγάπη που οι προεκτάσεις της άγγιζαν τα όρια της αφέλειας που όμως ικανοποιούσαν τη δική της βαθειά ανάγκη για δοτικότητά ,που άγγιξαν τα όνειρά της και τα ξεπέρασαν, που ακόμα και οι δυσκολίες των καιρών ξεπεράστηκαν ανώδυνα γιατί εκείνη ήθελε και μπορούσε, γιατί εκείνη στάθηκε δίπλα στο Θοδωράκη λαμπάδα αναμμένη και στα παιδιά της η πιο γλυκιά και τρυφερή μάνα. Κι ο Θοδωράκης το ,,ξετίμησε ,, τούτο κι ορμήνεψε την ψυχή του να υποτάσσεται μπροστά στο μεγαλείο ετούτης της γυναίκας που με το ,,παΐρι,, της τον έκαμε δικό της, που με το μεγαλείο της ψυχής της καθυπόταξε τη μεγάλη του αγάπη και τον έρωτά του για τη Λενιώ, που όσο κι αν ποτέ του δεν τα έβγαλε τούτα τα δυο από την καρδιά του και την ψυχή του, κατάφερε χάρη στη Θοδώρα να βρει τις ισορροπίες εκείνες που μαλάκωσαν την ψυχή του και κάλυψαν το κενό της. Αράδιασε ένα τσούρμο ,,πιτσούβουλα ,, που έγιναν φιλαράκια μ´εκείνα της Λενιώς. Έτσι οι δυο ερωτευμένοι αφού η μοίρα στον ίδιο τόπο τους ήθελε να ζήσουν και χώρια την προσωπική τους ευτυχία να βιώσουν, καμάρωναν το γλυκό συνοθύλευμα της συνύπαρξης των παιδιών τους, στο παιχνίδι, στην εκκλησία, στο σχολειό.
Γιατί κι η Λενιώ αφού πέρασε ο χρόνος του πατέρα της, παντρεύτηκε το Λώνη κι έκαμαν δυο γιούς καμάρι της ψυχής και της καρδιάς τους. Ο γάμος τους στηρίχτηκε στην αλληλοεκτίμηση, γιατί του Λώνη η αγάπη δεν ξέρω αν είχε το πάθος που είχε εκείνη του Θοδωράκη για τη Λενιώ ή αν ήτανε παρόρμηση και ζήλεια γιατί κάποιος άλλος ήτανε έτοιμος ν´αρπάξει για λογαριασμό του την όμορφη γειτονοπούλα. Ο Λώνης δεν την πρόσβαλε ούτε μια φορά θυμίζοντάς της τον έρωτά της για το Θοδωράκη και η Λενιώ από την άλλη δεν του έδωκε ποτέ το δικαίωμα. Υποτακτική και καλόβολη δόθηκε ολοκληρωτικά στο μεγάλωμα των παιδιών της. Τα βλαστάρια της όπως αποκαλούσε τον Ηρακλή και το Σπυράκο, μεγάλωσαν με την ιδιαίτερη, την ξεχωριστή φροντίδα μιας μάνας κατασταλαγμένης, ισορροπημένης και δυνατής και μέσα στη στοργή του παππού Ηρακλή και δυο περήφανων γιαγιάδων. Ο Λώνης έγινε ο βράχος που ακούμπησε η Λενιώ απάνου του το βάρος του πόνου του χαμένου έρωτά της και στήριξε τις ελπίδες της για το μέλλον. Κι ο βράχος δεν την απογοήτευσε.
Ο γάμος τους λιτός και ταπεινός με απόλυτη συναίσθηση του πένθους που για τη Λενιώ κράτησε μια ολόκληρη ζωή γιατί μόνιμα της έλειπε ο πατέρας της, σφράγισε την αξιοπρέπεια και την ανάγκη και με καθάριο κούτελο πορεύτηκαν μια φυσιολογική ζωή χωρίς καυγάδες κι ανταγωνισμούς, χωρίς μικρότητες και ευτελιστικές συμπεριφορές. Καμμιά φορά η αποδοχή των καταστάσεων της μοίρας δημιουργεί ενσυναίσθηση και εδραιώνει τις ισορροπίες.
Και σαν η μοίρα του Θοδωράκη και της Λενιώς δεν τους άφηνε χωρίς εκπλήξεις, τους έκανε τη μεγαλύτερη όταν ο μεγαλύτερος γιος της Λενιώς ερωτεύτηκε παράφορα την επίσης πρωτότοκη κόρη του Θοδωράκη! Με χαλαρωμένα κάπως τα ήθη και τις παραδόσεις, αλλά και με το μάθημα της ζωής που είχαν καταγράψει καλά στην ψυχή τους οι ίδιοι όχι μόνο ανέχτηκαν αυτόν τον έρωτα, αλλά τον βοήθησαν κιόλας κι έδωκαν την ευχή τους μέσα από την καρδιά τους!
Η ευτυχία των παιδιών τους ολοκλήρωσε τη δική τους ευτυχία! Και δυο ζευγάρια αγάπες ζωγραφίστηκαν αιώνια στο στερέωμα κι ακόμα το φως των αστεριών τους λάμπει στον ουρανό της Μοφκίτσας.
Η Θοδώρα δε έγινε αξιοσέβαστη νύφη και τράνεψε η παρουσία της, γιόμισε η καρδιά ευτυχία, η αγκαλιά της παιδιά και η απεριόριστη εκτίμηση των χωριανών στέριωσε μια νέα πεποίθηση στα κοινωνικά δεδομένα του χωριού. Εκείνη που μολογάει ακόμα πως δεν είναι το μπόι που μετράει μα το μέσα της καταστόλιστης ψυχής. Εκείνο στέκει φάρος κι οδηγός, εκείνο κρατάει τα γκέμια της ευτυχίας.
Και σαν της μοίρας το γραφτό ήτανε ν´αγαπηθούν τα παιδιά τους οι δυο οικογένειες στήριξαν αυτή την αγάπη και τη βοήθησαν να τραφεί και να μεγαλώσει και να ριζώσει βαθιά, τόσο βαθιά όσο εκείνη του Θοδωράκη και της Λενιώς και ν´ανθίσει και να καρπίσει. Κάπως έτσι αλλάζουν οι πεποιθήσεις στις γενιές, κάπως έτσι λυτρώνονται οι ψυχές και οι άνθρωποι αισθάνονται ελεύθεροι κι απαλλαγμένοι από τα κοινωνικά πρέπει που στο κάτω-κάτω κάποιες ανάγκες τα επέβαλαν ή ακόμα- ακόμα και κάποια συμφέροντα ή επιβολές εξουσιαστικές πάνω σε όντα ανώριμα, απαίδευτα και ανελεύθερα. Οι νόμοι της κοινωνίας είναι διαφορετικοί από τους νόμους και τις ανάγκες της καρδιάς. Και σ´ότι κόβεις τον αέρα της πραγμάτωσης το καταδικάζεις σε μαρασμό. Πού να πάει δίχως φτερά;
Μια αγάπη, εκείνη του Θοδωράκη και της Λενιώς, που γκρέμισε πεποιθήσεις κι άγουρες προκαταλήψεις με το ν´αγκαλιάσει τον έρωτα των παιδιών τους και να τον θρέψει και να τον στεριώσει και να ανοίξει δρόμο λεύτερο για να διαβαίνουν οι ερωτευμένοι και να γράφουν τη δική τους ιστορία κατά πως το επιθυμούν οι ίδιοι και όχι με το κατά πως επιβάλλεται και να ορίζουν τη ζωή τους.
Να γράφονται προσωπικές ιστορίες.
Ν´αγκαλιάζονται κορμιά και ψυχές.
Να ζωγραφίζονται εικόνες απείρου γυμνού κάλλους, επειδή η γύμνια της αλήθειας δεν ήτανε ποτέ ντροπή.
Να θωρακίζονται συνειδήσεις.
Να μοιράζονται συναισθήματα και χαρές.
Ν´αποκαλύπτονται αλήθειες.
Να λατρεύονται ιερά.
Να διδάσκονται αξίες.
Να βρίσκονται και να ζούν οι άνθρωποι εκεί που δε χρειάζονται προξενητάδες για να στεριώνουν οι αγάπες κι η ζωή.
Εκεί που οι γονείς γίνονται συμπαραστάτες κι οδηγοί και όχι καταπιεστές και υπηρέτες ανάρμοστων κοινωνικών πεποιθήσεων.
Εκεί που η ευτυχία περισσεύει και η χαρά καραδοκεί για να τη συντηρεί και να τη στεριώνει και ν´απλώνει το χέρι της στα δύσκολα.
Όταν η μοίρα αποφασίζει, το δέχεσαι.
Όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν για τη δική σου μοίρα επαναστατείς και λες:
-Εγώ μόνος μου θα φτιάξω τη μοίρα μου, γιατί θέλω, γιατί μπορώ, γιατί ξέρω πώς.
Ο Θοδωράκης και η Λενιώ ήξεραν μα δε μπόρεσαν να πουν όχι γιατί κάποιοι άλλοι φρόντισαν να γράψουν με το έτσι θέλω τι δική τους μοίρα.
Ευτυχώς που η καλή τους νεράιδα φρόντισε να εξισορροπήσει κάπως τα δεδομένα.
Η μοίρα της Θοδώρας γράφτηκε από τη Γιωργίτσα που χάθηκε κι εκείνη μαζί με την τέχνη της....
Ο Θοδωράκης και η Θοδώρα δεμένοι με μια μοίρα που τους κράτησε ενωμένους για πάντα είχανε πολλές προσωπικές ιστορίες να λένε στα παιδιά και στα εγγόνια τους, σ´εκείνο που ξεχώρισαν όμως ήταν η αγάπη τους και η κατανόησή τους.
Το λυκαυγές της προσωπικής τους κοινής ζωής παραδόθηκε πρόθυμα στην αγκαλιά της λαμπρερής αιματοβαμμένης Ανατολής κι έκαμε τόσα μεσουρανήματα κι ηλιοβασιλέματα όσα η θέλησή τους μέτρησε κι όσα η μοίρα λογάριασε για χάρη τους με τραγουδίσματα μέσα σε εναλλαγές ευτυχίας και πόνου μέχρι να καταχωρηθούν τα ονόματά τους στα κατάστιχα του Παράδεισου!
Σαν παραμύθι ξαπλώθηκε η ζωή τους. Τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους τους θυμούνται όλους με αγάπη και σεβασμό.
Όποιος βρεθεί νύχτα στη Μοφκίτσα και κοιτάξει τον ουρανό της θα του χαμογελάσουν σ´ένα γλυκό καλοσώρισμα δυο ζευγάρια αστέρια κι ένα πέμπτο μικροσκοπικό ολοφώτεινο κι ευτυχισμένο!
ΤΕΛΟΣ


O Πολιτιστικός Σύλλογος Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" από την αρχή έχει εκφράσει την θέση του για τον λόγο ύπαρξης του συγκεκριμένου blog του χωριού μας. Ο λόγος απλός: Θα θέλαμε το mofkitsa.blogspot.gr  να είναι το μέσο επικοινωνίας, ανταλλαγής εικόνων κι ενημέρωσης αναφορικά με το χωριό μας. Για όποιον θέλει να συμμετάσχει ενεργά σε αυτή την προσπάθεια παρακαλώ να μας στέλνει τις απόψεις του, τα κείμενά του: e-mail: taxiarhes2010@gmail.com. Θα χαρούμε ιδιαίτερα εάν από απλοί επισκέπτες γινόσασταν, όσοι θέλετε, ενεργά μέλη. Ο τρόπος αυτός θα δώσει νέες δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ όλων των συμπατριωτών, των μελών και φίλων του Συλλόγου μας. 

Επισκεφτείτε το blog του χωριού μας, οι συμβουλές σας, οι ιδέες σας, οι παραινέσεις σας και οι γνώμες σας είναι απαραίτητες για την βελτίωσή του. ΄



Εγκαινιάζουμε σήμερα  άλλη μια νέα σελίδα στο blog (Απόψεις/Αρθρογραφία) με ένα όμορφο λογοτεχνικό κείμενο της αγαπημένης μας πατριώτισσας Κατερίνας Μπαχάρη -Κουτσουνά.  Η Κατερίνα μας εκπλήσσει πάντα ευχάριστα με τα κείμενά της, τα διηγήματά της, τα ποιήματά της. Μας ταξιδεύει ευχάριστα σε μια άλλη εποχή που  ζήσαμε. Σήμερα ξεκινάμε τη Νέα μας σελίδα με ένα όμορφο διήγημα, με ένα επίκαιρο θέμα: Το Θαύμα των Χριστουγέννων, με μια όμορφη διηγηματική περιγραφή όπως η Κατερίνα ξέρει. Καλή ανάγνωση!




ΤΟ ΘΑΥΜΑ



Η Ζωγούλα περπατούσε σκυφτά στο δρόμο κατά την Ετιά και μέτραγε του δρόμου τις κροκάλες καθώς τις έσπρωχνε με τις μύτες των ποδιών της! Σε μεγάλη περισυλλογή βρισκόταν το κορίτσι..
-Ζωγούλα, παιδάκι μου, μη μπλέξεις κι αφήκεις τα ζωντανά να ψοφήσουνε, ακούς; Εμείς πάμε στου Μπίνακα να τελειώσουμε σήμερα εκείνες τις ευλοημένες ελίτσες, μπας και μαζευτούμε να κάμουμε Χριστού με την αναπαή μας ,της είχε πει η Πηνελόπη η μητέρα της!
Άκουγε και βέβαια άκουγε και είχε μάθει απ´έξω τη συμβουλή και την είχε επακριβώς καταγράψει στου νου της τα κατάστιχα ! Σήμερα όμως το κορίτσι δεν είχε νου...
Με το ζόρι κούνησε καταφατικά το κατάξανθο κεφάλι του με τα σγουρά σκαλωτά του μαλλιά και καθώς το ανασήκωσε και κοίταξε ευθεία πέρα περισυλλογισμένα, φάνηκαν τα μεγάλα καταγάλανα μάτια του που έψαχναν στον ουρανό να βρουν γραμμένα και λυμένα τα ερωτηματικά τους.
Τακτοποίησε αδιαμαρτύρητα όλες τις δουλειές του σπιτιού ,έβαλε ,,το πλύμα ,, στα γουρούνια, τους έριξε και τα φλούδια από τα λίγα φρούτα και τα υπόλοιπα από τα λαχανικά του κήπου, που τα καθάρισε για να τα κάμει γιαχνί , έριξε σπόρους στα κοτερικά και τα έβγαλε στον περιφραγμένο με συρματόσχοινο κήπο για να βοσκούν ολημερίς, πέταξε κι ένα ξεροκόμματο στο Λούρμπα, το σκύλο τους κι αποφάσισε πως ήτανε καιρός να ξεμακρύνει για να βοσκήσουν τα γιδερά της.
Άφηκε τις γιδούλες να προχωρούν μπροστά και καθώς εκείνες απασχολούνταν ψαχουλεύοντας και μασουλώντας κλαδάκια στους θάμνους του δρόμου εκείνη στρώθηκε βαριεστημένα κατάχαμα στο σταυροδρόμι ,που το στρογγύλεμα της απόληξης του κήπου του μπάρμπα Τάση το καθόριζε και όπως η αντηλιά που πλάνεψε την έξοδό της έδειχνε πως σήμερα θα βάσταγε ο Θεός τους κρουνούς του, ακούμπησε στην παγωμένη πλακόπετρα, άνοιξε σαν άντρας τα σκέλια τραβώντας τη φούστα της ζόρικα να σκεπάσει καλά τα κατάλευκα μακριά πόδια της μην επέρναγε για όνομα Θεού κανάς άνθρωπος και ,,τον εφωτογράφιζε,, ,μάζεψε πέντε πετρούλες στρογγυλεμένες από τ´ατέλειωτα περάσματα ανθρώπων και ζώων κι από τη βροχή και το χαλάζι, ,,ξιάρισε,, με τα χέρια της το νοτισμένο τόπο φτιάχνοντας ένα αλωνάκι ίσα με δυο παλάμες διάμετρο, τον πατίκωσε καλά- καλά με τις σόλες των παπουτσιών της και ακούμπησε δεξιά της μαζεμένα τα πεντόβολά της.
Τέντωσε στον αέρα την αριστερή της παλάμη ,σταύρωσε απανωτά τα δυο της δάχτυλα, δείχτη και μέσο, ακούμπησε στο έδαφος παράμεσο και μικρό , στερέωσε αντίκρυστά και τον αντίχειρα σχηματίζοντας μια αξιοθαύμαστη γεφυρούλα .
Με το δεξί της χέρι έπαιρνε ένα -ένα βοτσαλάκι, το πέταγε ψηλά και τ´άφηνε να πέσει μέσα στην ανοιχτή της παλάμη που αυτόματα γύριζε ανάσκελα και το καρτέραγε . Το ακούμπησε δίπλα στο άνοιγμα της γεφυρούλας και με τον παράμεσο του δεξιού και παράλληλη κίνηση όλου του χεριού
από τον καρπό και κάτω και με μία ώθηση προς τα έξω και άλλη μία αμέσως προς τα μέσα έσπρωξε δυνατά χτυπώντας με τον παράμεσο του δεξιού χεριού της το βοτσαλάκι να περάσει το άνοιγμα της γέφυρας. Έκαμε το ίδιο με τα υπόλοιπα ,,πεντόβολα,, πολλές φορές και κάποτε ένιωσε ν´ανθίζει ένα χαμόγελο στα χείλη της. Το έκανε συχνά αυτό κι άλλα παιχνίδια όταν ένιωθε πως βάραινε το χαμόγελό της.
Παράτησε τα πεντόβολα στην τύχη τους ανοικοκύρευτα και διασκορπισμένα , κάτι που ποτέ δεν έκανε με το σπίτι και το χώρο της που τα ήθελε πάντοτε νοικοκυρεμένα και τακτικά.
Σηκώθηκε με χαρούμενη διάθεση αφήνοντας τη βαριεστημάρα γυμνή στη μέση του πουθενά και με αναθεωρημένες τις θολές ,άσχημες σκέψεις του πριν έφτασε στην Ετιά όπου την περίμεναν οι κατσίκες της ,αφού είχαν σβήσει τη δίψα τους στο ,,χλιο,, τρεχούμενο νερό της πηγής.Έτσι γίνεται οι βρύσες το χειμώνα δίνουν ζεστό νερό και το καλοκαίρι δροσερό. Η Ετιά την καρτέρεσε μ´ανοιχτές αγκάλες και της ψιθύρισε με χνώτο ζεστό καθώς έσκυψε το λαφίσιο κεφάλι της κι ακούμπησε το ροδοκόκκινο εφηβικό προσωπάκι της βυθίζοντας τα πυρωμένα παχειά χείλια της στη διάφανη ροή της τόσο όσο χρειαζόταν να ξεδιψάσει τη δίψα της από την πολλή περίσκεψη και το πιλαλητό του νεανικού της όνειρου που απλωνόταν λεύτερα όσο που άγγιζε τον ορίζοντα, που στη ψυχή της τον ήθελε τόσο κοντά της όσο εκείνη χρειαζόταν για να τον αγγίξει.
Κι όσο οι κατσίκες της φρούμαζαν καθαρίζοντας τα ρουθούνια τους η Ζωγούλα με το αναζωογονητικό νεράκι μέσα της , αλαφρωμένη τώρα από τις σκέψεις και χορτασμένη ζωή πήρε δρόμο μαζί με τα ζωντανά της και τράβηξαν για τα ,,Κουβέλια,, ,όπου είχε καλή βοσκή .
Μια λυγιόκλαρα της χάιδεψε το πόδι γαργαλώντας την με τους μαραγκιασμένους της σπόρους προσφέροντάς της τη θεραπευτική της παυσίπονη δράση θέλοντας φιλεύσπλαχνα να μαζέψει τη σκέψη της που ήτανε άναρχα απλωμένη ολοτρόγυρα και δεν έλεγε να καλουπωθεί με τίποτα.
Η Ζωγούλα παραμέρισε προσεχτικά το βάτο που αγκάλιαζε τη λυγαριά ,έχωσε βαθιά το χέρι της και με μαεστρία έκοψε στριφογυρίζοντάς την προκλητικά την παρενοχλητική λυγιόκλαρα , τη μάδησε ασύστολα και τα μισοξεραμένα φύλλα της σκόρπισαν στη γη μαζί με τους σταφιδιασμένους σπόρους της.Ένα ωραίο άρωμα άγγιξε τα ρουθούνια της.
Χωρίς να το πολυσκεφτεί την απογύμνωσε από το φλοιό της
,που τον έκανε πλεξούδα και τον πέρασε βραχιόλι στο χέρι της κι αφού μύρισε το άρωμά της από την μια άκρη της την πιο παχειά ως την άλλη την αδύναμη καταληκτική ,την ανέμιζε στον αέρα , σφυρίζοντας συνάμα με το νου της μελωδίες καταχωνιασμένες καθώς η περίσκεψη είχε εξαφανιστεί και το ατλαζένιο τ´ουρανού που τη σκέπαζε κι ο αγέρας που την άγγιζε της χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελο.
Σαν κατσικάκι χοροπηδούσε κάνοντας κύκλους χορευτικούς στον αμμουδερό κοκκινόδρομο με καβαλιέρο και υψηλό καλεσμένο της τη λυγιόκλαρα ,που η ευλυγισία της την παρέσερνε σε ανέμελα στριφογυρίσματα κάνοντάς τηνε να θεριεύει κρυμμένους πόθους μέσα της και ν´αγγίζει πρίγκιπες με το μαγικό της ραβδάκι.
Πέρασε το αμμουδερό μονοπάτι που η ανηφόρα του έβγαζε στην εκκλησούλα των Εισοδείων της Θεοτόκου, έκαμε το σταυρό της ως συνήθως κι άφησε το βλέμμα της ν´απλώσει γύρω.
Οι γεωμετρημένες επιφάνειες των χωραφιών που καθορίζονταν από διαβαθμισμένες γήινες αγκαλιές, μια αληθινή τεράστια σκακιέρα με πιόνια της τα λιόδεντρα, τους ασφένταμους, τις λυγιές, τις αγραπηδιές, τ´ασφάλαχτα και τις ασφάκες που σχημάτιζαν δασύλια κατά τόπους, υποκλίθηκαν μπροστά στο χρωστήρα των ματιών της καθώς το βλέμμα της απειλούσε λεπτομερή καταγραφή τους κι αποθήκευση στο παχύ στρώμα της άθικτης μνήμης της.
Οι πεζούλες , πλατύσκαλα παραδομένα στην ερήμωση , πέρα από κανά δυο κήπους εκεί κοντά που φιγουράριζαν ζηλιάρικα την πραμάτεια τους με χαραγμένες σε ευθείες παράλληλες δυο ντάνες λάχανα, δυο άλλες κουνουπίδια, ένα τηγάνι παντζάρια, άλλο ένα σέσκουλα κι άλλο ένα σπαρτά πικροράδικα.
Πουρνάρια, σκιντόθαμνοι, αγριελιές, αφάνες για σαρωματιές, βατιώνες , λυγαριές και χορτάρια φυτρωμένα ανάμεσά τους, όπου τα ξέφωτα επέτρεπαν την είσοδο σε ήλιο και φως. Τα κοτσύφια φτερακίζανε ανέμελα και παραξενεμένα, γιατί μόλις χτες ,,χάλαγε ο Θεός τον κόσμο,, και δε μπορούσε να ξεμυτίσει ούτε άνθρωπος ούτε ζωντανό.Τα κατάμαυρα ράσα τους και τα χαρούμενα τσιουρίσματά τους έστελναν δοξολογία στον αιθέρα ευχαριστώντας που το σημερινό φαγάκι τους, τον επιούσιό τους θα τον έτρωγαν εύκολα και οι αναζητήσεις τους θα ήταν σίγουρα χωρίς επιβάρυνση και το σπουδαιότερο χωρίς να υποχρεωθούν σε άτακτη υποχώρηση εξ´αιτίας της κακοκαιρίας. Τσίχλες και κοτσύφια, φάσες και κοκκινολαίμια, αγριοπερίστερα και κοκκινονούρες έσκιζαν χαρούμενα τον αέρα μπροστά στα μάτια της Ζωγούλας που τα ζωγράφιζε με της ψυχής της το χρωστήρα καθώς διαβαίνανε πάνω από το κεφάλι της διαλέγοντας τους σπόρους της επιλογής τους.
Το χωράφι ήταν γεμάτο από ξένες τεράστιες πολλών ετών ελιές και μάλιστα δύο από αυτές τις είχε αγοράσει ο πατέρας της. Χτες μόλις τέλειωσαν το μάζεμά τους. Εκείνα τα χρόνια οι αγοραπωλησίες τέτοιου είδους επιτρέπονταν και ήταν και ένας τρόπος εκτός από αναγκαίο κακό να διατηρούνται συσυσφιγμένες οι σχέσεις των ανθρώπων. Και η αλληλεγγύη ειδικά τέτοιες μέρες που πλησίαζαν Χριστούγεννα ήσαν μέσα στο πρόγραμμα.
Η Ζωγούλα ,αφού ζημιές τριγύρω δεν υπήρχαν, άφησε ελεύθερα τα ,,μαρτίνια,, με τα σκοινιά τους να σέρνονται κι εκείνα σκαρφαλώνανε στους πουρναρόθαμνους, στα ,,σκίντα,, , στις χειμωνιάτικες αγράμπελες και σ´ό,τι άλλο βρίσκανε ωφέλιμο για ´κείνα . Όταν τα κούραζε το σκαρφάλωμα και τέλειωνε η όρεξη για το συγκεκριμμένο φαγητό , κατέβαζαν τα μπροστινά τους πόδια, έπαιρναν μια ανάσα εποπτεύοντας γύρω και έσκυβαν στα χαμηλά ψαχουλεύοντας καμμιά λιχουδιά της αρεσκείας τους από τις πολλές που απολάμβαναν πιο πολύ οι προβατίνες. Μετά χώνονταν πιο βαθιά στο δασάκι και άλλαζαν μενού και ξεσκίζονταν στο ψάξιμο κι αναγάλιαζαν με τα καινούργια τους ευρήματα και ήσαν τρισευτυχισμένα και αυτό το καταλάβαινες όταν όπου και να βρίσκονταν έρχονταν στην ώρα τους γύρω από τη Ζωγούλα ,,τιλωμένα,, κι έτοιμα για αναχώρηση.
Η Ζωγούλα όσο τα ,,μαρτίνια,, της ήσαν αφοσιωμένα στην τροφή τους είχε το περιθώριο να κάμει ό,τι γούσταρε, όμως εκείνη το μόνο που έκανε ήταν να παίζει με κλωνάρια λυγαριάς που ξεφλούδιζε για να ρουφάει το άρωμά τους και να αφήνει το βλέμμα της απλανές σ´ενός όνειρου ταξίδι αδιάψευστης προνοητικότητας και απερίγραπτης ευαισθησίας. Πολλές φορές μία τη βδομάδα τουλάχιστον έπαιρνε μαζί το καλάθι και το μαχαιράκι της και έβγαζε ολόδροσα παχουλά,γουλόζικα λαχανικά πότε για βραστά πότε για τσιγαριστά κι αυτά τα τελευταία τα έκανε μάλιστα και πίτα με φύλλο που την είχε μάθει η Πηνελόπη η μάνα της ν´ανοίγει μοναχή της. Ζωχοί, ραδίκια, στριφούλια, λάπαθα, χοιροβότανα, παπαδίτσες, χελιδόνια ,σκολιάμπρια, καυκαλήθρες, πρασσουλήθρες και πικραλήθρες παρέλαυναν με αυστηρού τελετάρχη πρόσταγμα στην κανίστρα της. Τα πέρναγε και από το καθαρτήριον ύδωρ της Ετιάς και πεντακάθαρα τα πήγαινε στο σπίτι και η κουζίνα όπως και τα στομάχια τους έχαιραν χαράς μεγάλης.
Συχνά-πυκνά μέτραγε τους περαστικούς και τους καβαλάρηδες στον από πάνω δρόμο που οδηγούσε από το χωριό στον κάμπο και τα γύρω χωράφια.. Έπιανε την καρδιά της να φτερακίζει μερικές φορές σαν ,,τσάκωνε,, το μάτι της κανένα όμορφο και ζωηρούλη καβαλάρη ή κανά σχηματισμένο σε άντρα αγόρι, αλλά δεν ήξερε γιατί νιώθει έτσι. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος της βαρυθυμίας της σαν δεν είχε τον τρόπο να ρωτήσει για να μάθει πράματα.
Εκείνο που είχε άλυτη απορία ήταν όταν έβλεπε τα ζωντανά της να συνουσιάζονται αδιάντροπα μπροστά της και όταν τα μάτια της ρωτούσαν κανείς δεν της απαντούσε αληθινά.
Η Ζωγούλα ήταν μια κοπελούδα πανέξυπνη και αθώα με ξέπλεκα μακριά μαλλιά και καταγάλανα μάτια τεράστια σαν ήλιους.
Στο πέρασμά της ασκούσε γοητεία και με το λαφίσιο περπάτημά της και την κυπαρισσένια της κορμοστασιά νόμιζες, σαν την κοίταζες ,πως όχι στο βοσκοτόπι ,αλλά στην πασαρέλα θα πήγαινε με τόση χάρη. Μα αν την καλημέριζες τα γραμμένα της χείλια θα έμεναν ακίνητα και βουβά και καλημέρα από ´κείνα δε θά ´παιρνες, παρά μονάχα θα στην έλεγε με τα όμορφα μάτια της ή κουνώντας εμπρός το πανώριο κεφάλι της. Ήταν μουγκή από γεννησιμιού της ! Δε θυμούνται πια , τρόπος του λέγειν, ούτε αν έβγαλε στη γέννησή της εκείνη την κραυγή της ζωή ! Για να ζει όμως θα την έβγαλε ! Με τον καημό της ζει η μάνα της κι όλοι στην οικογένεια . Αυτό το θεΐκό πλάσμα μουγγό; Μουγγό αλλά αξιόλογο, τετραπέρατο κι αστραφτοκαλιστό. Όλοι στο χωριό το είχανε κρυφό καμάρι για την ομορφιά της και καημό για τη βουβαμάρα της μα το είχανε συνηθίσει τόσα χρόνια και μόνο όσοι τη γνώριζαν για πρώτη φορά ,,πιάνανε το Θεό με τα χέρια τους ,, για την αδικιά. Και πόσα τάματα δεν έκαμε η μάνα της στο Θεό και τους Αγίους , πόσα παρακάλια στην Παρθένα, πόσα πήγαιν´έλα στις εκκλησιές και στα μοναστήρια..... Η λυγερή περιφρονεί τα τάματα και με την αγνότητα της ψυχής της διόλου δε δείχνει ν´ανησυχεί για όσα η μάνα της πονάει.
Στη Ζωγούλα τίποτα δε λείπει, όλα τα καταλαβαίνει κι έχει συνηθίσει τη μουγκαμάρα, αυτή νομίζει πως έτσι πρέπει νά ´ναι κι αφού δεν έχει μιλήσει ποτέ της, άρα δεν ξέρει πώς είναι να μιλάς, δεν την νοιάζει κιόλας. Δεν έχει κάνει συμβιβασμό ,απλά νομίζει πώς αυτή είναι διαφορετική από τους άλλους και οι άλλοι διαφορετικοί από ´κείνη. Δεν της λείπει το μίλημα.Κι αφού μιλάει με ούλα τ´άλλα στο σώμα της το πρόβλημα το έχουν οι άλλοι κι όχι εκείνη. Στις συντροφιές τη σέβονται και οι φίλοι της έχουν συνηθίσει τη γλώσσα του σώματός της και συνεννοούνται μια χαρά.
Τίποτα δεν προδίδει πως έρχονται Χριστούγεννα στη Μοφκίτσα . Οι άνθρωποι συνεχίζουν τις δουλειές τους σα να μη συμβαίνει τίποτα. Άλλοι στις στάνες τους βολοδέρνοντας στα λασπόνερα και στο κρύο ξεπροβοδίζοντας τα ζωντανά τους στη βροχή κι έχοντας την έγνοια τους να τα ξαναμαζέψουν νωρίς στα γαλάρια κι άλλοι σε άλλες δουλειές τους, όπως ο πατέρας της Ζωγούλας στις ελιές τους.
Αλίμονο σε ´κείνον που παραώρισε ,θα χαθεί ,,σούπητος,,. Τό ´χε πάθει μια φορά ένας ανορμήνευτος πρωτάρης βοσκός και το ταχύ τον βρήκανε ξεπαγιασμένο από το κρύο μαζί με τα πρόβατά του.
Ο αέρας λυσσομανά, η βροχή βομβαρδίζει με καταράχτες τα κεφάλια των απρονόητων ή εκείνων που τους πέτυχε στην επιστροφή από τα χωράφια. Οι λύκοι γρυλίζουν πεινασμένοι από μακριά και τα σκυλιά σ´επιφυλακή αλυχτούν καυχησιάρικ προδίδοντας την προστατευτική παρουσία τους στο κοπάδι ή αντίστοιχα στο σπίτι και δηλώνοντας καταφατικά ολοκληρωτική αφοσίωση στο επιβεβλημένο έργο τους .
Τα σπίτια στην καθημερινή τους νωχελική καρτερικότητα με την αξίωση να τα φροντίσουν οι νοικοκυρές . Πού έγνοια για σπίτι όταν οι έξω δουλειές σε τραβούν από τα μαλλιά και η κούραση είναι τόσο μεγάλη που και το κρεβάτι τους ακόμα βαριά δέχεται τα κουρασμένα κορμιά τους ! Ευτυχώς στο σπίτι του Σπήλιου και της Πηνελόπης υπάρχει πίσω μια χρυσή νοικοκυρά, η Ζωγούλα. Κάθε μέρα είναι αστραφτερό και νοικοκυρεμένο.
Αδιατάραχτη η ρυθμική φυσική ηρεμία της καθημερινότητας κι ας δέρνεται ο νους των ανθρώπων στη βιάση να προκάμουν τις δουλειές πνιγμένοι συχνά στη ματαιότητα των παραπανίσιων της επιβίωσης σχεδιασμών .
Ας γυρίσουμε πίσω στη Ζωγούλα. Η λαφίνα μας χοροπήδησε μαζί με τα κατσικαδερά της που είχαν κάνει ,,τήλα,, τις κοιλιές τους και μαζεύτηκαν γύρω της. Κι εκεί που ήταν έτοιμη να δώσει το σύνθημα της επιστροφής μια κακή διαπίστωση της ,,έκοψε τη χολή,, . Η ομορφότερη μαρτίνα της η Ασπρούλα σερνόταν βαριεστημένα κι αγκομαχώντας πάσκιζε ν´ακολουθήσει τις υπόλοιπες.
Βάρυναν το χαμόγελό της και η ανεμελιά της ξαφνικά της Ζωγούλας και την έσπρωξαν στα δύσκολα μονοπάτια της ανησυχίας και του φόβου. Χωρίς χασομέρι την πήρε στην αγκαλιά της, τη χάιδεψε, την ανασκέλωσε κι άρχισε να την ψαχουλεύει μήπως είχε μπει κανένα αγκάθι στα πλευρά της ή στην κοιλιά της ή μήπως κανά χαλικάκι είχε σφηνώσει ανάμεσα στις ονυχοπλές της. Τίποτα όμως απ´αυτά. Μέχρι που σκέφτηκε μήπως την δάγκωσε κάποιο φίδι μα αυτομάτως απέρριψε την εκδοχή γιατί τέτοια καιρό τα φίδια έχουν πέσει σε χειμερία νάρκη. Πρόσεξε όμως πως η κοιλιά της δεν ήταν τιλωμένη όπως των άλλων κατσικιών, αλλά μισογεμάτη και το ζωντανό πολύ κακόκεφο και γρήγορα σωριάστηκε μπροστά της ανίκανη ν´ακολουθήσει. Αυτό την προβλημάτισε .
Ήθελε να φωνάξει , ήταν η μοναδική ,η πρώτη φορά που ήθελε να φωνάξει και δε μπορούσε !
Ήθελε να γυρέψει βοήθεια. Η Ασπρούλα της κινδύνευε . Μα τα χείλια της ήτανε σφραγισμένα τόσο πολύ ,πιότερο από πριν, γιατί τώρα πάνω στο βάσανο που είχε της αφωνίας, ήρθε και θρονιάστηκε και το σφίξιμο από την έγνοια και την αγωνία. Η Ασπρούλα άρχισε να βαριανασαίνει.
Η Ζωγούλα την πήρε βιαστικά στην αγκαλιά της ! Ούτε βλέμμα δεν έριξε πίσω της να δει τι κάνουν τ´άλλα ζωντανά, ούτε καν παράγγελμα να γυρίσουν μόνα τους δεν τους έδωσε, το άφηκε αδιάφορα στη μοίρα τους. Προτεραιότητα τώρα είχε η Ασπρούλα .Δεν ήθελε με τίποτα να της συμβεί κακό. Με την αγωνία κορυφωμένη και με τα πόδια της κομμένα φτάνει στην Ετιά βουτάει τη μουτσούνα της να πιεί λίγο νερό μα δύναμη δεν είχε να το κάμει ούτε αυτό . Ρούφηξε δυο γουλιές η ίδια που το στόμα της είχε στεγνώσει από την αγωνία και τα χείλη της είχαν ξεραθεί και ανηφόρισε .
Η ζυγαριά της αγκάλης της τρεμόπαιζε στους άτακτους ρυθμούς της καρδούλας της Ασπρούλας και το ζωντανό ριγούσε κι έβγαζε αφρούς από το στόμα. Τώρα μελάνισε κιόλας και στην ανημπόρια της να βελάξει υγράνθηκαν τα πονεμένα ματάκια της και δυο δάκρυα έσταξαν πάνω στα χέρια της Ζωγούλας. Η Ζωγούλα τα χάνει, λιώνει από πόνο, το είναι της συνταράζεται , τα λογικά της δεν είναι πια στη θέση τους. Έχει διαλυθεί . Κλαίει μαζί με την Ασπρούλα καθώς τρέχει σχεδόν αγκομαχώντας να φτάσει στο χωριό.
Τάχυνε αποφασιστικά το βήμα της κόντρα στις επιταγές του ψυχισμού της που την ήθελε καθηλωμένη. Αγκομαχούσε ανηφορίζοντας. Το σώμα της ανυπάκουο στις προσταγές της ανάγκης , εκεί στα μισά του δρόμου την υποχρέωσε ν´ακουμπήσει στο κοτρώνι που ήταν μπροστά της και που μαζί με άλλα έκαναν την κορνίζα της περιμάντρωσης στις Τρεις Ελιές , σήμα κατατεθέν και σημείο αναφοράς.
Ο υπερβολικά γρήγορος χτύπος της καρδούλας της Ασπρούλας την κιότεψε περισσότερο και κείνη για να μαζέψει δρόμο δε μπορούσε. Και πώς να το έκανε αυτό αφού μονοπάτια συντομίας δεν υπήρχαν κατά ´κεί; Αρκέστηκε ν´ανασάνει βαθιά και ν´αφήσει τον κρύο αέρα να την αναζωογονήσει . Ένιωθε έτοιμη να λιποθυμήσει και παρά τρίχα θρονιάστηκε παραλυμένη κατά γης μαζί με την Ασπρούλα που την κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της όπως η μάνα το παιδί . Ένιωθε τα πόδια της καρφωμένα στο χώμα . Τα ένιωθε να σπρώχνουν το χώμα και σαν καρφιά να τραβάνε βαθιά ίσαμε τα έγκατα της γης κι ένιωσε ξαφνικά τα γόνατά της να λυγίζουν και να ξεκόβουν ανύποπτα από τη συγκροτημένη σκέψη. Ο φόβος της έκοβε το βήμα και η ανάγκη την έσπρωχνε να το ταχύνει. Ανάλαβε δράση η ψυχή και η ανάγκη και το ίδιο εύκολα ξαφνικά ξεκόλλησαν τα πόδια της ,αλάφρωσε το κορμί της και με τα φτερά που της φόρεσε η σκέψη της ούτε κατάλαβε πότε βρέθηκε στα σκαλοπάτια του γέρο- Σπύρου του γείτονα, τσοπάνη και γιατρού των ζωντανών. Για καλή της τύχη σήμερα ο γέρο-Σπύρος δεν επήγε στη στάνη του στα βουνά. Καρτέραγε το γιο του από την ,,Αστραλία,, κι έστειλε τον παραγιό του να φυλάξει τα γίδια στο βουνό.
Με την Ασπρούλα ν´ασκοφέρνει στην αγκαλιά της η Ζωγούλα , κοπάνησε δυνατά το ,,ζεμπερέκι,, της πόρτας και φάνηκε η Σπύραινα με την ποδιά της ανασκουμπωμένη να σφουγίζει τα χείλια της ,γιατί κάτι λιχούδικο προφανώς είχε δοκιμάσει ,αφού δεν ήτανε ακόμα ώρα φαγητού.
Η Ζωγούλα της δείχνει το ζωντανό και πασκίζει μ´όποια κί ήση του κεφαλιού, του χεριού , του σώματός διαθέτει να την κάμει να καταλάβει πως χρειάζεται το γέρο-Σπύρο. Αυτός σίγουρα ήξερε τι έπρεπε να κάνει.
Η Σπύραινα που ήτανε και λιγουλάκι κουφή και που δεν είχε ιδιαίτερη ευαισθησία με τα ζωντανά , παρ´ότι έμοιαζε να κατάλαβε τι της γύρευε η Ζωγούλα , έπαιζε με τον πόνο του κοριτσιού και του ζωντανού κάνοντας περιττές ερωτήσεις .
Η Ζωγούλα δυσανασχετούσε και ´κεί που ήταν έτοιμη να πισωγυρίσει και να πάει να γυρέψει αλλού βοήθεια...
-Στο μαγαζί είναι , της λέει, τράβα να τον εύρεις !
Δεν πρόλαβε να κατεβεί τη σκάλα το θηλυκό και νά´ σου μπροστά της ολόκληρος ο γέρο Σπύρος με τη μειλίχια μορφή του και τη μπαστούνα του που δεν την αποχωριζόταν ποτέ ,που στο αντίκρυσμα της εικόνας που είχε μπροστά του σούφρωσε τα ολιγότριχα φρύδια του, μα δε χρειάστηκε να ρωτήσει ,γιατί με το που είδε κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε.
Άφηκε τη Ζωγούλα να πολεμάει να του ´ξηγήσει τι ήθελε και ´κείνος άφηκε παράμερα τη μαγκούρα, ξάπλωσε την Ασπρούλα κατάχαμα λευτερώνοντας την αγκαλιά της Ζωγούλας κι άρχισε να την ψάχνει όπως κάνουν οι κανονικοί γιατροί άμα τους πηγαίνεις άρρωστο. Τώρα η Ασπρούλα είχε επιδεινωθεί. Είχε παραλύσει εντελώς και το πανώριο κεφαλάκι της κείμενο κατάχαμα πόναγε πολύ τη Ζωγούλα.
Ο γέρο Σπύρος ,παλιά καραβάνα σε τέτοια , αφού όλη του τη ζωή την είχε στα ζωντανά αφιερωμένη, πήγε κατ ´ ευθείαν στο κατώι και ξεκρέμασε από τη ρέχτη ένα βοτάνι. Φώναξε τη Σπύραινα να βάλει απάνω στη φωτιά το μπρίκι με νερό να βράσει για να μη χάνουν χρόνο και ´κείνος κοπάνησε βιαστικά το βοτάνι και ανέβηκε χοροπηδητά τη σκάλα , σαν παλληκαράκι είκοσι χρονών κι έφτιαξε μοναχός του το γιατρικό. Το μετάγγισε πολλές φορές σε διαφορετικά καθαρά τσουκάλια για να κρυώσει γρήγορα, και το ´δωκε βιαστικά και με προσοχή στο ετοιμοθάνατο κατσίκι. Άνοιξε με τα δάχτυλά του τα σαγόνια του, γιατί το ίδιο από μόνο του δε γινόταν να το καταφέρει κι έστειλε το γιατρικό κατ´ευθείαν στο στομάχι του. Ύστερα πήρε ένα σάϊσμα , το έστρωσε χάμω, ακούμπησε απάνω στο μισό την Ασπρούλα και με το άλλο μισό τη σκέπασε για να κρατήσει το σώμα της ζεστό .
Τότε γύρισε, κοίταξε τη Ζωγούλα που παιδευότανε να μιλήσει κι ,,έκοβε τον άλυσο,,........
-Άκου, τσιούπραμ´ ,κάτι έφαγε και δηλητηριάστηκε ! Άργησε να πάρει το γιατρικό ! Κάμε το σταυρό σου ! Θα καρτερεσουμε και θα ιδούμε!
Κι ανέβηκε στο σπίτι του .
-Τράβα και συ στο σπίτι ,παιδάκι μου, πέστο και στους δικούς σου, της είπε καθώς ανέβαινε τη σκάλα.
- Όχι, ήθελε να του ειπεί, να του το φωνάξει, όχι εγώ θα μείνω κοντά στην Ασπρούλα , μα στην απέλπιδα προσπάθειά της να το ειπεί δεν τα κατάφερε και κούνησε απλά το κεφάλι της προς τα πίσω και σήκωσε τα χέρια της κάνοντας σινιάλο στη δική της γλώσσα , πράγμα όμως που δεν είδε ο γέρο Σπύρος γιατί ήδη είχε μπει στο σπίτι του.
-Κρίμα, είπε στη Σπύραινα, δε βλέπω να σώνεται το ζωντανό !
Πρέπει νά ´φαγε χοιροκούκι!
Ο Σπύρος έφαγε και ξάπλωσε, η Σπύραινα το ίδιο και το κορίτσι παράστεκε την ετοιμοθάνατη Ασπρούλα , ασπρισμένη εκείνη περισσότερο από το φόβο της.
Ανασήκωνε που και που το σάϊσμα για να βλέπει τι γίνεται από κάτω και καθώς έβλεπε τα ματάκια της Ασπρούλας της να θολώνουν και τα ποδαράκια της αδύναμα απλωμένα πάνω στο σάϊσμα και το κεφαλάκι της ξαπλωμένο χωρίς πνοή ζωής, καθόταν δίπλα της, τη χάιδευε για να νιώθει ότι δεν είναι μοναχή της και ότι αυτή στέκει δίπλα της και παρακαλάει με την ψυχή της να σηκωθεί. Έχει καιρό να τη μαλώσει άμα γίνει καλά που δεν πρόσεξε τον εαυτό της κι έφαγε από ´κείνα τα φυτά που δεν έπρεπε.
-Γιατί τώρα να τραβάω εγώ τούτο το ζόρι , σκέφτηκε με παράπονο η Ζωγούλα. Όχι, δεν την πείραξε που βασανιζόταν κι αυτή , απλά κουράστηκε με τόσες ώρες αγωνίας κι από απελπισία είπε ,ό,τι είπε !
Όχι , Θεούλη μου, όχι σκέφτηκε το κορίτσι, εγώ είμαι μια χαρά, αρκεί ν´αναστηθεί η Ασπρούλα μου !
Και καθώς το κορίτσι καθόταν σκεπτόμενο με το βλέμμα στο κενό μετά τέσσερις ώρες αναμονής είδε κάτι ν´αναδεύεται μέσα στο σάϊσμα. Έτρεξε ,χωρίς να το διαπιστώσει κιόλας ,κοπάνησε δυνατά την πόρτα με τα δυο της χέρια κι όταν της άνοιξε η Σπύραινα την παραμέρισε σχεδόν βίαια ξέροντας ότι θα τη χασομερίσει με τις ερωτήσεις της και όρμησε μέσα ψάχνοντας απελπισμένα τα δωμάτια να βρει το Σπύρο.
-Θεέ και Κύριε, είπε η Σπύραινα κι έκαμε το σταυρό της !
Ο Σπύρος ότι είχε σηκωθεί από το μεσημεριανό του υπνάκο και ντυνόταν. Μισόγυμνο τον πήρε τραβώντας τον, σούρνοντάς τον καλύτερα από το χέρι και τον οδήγησε στην Ασπρούλα .Εκείνος ανασήκωσε το σάϊσμα και είδε ότι η κατσίκα άρχισε πράγματι να ζωντανεύει. Τη χάιδεψε σα να ήταν μικρό παιδί τρυφερά , είπε δόξα σοι ο Θεός κι έτρεξε να φέρει το γιατρικό. Έδωκε στην κατσίκα μια ακόμα γερή δόση , τη συμβούλεψε να κάτσει φρόνιμα και τη σκέπασε με το ρούχο. Το ζωντανό αδιαμαρτύρητα παρέμεινε κουκουλωμένο καρτερώντας τη γιατρειά του.
Η Ζωγούλα μούγκριζε ασταμάτητα και σκούπιζε με την ανάστροφη του χεριού της τα μάτια της που δε σταμάτησαν λεπτό από την ώρα εκείνη.
-,,Σάματι,, εβόηθηκε ο Θεός ,της είπε !
Παρακάλα κι άλλο ,κορίτσι μου !
Και πήγε να πιεί τον καφέ του.
Η Ζωγούλα δεν είχε βάλει ούτε νερό στο στόμα της που το ένιιωθε ξερό από τη δίψα και πικρό από τη στεναχώρια.
Η Σπύραινα που επί τέλους ένιωσε τη σοβαρότητα της κατάστασης, την ανάγκασε να πιεί με το στανιό μερικές γουλιές για να μην πάθει τίποτα κι εκείνη , για όνομα του Θεού, έτσι είπε. Έφερε δυο σκαμνάκια κι ένα για τη Ζωγούλα που ως εκείνη την ώρα καθόταν πότε όρθια, πότε σε μια χαμηλή μαντρούλα που χώριζε την αυλή από τον κήπο.
Κάθισαν και οι τρεις δίπλα στην Ασπρούλα αγωνιώντας για την εξέλιξη.
Πιάσανε κουβέντα το ζευγάρι με τη Ζωγούλα για να της πάρουνε τη σκέψη και τη ρωτάγανε διάφορα ,χωρίς φυσικά να περιμένουνε να πάρουνε απάντηση κουβεντιαστή. Εκείνη όμως προτιμούσε να μιλάνε για την Ασπρούλα ,έτσι τουλάχιστον καταλάβαιναν οι δυο ηλικιωμένοι και δεν κατάλαβαν λάθος. Μόλις γύρισαν την κουβέντα στην Ασπρούλα άστραψε η ματιά της και το μουγκρητό της γινόταν ολοένα πιο μακρόσυρτο κι ήτανε φανερό πως ήθελε πολύ ,το ένιωθε έντονα αυτό,πως ήθελε να μιλήσει μόνο και μόνο για να πει πράματα για την Ασπρούλα της.
Απογιομάτιασε. Ο Σπύρος σέλωσε τ´άλογό του , η Σπύραινα σαμάρωσε το γάιδαρο , έστρωσε τις καλές της αντρομήδες στα σαμάρια και ξεπροβόδισε με το καλό τον άντρα της .Ήταν ιερή η στιγμή για την Ασημούλα, αυτό ήτανε τ´όνομα της Σπύραινας. Σε λίγο θα ήταν κοντά τους ο γιος τους. Δέκα χρόνους έχουνε να τον ιδούν και μοιάζει σα να έφυγε χτες. Τόσο γρήγορα περνάει ο καιρός.
Το λεωφορείο από Αθήνα θα έκανε στάση στο Στροβίτσι στις 4 το απόγιομα και ήτανε τρεις και κάτι είπε ο Σπύρος σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς και θα κουβαλούσε πολύτιμο θησαυρό το γιο τους. Η ώρα δεν περνούσε για την Ασημούλα. Ο Σπύρος έδεσε το σκοινί του καπιστριού του γάιδαρου στο πίσω κολιτσάκι, καβαλίκεψε το Ντορή του και ξεκίνησε για την παραλαβή του πιο πολύτιμου φορτίου .
Τα αναδέματα μέσα από το σάϊσμα όσο πήγαιναν κι αυγάταιναν και τ´ανασηκώματα του ρούχου από τη Ζωγούλα γίνουνταν συχνότερα και θαρρετότερα. Είδε τα ματάκια της να ξεθολώνουν , το σώμα της να γίνεται σφιχτό , μα ο φόβος την έκανε να είναι ακόμα προσεκτική.
Ο γέρο -Σπύρος με την αγκαλιά και την ψυχή γιομάτες δεν άργησε να ξεμυτίσει κουβαλώντας το λατρεμένο του γιο.
Ο Θανάσης , έτσι λέγανε το νεοφερμένο, ήπιος άνθρωπος σαν τον πατέρα του, φιλότιμος και σπλαχνικός ,με τις πρώτες άσπρες τρίχες να γκριζάρουν το όμορφο κεφάλι του, κατέβηκε μ´ένα πήδο όπως κάποτε στα νιάτα του, προτού φύγει από την Ελλάδα για Αυστραλία και στο αντίκρυσμα της Ζωγούλας
-Γεια σου, της είπε. Ποια είσαι συ; Τίνος είσαι;
Μα σα δεν πήρε απόκριση, κοίταξε τον πατέρα του κι εκείνος του εξήγησε. Η Ζωγούλα βέβαια μίλησε με τη δική της γλώσσα ,γιατί άλλαλη ήτανε κι όχι χαζή ,μα σαν ο Θανάσης δε μπορούσε να καταλάβει ακριβώς παραιτήθηκε κι αυτή και αρκέστηκαν όλοι στις εξηγήσεις του Σπύρου. Δεν πρόλαβε να δευτερώσει η κουβέντα και η Σπύραινα που άκουσε χαβαλέ βγήκε κι όρμησε στην αγκαλιά του.
-Γιόκα μου, του είπε, παληκάρι μου, ψυχή μου, σταυραϊτέ μου! Καλώς όρισες ! Και δε σταματούσε τα χάδια και τα φιλιά και τα ρωτήματα.
-Άιντε, ανεβείτε απάνου, είπε ο Σπύρος . Θα κουβαλήσω εγώ τα πράματα !
Η φαμϊλια τρισευτυχισμένη είχε επιδοθεί στην αλληλοαπόλαυση, στις ιστορίες που τους έλεγε ο Θανάσης και στις φωτογραφίες που τους έδειχνε .
- Κοίτα η Ασημούλα μου, μούκι -μούκι, μάκια -μούκια και δος του φιλιά στις φωτογραφίες της εγγονής της.
Θα είμαι τη εγώ σα θα ξανάρθεις ,γιόκα μου; Γιατί δεν έφερνες και τη φαμίλια σου να σας ιδούμε ούλους μαζεμένους;
Κι αφού ο Θανάσης της εξήγησε ότι αυτό δεν ήτανε και τόσο εύκολο κι ότι με καλό θα έρχονταν σε δυο-τρία χρόνια ίσως και για μόνιμα καταλάγιασε η Ασημούλα.
Ο Θανάσης ταλαιπωρημένος από το ταξίδι γύρεψε να ξεκουραστεί κομμάτι και μετά σλαφρωμένος να χορτάσει τους γέρους του ,να τόνε χορτάσουνε και του λόγου τους.
Η μέρα τράβαγε στο τέλος της και το κορίτσι κατακουρασμένο από την αγωνία και το σταλίκι δεν είχε σκοπό να ξεκουραστεί ούτε να ξεκουνήσει από τη θέση της.
Η Σπύραινα της έφερε ένα φίλεμα από ´κείνα τα ξενικά τα ιδιότροπα που είχε φέρει ο γιος της και της είπε πως έπρεπε να φύγει πια, νύχτωσε,σε λίγο θα γύριζαν και οι δικοί της από το χωράφι.
Η Ζωγούλα ανασήκωσε το σάϊσμα πήρε τη μισοκοιμισμένη Ασπρούλα στην αγκαλιά της ,είπε με νεύμα ευχαριστώ και πισωπλάτισε να φύγει.
Ένα σπαρτάρισμα ένιωσε στην αγκαλιά της και η Ασπρούλα της ξυπνημένη για τα καλά και γερή , βέλαξε χαρούμενα ευχαριστώντας έτσι τους νοικοκυραίους για τη φιλοξενία , τη γιατρειά και τη συντροφιά τους . Σήκωσε το κεφαλάκι της ψάχνοντας το χνώτο της Ζωγούλας, εκείνη τη φίλησε στα χειλάκια της και η κατσίκα γλύστρισε από τη χαρούμενη αγκαλιά της κι έτρεξε προς το σπίτι τους.....
Και η Ζωγούλα τρέχοντας ξωπίσω της....
- Περίμενεεεε , της φώναξε πεντακάθαρα σα να μην είχε ποτέ της βουβαμάρα.....
Το σοκ που υπέστη η ψυχούλα και το σώμα της και η μεγάλη αγάπη για την Ασπρούλα της έφεραν τη φωνή της που ήταν γλυκειά σαν την ίδια...
Στο σπίτι το βράδυ τα χάσανε οι δικοί της σα γυρνώντας από το χωράφι τους καλωσόρισε μια γλυκειά τρυφερή κοριτσίστικη φωνή ,που τους διηγήθηκε με το νι και με το σίγμα τα καθέκαστα .
Εκεί που η αγάπη κάνει θαύματα ,εκεί όπου ο πόνος χρησιμεύει για καλό χαλάλι κι η ταλαιπώρια, χαλάλι ούλα είπε η μάνα της η Πηνελόπη και άνοιξε την αγκαλιά της που ήτανε μικρή για το μεγάλο θαύμα κι όρμησε μέσα της η Ζωγούλα κι από δίπλα ο πατέρας της ο Σπήλιος και τρία ζευγάρια χέρια αγκαλιάστηκαν σ´ένα αγκάλιασμα μοναδικό.
Αγκάλιασμα ευτυχίας ,χαράς και αγαλλίασης !
Η απλοϊκή Πηνελόπη το απέδωσε στο Θεό και στις μέρες που έρχονται κι ο κυρ-Σπήλιος το ίδιο . Η ίδια η Ζωγούλα ήξερε πως η Ασπρούλα της χάρισε τη φωνή της και δεν ήθελε αυτό να το αμφισβητεί κανείς. Μα αν το λένε και Θεό κι αν το λένε θαύμα τι διαφορά έχει, σκέφτηκε η Ζωγούλα .Μήπως στ´αλήθεια Εκείνον ολημερίς δεν παρακάλαγε να της χαρίσει την Ασπρούλα της; Της χάρισε και τη φωνή της;
-Δοξασμένη η χάρη σου ,είπε κάνοντας το σταυρό της !
Κάθε πρωί, κάθε βράδυ, κάθε μέρα η Ζωγούλα είχε να ιστορεί θαύματα κρυμμένα μέσα της 16 ολόκληρα χρόνια και τώρα που ήθελε να τα πει όλα , έρχονταν μπουλούκι και της μπούκωναν το στόμα κι από τη βιάση να τα πει η μιλιά της κοβόταν......
-Λίγα-λίγα και σιγά-σιγά ομορφούλα μου, της είπε η μάνα της. Εδώ είμαστε !
Τώρα που μιλάει κατάλαβε την αξία της ομιλίας και πόσο ήθελε να είναι στο Γυμνάσιο για να μάθει γράμματα . Γιατί στο Δημοτικό ο κυρ -Νίκος ο δάσκαλος την είχε από κοντά
και παρ´ότι στον καιρό της δεν υπήρχε μέθοδος εκμάθησης για άλαλους, η Ζωγούλα έπαιρνε ό,τι άκουγε γιατί δεν ήταν κωφάλαλη, άλαλη ήταν. Και ήταν πανέξυπνη .
Εκείνα τα Χριστούγεννα η Ζωγούλα και η οικογένειά της τα βίωσαν μ´ένα τρόπο αλλιώτικο ! Είχανε δυο χείλια κι ένα στόμα παραπάνω να λαλεί και να ψέλνει με τους αγγέλους ύμνους στο γεννημένο Χριστό και μια ζωή φορτωμένη αγάπη, τη ζωή της Ζωγούλας που μοιράστηκε αφειδόλευτα χαρίζοντας φως στα σκοτάδια και χαράζοντας πορείες αντάξιες του θαύματος που βίωσε !
Τα φετεινά Χριστούγεννα τα μοιράστηκε με τους ανθρώπους που βοήθησαν στη συντέλεση αυτού του θαύματος , το γέρο Σπύρο, την κυρά Σπύραινα, ποτέ δεν επέτρεψε να την αποκαλέσουν γριά, και το Θανάση το γιο τους.
Τα λαμπιόνια του καταστόλιστου δέντρου που στόλισε η ίδια ολομόναχη γαργάλισαν τα κρυμμένα της συναισθήματα, τα φωτάκια φώτισαν τα όνειρά της κι ένα ροζ που διαγράφτηκε στα μάγουλά της και τα πήραν οι άγγελοι που ήτανε διάσπαρτοι στη διακόσμηση του σπιτιού και τά ´στειλαν ικεσία στον ουρανό και οι καλές της νεράϊδες τα πήραν και τα εναπόθεσαν δώρο ψυχής, δώρο ζωής με ημερομηνίες εκτέλεσης δρομολογημένες που μόνο η διαίσθηση ενός πρώην άλαλου μπορεί να ερμηνεύσει !
Οι χιονένιοι βουτυροκουραμπιέδες , σήμα κατατεθέν των ημερών , που έφτιαξε η Πηνελόπη με πολύ μεράκι, έκαμαν τη σκόνη τους φίλτρο μαγικό και χάρισαν την όμορφη θωρειά τους και τη γλύκα του θυσία στης Ζωγούλας τις πεθυμιές που αναμφίβολα εκτός από τέρψη του λάρυγγά της υπήρχαν κι άλλες ανεκπλήρωτες. Κι ένα γλυκό σαν τον κουραμπιέ με τα χιλιάδες συμπιεσμένα αλευρομόρια ,πρόθυμα να διασκορπιστούν στα πέρατα της οικουμένης σα μικροτσίπ για να συλλέξουν πληροφορίες ,δε μπορεί να στέκει αδιάφορο κι άπραγο στων νοικοκυραίων τις θελήσεις !
Η Πηνελόπη για το καλό που η κόρη της μίλησε κι ακούστηκε στο σύμπαν η γλυκειά φωνή της έφτιαξε και δίπλες μελωμένες με την ευχή τώρα που η κόρη της είναι πλήρης να βρεθεί με τον καιρό κι ένα καλό παιδί να σμίξουνε τις ζωές τους. Κρυφή ευχή της ήτανε τούτη, γιατί ακόμα το κορίτσι ήταν μικρό για παντρειά , μα σε τι έβλαπτε το καλομελέτημα; Ας γινόταν στον καιρό του!
Όλα χαμογελούσαν εκείνο το βράδυ: το λαμπερό σπίτι, το καταστόλιστο δέντρο, η γαλοπούλα, τα φαγητά ,τα γλυκά, όλα ! Μα πιο πολύ απ´όλα γελούσαν οι ψυχές ολονών , σε βαθμό που οι ουράνιες μελωδίες μπέρδεψαν τους ήχους τους και προσχώρησαν στις μελωδίες των ψυχών τους, τις πήραν και τις έκαμαν τραγούδι , ευχές και στις ουράνιες κλίμακες ανεβοκατέβαιναν κάθε βράδυ στο προσκεφάλι της Ζωγούλας άγγελοι με φωτοστέφανα και τρομπέτες που εμφυσούσαν την πνοή τους για να έχει παντοτινή ευτυχία και χαρά η ζωή της.
Μέσα στ´άγρια χαράματα η καμπάνα πρόδωσε την έναρξη της Χριστουγεννιάτικης λειτουργίας. Το κρύο ήταν τσουχτερό . Τ´αστέρια στον ουρανό φωσφώριζαν τρεμοπαίζοντας το φως τους και σιγοντάρουτας στο ,, Δόξα εν Υψίστοις ,, των αγγέλων !
Σύντομα οι γιορτινές παρουσίες με τα φαναράκια στο χέρι φιδοσέρονταν στην ανηφόρα για την κεντρική εκκλησία του χωριού.
Η Ζωγούλα πιότερο απ´όλους απολάμβανε αυτή την εικόνα και η μαγεία της νυχτιάς παρέμεινε ζωγραφισμένη στην ψυχή της .Μια εικόνα πρωτόγνωρη .
Το θαύμα των Χριστουγέννων και το δικό της θαύμα , του μιλημού της το θαύμα αγκαλιάστηκαν σφιχτά κι έγραψαν τη δική της μοναδική, ασύλληπτη , αληθινή ιστορία !
Χριστός Γεννάται ! Αντηχεί στ´αυτιά της .....
Η αλαφράδα του κορμιού της σήμερα συνοδεύτηκε από την αλαφράδα της ψυχής της και τα χείλη της έψαλαν δοξολογώντας : ,,Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης Ειρήνη εν ανθρώπους ευδοκία,, !


Κ. ΜΠ -Κ

                                                      ###

Η πατριώτισσά μας Κατερίνα Mπαχάρη-Κουτσουνά, ορμώμενη από δημοσίευση φίλης της, με σκέψεις γύρω από τις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και της Νέας χρονιάς και η εστίασή της στο λεπτό ,ευαίσθητο και άλυτο θέμα των δεινοπαθούντων συνανθρώπων μας της έδωσε το έναυσμα να γράψει τους σημερινούς στίχους !
Άστεγα...όνειρα !

Τα λαμπιόνια του δέντρου τυφλώνουν.
Το μαζεμένο στη γωνιά, τον άστεγο μαλώνουν ,
που για παλάτι το χαρτοκούτι
και για κρεββάτι το παλιοσκούτι
έριξε απάνω του και καρτεράει
διαβάτη ένα έστω, να μη γελάει
με της κατάντιας του τη φρίκη
χρόνους, Χριστούγεννα με πανωπροίκι
του κόσμου του άπονου τη δίκη
στης καταφρόνιας την καταδίκη !
Κι αυτός στον κόσμο του και συλλογάται ,
μαζεύει όνειρα κι αναρρωτάται:
- Ποιο δίκιο μ´έβαλε σ´αυτή τη θέση;
Ποιος Θ(ε)ός μ´αντάμοιψε για να μ´αρέσει;
Το βιος μου πήρανε κακοί κι αγροίκοι
που ´φτιαξα από κουρέλια ,φθαρμένο μπρίκι.
Εγώ δεν κάλεσα την εφορεία,
ούτε ζητιάνεψα φτωχού ανδρεία,
για ν´αποδείξω πως πολεμάω
κρύο και χιόνι πως αγαπάω.
Σ´άλλη γωνιά τεμπέλης άμοιρος,
το χέρι απλώνει κι αυτός κακάμοιρος.
Σκίζει μια κούτα στο πεζοδρόμι,
τραβάει, τεντώνει και την απλώνει, γελούν οι δρόμοι!
Ξαπλώνει μπρούμυτα , βαριεστημένος,
με πλάνη όνειρου συνεπαρμένος
πως είναι πούπουλα στο ξάπλωμά του,
ζεστή αγκάλη από τη μαμά του !
Κι άλλος απέναντι ψηλά κοιτάζει,
τον ουρανό βλέπει, θαυμάζει .
-Στείλε μου ,Θε μου, ένα αστέρι,
διαμάντι κάντο ,για να μου φέρει
αγάπης πάπλωμα, ζεστό φαγάκι
και ούριο άνεμο κι ένα βαρκάκι,
να σβήσω ο δόλιος τη λιχουδιά μου μ´ένα ψαράκι !
Κι η γριά η κακόμοιρη με το παιδάκι,
που κλαίει κι οδύρεται για ένα τσαγάκι,
χωρίς γαντάκια και παπουτσάκια,
βλέπει τριγύρω της άδεια τασάκια....
-Ούτε μια γόπα για μένα, Θε μου;
Γίνανε βόλια; Κι απανωθέ μου πέφτουν, χτυπάνε,
χαλάζια, χιόνια ,μπόρες, λυσσάνε ;
Και το παιδάκι απλώνει χέρι
με την ελπίδα ο Θεός να φέρει
κάποιον καλό πλούσιο διαβάτη,
οβολό να δώσει για το σακάτη.
Θεός και πλούσιος αλλού κοιτάνε
και το παιδάκι το προσπερνάνε...
-Κάτσε στη μοίρα σου, πού ´ναι γραμμένη.
Κάποιος σαν εσένα μπορεί να περ(ι)μένει ,
λένε και τρέχουν για να προφτάσουν
βόλια που πέφτουν να τα θαυμάσουν !
Παιδάκι πέρασε, στέκει μπροστά του.
Κοιτάει, σκέφτεται, παρηγοριά του....
Κουλούρι αγόρασε, το δίνει
και φεύγει τρέχοντας διώχνει τη δίνη.....
Γιορτή πιο πέρα πέντ´έξι κάνουν.
Σκουπίδια απλώνουν, μεριάζουν, ψάγνουν.....
Εδώ μπουκίτσα, ´κει σάπιο μήλο
κι έρχετ´η Τάξη ,τους σπάει στο ξύλο...!
Σκορπιούνται, φεύγουνε κι αναστενάζουν
και μεταξύ τους όρκους μοιράζουν:
Όοταν θα γίνουμε εμείς αφέντες
και παλληκάρια και λεβέντες,
στον κόσμο ετούτο, βαρειά κατάρα,
φτωχοί που ζούνε με τη λαχτάρα,
θα πάρουνε μια μεζονέτα
χωρίς φωτιά , μόν´μια παλέτα
να ζωγραφίζουν τα όνειρά τους,
γιατί να λείψουν;....μπα !..κι η σειριά τους;
Τι θ´απογίνει η κοινωνία
με ούλους πλούσιους και με ηνία;
Φτωχοί που φέρνουνε ισορροπία
και άστεγοι που δεν πιάνουν μία...,
πολυβολούνε τη ραθυμία
δίνουν στους πλούσιους ευθυμία....!
Άστους να ζούνε κι ίσως ειπούνε:
Μια μέρα ούλοι στο ίδιο κιβούρι θε να μπούνε !
Δυο μέτρα τόπο, μα πάντα πλούσιοι, φτωχοί θα υπάρχουν
κι άστεγοι τόσοι , όσο να φτάσουν οι δόλιοι νά ´χουν
δυο μέτρα τόπο στο πεζοδρόμι και άλλα τόσα για ένα τάφο
χωρίς σεντόνι και Επιτάφιο !
Η ευχή μου είναι να έρθουν οι άνθρωποι στα λογικά τους, οι ηγέτες και οι πλούσιοι στην ενσυνειδητότητά τους, οι κοινωνίες στα μέτρα της προσφοράς τους και ο καθένας μας στον εαυτό του, ώστε κάποτε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα υποβάθμισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας!
Καλές γιορτές για όλους μας !