Η Ιστορία του Χωριού


Η Μοφκίτσα ή Ταξιάρχες είναι ένα μικρό ορεινό χωριό (υψόμετρο 510μ.), χτισμένο πάνω σε κοιλάδα, που περιστοιχίζεται από μικρούς λόφους. Βρίσκεται κοντά στην τοποθεσία του αρχαίου Λεπρέου και υπάγεται στην επαρχία Ολυμπίας του νομού Ηλείας. Ο πληθυσμός κατά την απογραφή του 1971 ανερχόταν σε 168 κατοίκους . Σήμερα το χωριό κατοικούν περί τις 15 οικογένειες. Η κοιλάδα προς τα δυτικά είναι ελεύθερη προς το Ιόνιο πέλαγος και έχει θέα προς την Κυπαρισσία και το Ψυχρόν όρος, το βουνό Λαπίθα και τις πηγές του Καϊάφα. Ο συνοικισμός δημιουργήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και αρχικά αποτέλεσε εγκατάσταση ποιμένων. Λόγω όμως της ύπαρξης νερού και για προφύλαξη από τις τουρκικές επιδρομές, επεκτάθηκε και συγκροτήθηκε σταδιακά οικισμός, που στο τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα αναπτύχθηκε και ήκμασε, ώστε η Μοφκίτσα να αποτελέσει κεφαλοχώρι. Το όνομα Μοφκίτσα ή Μουφκίτσα θεωρείται σλαβικό, όπως όλα τα τοπωνύμια με αυτή την κατάληξη. Πολλές τέτοιες ονομασίες άλλαξαν στα νεότερα χρόνια και έγιναν ελληνικές, για να καταπολεμηθεί η θεωρία του εκσλαβισμού της Πελοποννήσου. Έτσι η Μοφκίτσα έγινε Ταξιάρχες, η γειτονική Γλάτσα Ανήλιο , η Παυλίτσα Φιγαλεία, η Βερβίτσα Περιβόλια κλπ. Οι κάτοικοι, κατά μεγάλο μέρος, είναι γεωργοποιμένες. Για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας προσφέρεται το έδαφος, που καλύπτεται από θάμνους και λόγγους. Στο πεδινό μέρος , οι κτηματίες καλλιεργούν σταφιδάμπελα και ελιές, ενώ στα ορεινά τμήματα σιτηρά. Με το να διατηρούν και κτήματα κοντά στη θάλασσα, οι χωρικοί σταδιακά δημιούργησαν και παραθαλάσσια σπίτια, κι έτσι σιγά – σιγά μετακινήθηκαν , είτε διατηρώντας και στο επάνω και στο κάτω χωριό δηλ. στο κάμπο σπίτια, είτε παραμένοντας μόνιμα στο νέο χωριό, το Νεοχώρι, με αποτέλεσμα να ελαττωθεί σημαντικά ο αριθμός των κατοίκων στην Μοφκίτσα. Αυτή είναι και μια από τις βασικές αιτίες, που τα σπίτια του χωριού διατηρήθηκαν στην αρχική τους μορφή. Έγιναν ελάχιστες αλλαγές και προσθήκες, συγχρόνως όμως , από την εγκατάλειψη και τους σεισμούς, τα σπίτια καταστράφηκαν, ώστε σήμερα να παρουσιάζουν όψη ερειπίων. Τελευταία η Μοφκίτσα περιλήφθηκε στους Πίνακες Αξιόλογων Οικισμών της Χώρας και κρίθηκε παραδοσιακό χωριό από το Τμήμα Προστασίας Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης από Πειραματισμού και Μελετών του Υπουργείου Εσωτερικών. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι από τους 38 αξιόλογους οικισμούς της Ηλείας , είναι ο μοναδικός που χαρακτηρίστηκε με Βαθμό Προστασίας 2 (σημαντική προστασία ) , βάσει των παραδοσιακών στοιχείων της αρχιτεκτονικής των σπιτιών. Όπως στα περισσότερα χωριά της ορεινής Ελλάδος, τα σπίτια είναι διώροφα , υπάρχουν όμως και μερικά μονώροφα. Είναι χτισμένα σε απόσταση το ένα από το άλλο, με ευρύχωρες αυλές και σκεπαστούς εξώστες.. τα βασικά υλικά δομής είναι η πέτρα , το ξύλο, το καλάμι, ο ασβέστης και η άμμος. Την πέτρα επρομηθεύοντο άφθονη από τους γύρω λόφους, όπου υπήρχαν μικρολατομεία, το δε ξύλο από τα διπλανά δάση. Από την ίδια πέτρα είναι χτισμένη η εκκλησία και η βρύση του χωριού, καθώς και τα πλακόστρωτα καλντερίμια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα ομοιόμορφο, γραφικότατο σύνολο. Τα σπίτια έχτιζαν συντεχνίες λαγκαδιανών μαστόρων που αναλάμβαναν την εργασία «κατ΄ αποκοπήν με τον πήχη». Στην οικοδομή βοηθούσαν οι συγγενείς και οι άλλοι συγχωριανοί , που μετέφεραν την πέτρα με μουλάρια. Όταν τελείωνε η λιθοδομή, οι λαγκαδιανοί έφευγαν και την συνέχιζαν οι ξυλουργοί. Πρώτα κατασκευαζόταν οι στέγη. Συχνά οι ιδιοκτήτες, λόγω ελλείψεως χρημάτων, κατοικούσαν το σπίτι μόλις κλεινόταν με τη στέγη, χρησιμοποιώντας το ισόγειο. Για προφύλαξη από την υγρασία κατασκεύαζαν ένα ξύλινο πατάρι, που έπιανε το 1/3 της κάτοψης και το χρησιμοποιούσαν για χώρο ύπνου. Με πρώτη ευκαιρία πατώνανε το σπίτι και στη συνέχεια έφτιαχναν τα χωρίσματα και τις υπόλοιπες εργασίες. Οι βασικοί τύποι σπιτιών είναι τρεις: παραλληλόγραμμα με αετωματική ή δίκλινη στέγη, τετράγωνα με πυραμιδοειδή ή τετράκλινη στέγη και ντιβάνια, σχήματος Γ. Το εμβαδόν είναι συνήθως 8*10 ή 10*12 τ.μ. . Η είσοδος τοποθετείται στη μεγάλη διάσταση που κατά κανόνα έβλεπε στα νότια. Η θεμελίωση των σπιτιών ανοιγόταν μέχρι 0,80 – 1,00 μ. . Αν το έδαφος ήταν πετρώδες, έσπαζαν το βράχο με λοστό. Στον αγιασμό, που γινόταν στο άνοιγμα των θεμελίων, έσφαζαν αρνί, κατσίκι ή κόκορα και έτρωγαν οι νοικοκυραίοι , οι μάστοροι και οι περαστικοί. Οι εξωτερικοί χώροι των σπιτιών είναι πέτρινοι. Η λιθοδομή γίνεται με πέτρες διαφόρων μεγεθών, που τοποθετούνται με σχεδόν ισόδομο σύστημα, με συνδετικό υλικό κονίαμα από άμμο και ασβέστη. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στους γωνιόλιθους, τα ¨αγκωνάρια¨, που είναι μεγαλύτερες πελεκημένες πέτρες προσεκτικά χτισμένες. Αρκετά συχνά παρεμβάλλονται και ξυλοδεσιές. Οι τοίχοι εξωτερικά παραμένουν ανεπίχριστοι, ενώ στο εσωτερικό τους σοβατίζονται. Η στέγη είναι ξύλινη, με επικάλυψη από κεραμίδια. Λίγες εκατοντάδες μέτρα βορειοανατολικά του χωριού Ταξιάρχες (τ. Μοφκίτσα), διατηρούνται δυο ναοί, ο Άγιος Ανδρέας και οι Ταξιάρχες. Ο τελευταίος αναφέρεται στην καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας από τους Ενετούς 1697-1700. ανήκει στον τύπο του μονόκλιτου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ο ναός διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση. Οι όψεις του ναού είναι αδιάρθρωτες. Κεραμοπλαστικός διάκοσμος δεν υπήρχε. Ύστερα από έρευνα των συντηρητών της έκτης εφορίας διαπιστώθηκε ότι οι Ταξιάρχες δεν διατηρούν τοιχογραφικό διάκοσμο. Ο Bon κάνει μνεία του ναού και τον τοποθετεί στα τέλη του 13ου με αρχές του 14ου αιώνα. Ο Άγιος Ανδρέας λίγες δεκάδες μέτρα βορειοανατολικά των Ταξιαρχών έχει οικοδομηθεί στην απότομη ρίζα ενός βράχου, πάνω από μια πηγή, που εξακολουθεί να βγάζει νερό και η οποία καλύπτεται με ημικυλινδρικό θόλο. Ο ναός μονόχωρος με ζεύγη αψιδωμάτων στους πλάγιου τείχους καλυπτόταν κάποτε με καμάρα. Ο επισκέπτης θα γοητευτεί από τα παραδοσιακά πέτρινα κτίσματα όπως η εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, την πέτρινη βρύση και τον Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου

Σύντομο Ιστορικό

Η περιοχή του χωριού μας δεν έπαψε να κατοικείται από τα αρχαία χρόνια ως τα τωρινά.
Ερείπια οικισμού ρωμαϊκών χρόνων έχουν εντοπισθεί στη θέση "Παλιοχώρι".
  Στα πρώτα Βυζαντινά χρόνια αποτελούσε τμήμα της επαρχίας Φαναρίου που υπαγόταν στο "θέμα" Πελοποννήσου με διοικητή (κατεπάνω) που είχε έδρα την Κόρινθο.
  Ο ιστορικός ερευνητής Γεώργιος Παπανδρέου αναφέρει πως ο Καρλ Μπέντεγκερ εντόπισε τα ερείπια του βυζαντινού οικισμού στη Βρύση "Κείνται όπου παρά γιγαντιαίω πλατάνω, πηγή αφθονοτάτου ύδατος αναβλύζει".
  Γύρω στο 746-747 μετά από έναν ολέθριο λοιμό, έφθασαν στην περιοχή μας σλάβικα φύλα με παρότρυνση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε.
  Μεταξύ 800-1100 μ.Χ αφού οι Σλάβοι είχαν ενσωματωθεί στις τοπικές κοινωνίες ιδρύθηκε χωριό με το όνομα Μοφκίτσα (Μοφκίτζα).
  Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας άνηκε στη Βαρονία Αρκαδίας (Κυπαρισσίας) που υπαγόταν στο πριγκιπάτο της Αχαΐας.
  Το 1460 η περιοχή υποδουλώθηκε στον Μωάμεθ τον Πορθητή ολοκληρωτικά. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας που ήταν η πιο σκληρή κράτησε 182 χρόνια. Τότε το χωριό αναγκάστηκε να πάει στη θέση "Κάτω Χωριό" και οι κάτοικοι να γίνουν μέλη μιας κοινωνίας κλειστής αγροκτηνοτροφικής και να πορευτούν έτσι ως το 1821. Ο πληθυσμός αποδεκατίστηκε (πειρατεία, παιδομάζωμα, βαρύτατη φορολογία, σκλαβοπάζαρα κ.α). Έχασε κάθε επαφή με τέχνες και γράμματα.
  Το 1689-1715 είχαμε περίοδο Βενετοκρατίας. Αλλά κι αυτοί παρ' ότι πολιτισμένοι ήταν δυνάστες. Τότε έχουμε κάθοδο πολλών ηπειρώτικων οικογενειών (Ζήρου, Κόντου, Θάνου) και επέβαλαν το λεξιλόγιο τους κυρίως στα ονόματα (Γαρούφω, Διαμάντω κ.α). Τότε το χωριό άνηκε στο θέμα Μεσσηνίας.
  Ακολούθησε η Β' περίοδος Τουρκοκρατίας 1715-1821. Το χωριό άνηκε στο τμήμα (κόλι) της Ζούρτσας όπως και τα γύρω χωριά Άλβενα, Γλάτσα, Στρόβιτσι κ.α. Οι δε κάτοικοι ονομάζονταν "Ζουρτσανοκολίτες". Στα Ορλωφικά το χωριό (όπως και τα γύρω) πλήρωσε ιδιαίτερα βαρύ τίμημα (σφαγές, λεηλασίες, σκλαβοπάζαρα κ.α) εξαιτίας του πλοίου που άραξε στη θέση Παλιοκάραβο και άφησε όπλα που παρέλαβαν οι οπλαρχηγοί της Ζούρτσας Γιάννης Γρηγοριάδης και Αναστάσης Χρήστου. Ο λαός κινδύνευε από γενοκτονία από τους Τουρκαλβανούς.
  Τα πράγματα ηρέμησαν κάπως επί Μώρα Βαλεσί (διοικητή) Τρίπολης τον Βελή Πασά. Τότε αναστηλώθηκε η εκκλησία αφού πληρώθηκε πρώτα ο φόρος "κλησιά τεφτίσι" (φόρος για ανοικοδόμηση και συντήρηση εκκλησιών). Το 1821 βρίσκει το χωριό να έχει προεστό τον Αλέξη Ανδρικόπουλο και ιερέα κάποιον Γεώργιο.
Όταν μαζεύτηκαν στη Ζούρτσα οι Ζουρτσανοκολίτες για ορκωμοσία και δοξολογία το χωριό εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξη Ανδρικόπουλο (προεστό), Θανάση Θεοδωρόπουλο - μετέπειτα Αγραπηδά, Δημητράκη και Αναγνώστη Κριτσέλη. Όλοι αυτοί είχα εξασκηθεί στον πόλεμο στη γειτονική Άλβενα. Κυρίως η οικογένεια Κριτσέλη είχε δώσει εξαιρετικούς κλέφτες και από παλιά.
  Στις 5 Σεπτέμβρη του 1825 ο Ιμπραήμ έκαψε ολοσχερώς το χωριό αρχίζοντας απ'την πολύπαθη εκκλησία. Οι άνθρωποι  σκόρπισαν στα βουνά, κυρίως στην Άλβενα, για να σωθούν.
  Μετά από την απελευθέρωση απ' τους Τούρκους και αφού εξέλειπε ο κίνδυνος της πειρατείας οι άνθρωποι άρχισαν να καλλιεργούν τα πεδινά. Ιδρύθηκαν νέοι οικισμοί (Κούτρα, Αλισίβα κ.α). Όταν το χωριό ηρέμησε από τους δυνάστες άλλαξε θέση και χτίστηκε στην σημερινή, ίδια με αυτή στα βυζαντινά χρόνια.
Την δεκαετία του 1890 ιδρύθηκε σχολείο με πρώτο δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Κουτσουρούπα. Τότε ο πληθυσμός αυξήθηκε και οι οικογένειες ζούσαν 2-3 σε κάθε σπίτι. Το χωριό είχε αρκετά μαγαζιά: ραφτάδικο (τερζίδικο), σιδεράδικο (χαλικιάτικο), μαγαζιά με υφάσματα καθώς και γενικού εμπορίου.
  Το 1931 μετονομάσθηκε σε Ταξιάρχες, όνομα που πήρε από την ομώνυμη εκκλησία. Το 1940 βρήκε το χωριό μονιασμένο κάτω από την ηγεσία και επιρροή συνετών, του προέδρου Γ.Φελούκα και του ιερέα Γεώργιου Κριτσέλη που κράτησαν τα γερμανικά έκτροπα όσο το δυνατόν μακριά. Αλλά και στη διάρκεια του Εμφυλίου αντεκδικήσεις και έκτροπα δεν συνέβησαν στον χώρο της κοινότητας. Σε αυτό συνετέλεσε και ο συμφιλιωτικός και συνετός χαρακτήρας που έπαιξε ο αείμνηστος Θεοχάρης Κόντος.
Μετά το 1960 το χωριό άρχιζε να ερημώνει και να αλλάζει πάλι θέση. Κύριες αιτίες ήταν η αστυφιλία και η διάνοιξη του δρόμου Πύργου-Κυπαρισσίας που έκανε τους κατοίκους να εγκατασταθούν κοντά στο δρόμο για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.

Βακούφια (Από την ιστορία της περιοχής μας)
(Επιμέλεια: Μαρία Κανελλοπούλου-Μάνθος Κατσάμπουλας)

Η λέξη μαγκούφια: βακούφια: τουρκ. Wakf αφιέρωμα.
Σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο που για αιώνες καταδυνάστευε την πατρίδα μας, βακούφια ήσαν τα πράγματα ή τα κτήματα που είχαν αφιερωθεί για την εξυπηρέτηση ευαγών ιδρυμάτων και κοινωφελών σκοπών, δηλαδή τεμένων , πτωχοκομείων κλπ. υπέρ κυρίως του τουρκικού λαού.
Το συστατικό έγγραφο (βακουφναμέ) συντασσόταν ενώπιον του Kαδή (ιεροεξεταστή). Ειδικό υπουργείο στην Κων/πολη το Εβκαφ  Ναγαρετή είχε την εποπτεία των βακουφιών. Βακούφια μπορούσε να συστήσει ο σουλτάνος, η μητέρα του (βαλιντέ σουλτάνα) αλλά και  σύσταση από ιδιώτες.
Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας οι ιδρυτές απέβλεπαν κυρίως να αποφύγουν την δήμευση ή κατάσχεση των περιουσιών τους από Οθωμανούς.
Διακρίνονται σε δυο κατηγορίες: α) στα κτίρια που χρησιμοποιούσαν για τεμένη, σχολεία, κλπ. και β) στα κτήματα που εκμίσθωναν τα ευαγή ιδρύματα για τη λειτουργία τους.
Βακούφια μπορούσαν να συσταθούν υπέρ των Χριστιανικών ναών και μονών.
Πολλές φορές οι τούρκοι εξολόθρευαν όλο το σόι, οπότε οι περιουσίες τους περνούσαν στην εκκλησία. Επίσης και σε οικογένειες που μετανάστευαν επικηρυγμένες από τον δυνάστη περνούσαν οι περιουσίες τους στην εκκλησία.
Πολλοί άτεκνοι χάριζαν τις περιουσίες τους οι ίδιοι στην εκκλησία. Έτσι ο λαός ταύτισε τα βακούφια (μαγκούφια) με τα έρημα. Θεωρούσαν τις περιουσίες των ατέκνων καταραμένες  και απέφευγαν να τις κληρονομήσουν για να μην πάρουν την κατάρα της ατεκνίας.
Γνωστή σε εμάς είναι η παροιμία που λεγόταν από τους παππούδες μας στη Μοφκίτσα. "Τα έρμα σε έρμα πάνε" αλλά και οι κατάρες "έρμα και μαγκούφια να μείνουν, στις εκκλησιές να πάνε".
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου περιέρχονταν τα βακούφια των τούρκων στην ελληνική κυβέρνηση. Σήμερα εξακολουθούν να γίνονται δωρεές σε ευαγή ιδρύματα και μητροπόλεις  ακίνητα κυρίως αγάμων ή άτεκνων ανθρώπων, δεν λέγονται βακούφια αλλά απλά δωρεές.

Φόροι και δοσίματα της σκλαβιάς

Οι ραγιάδες (υπόδουλοι) πλήρωναν φόρους και δοσίματα στο Δοβλέτι (τουρκικό κράτος) πολλούς και πολυώνυμους. Εκτός από το χαράτσι που ήταν προσωπικός, όλοι οι υπόδουλοι πλήρωναν φόρους με βάση την ιδιοκτησία, την παραγωγή και την διακίνησή της.
Χαράτσι: Το πλήρωναν όλοι οι άνδρες "γκιαούρηδες" από 13 χρόνων μέχρι τα γηρατειά. Δεν πλήρωναν οι γυναίκες, οι ιερείς, οι γέροντες και οι ανάπηροι. Ήταν προσωπικός φόρος για να έχει το δικαίωμα ο ραγιάς "να φέρει το κεφάλι του στους ώμους του" όπως έγραφε το "Κεάτ" η απόδειξη που έπαιρνε πληρώνοντας το. Οι πλουσιότεροι πλήρωναν ακριβότερα και ο φόρος τους λεγόταν "αιλά" 12 γρόσια το χρόνο, οι μικροκτηματίες και οι έμποροι το "Εφσάτ" (6 γρόσια), οι τελείως ακτήμονες το "Έτνα" 3 γρόσια. Ο φόρος κανονιζόταν κατά βιλαέτι από τον πασά ανάλογα με τα χαρτιά (ατομικά δελτία υπόχρεων). Στο βιλαέτι ο Μπέης με τους δημογέροντες και τον δεσπότη τα μοίραζαν κατ' αναλογία στα χωριά και εκεί ο προεστός του χωριού μαζί με τον παππά υποχρεωνόταν να κανονίσουν ανάλογα με την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του καθ' ενός το ποσό που θα πλήρωνε.
Χαριτσιγιές ή δέκατα:  Η δεκάτη 1/10 της ακαθόριστης γεωργικής παραγωγής (σητιρά, όσπρια, λάδι, λινάρι, κουκούλι, κα. Στην πραγματικότητα ήταν το 1/7 και όχι το 1/10.
Μπενταάτ και Μπάλτα. Ήταν τα διόδια για τα μετακοινούμενα προϊόντα γεωργικά αλλά και μονοπωλιακά (αλάτι).
Χαρατζεραζι, αβαέτια, τιμιράτα και μαφρουσάτια: Ήταν υποχρεωτικές στο Μώρα Βαλεσή της Τρίπολης (γεν. διοικητή) για τα έξοδα του σεραγιού. Τι ποσοστό που θα πλήρωνε κάθε βιλαέτι το κανόνιζε κατά τις ανάγκες του ο πασάς.
Μετζέλι, νταχήλ ντεριέ: Ήταν εισφορές για τα έξοδα των αξιωματούχων του βιλαετιού.
 Αγιάνη: Επισημότερου τούρκου.
Βοεβόδα: Διοικητή στρατιωτικής επαρχίας.
Μπελούκμπαση: Αστυνόμου
Κατή: Δικαστή
Αγάδων:  Γαιοκτημόνων που διοικούσαν πολιτικά ή στρατηγικά.  (Αγάς διοικούσε και την Μοφκίτσα) αλλά και ομάδα δημογερόντων ή γερόντων που έπαιρναν μισθό 500 γρόσια το εξάμηνο.
Μπουμπασίρι και τζερεμέδες: Ήταν τα διοικητικά και δικαστικά έξοδα που τα καθόριζαν κατά την κρίση τους ο Μπέης (άρχοντας, κύριος που έφερε το τίτλο κατώτερου Οθωμανού ευγενούς), ο Κατής, ο Βοεβόδας, ο Αγάς.
Αμπελιάτικο ή στρεμματιάτικο: Κάθε στρέμμα σταφίδας ή αμπελιού πλήρωνε το χρόνο 10 παράδες αν ήταν ιδιόκτητα χωράφια ή 45 παράδες αν ήταν δημόσια.
Σαλαριά: Εισφορά  στον ιδιοκτήτη του τσιφλικιού από τον ζευγολάτη για κάθε ζευγάρι βόδια μισό βιτσέλι το χρόνο. Γι αυτόν που δεν είχε δικά του βόδια αλλά δούλευε με ξένα πλήρωνε το 1/4 βατσελιού τον χρόνο.
1 βατσέλι = 38 περίπου κιλά.
Ρέσμι  ιλακ ή νόμιστρο: Δικαίωμα βοσκής των κοπαδιών στα λειβάδια 2 παράδες το ζώο (πρόβατο ή κατσίκα). 1 γρόσι ασημένιο νόμισμα ισοδυναμούσε με 40 περίπου παράδες.
Ρέσμι  ζιντζιέ (κρασιού), ρέσμι μιρέ (λαδιού), ρέσμι γιαυλάκ (σανού) και ρέσμι άλλων προϊόντων (τυριού, μαλλιού, βελανιού, λιναριού, κα.)
Αγγαρείες: Ήταν η αναγκαστική προσφορά εργασίας, για εκτέλεση σημ. έργων αλλά και στους αξιωματούχους τούρκους από τον σεϊζη (σωματοφύλακας) ως τον πασά.
όλα αυτά πλήρωναν οι Μοφκιτσάνοι όπως και οι κάτοικοι των γύρω χωριών κατάσταση που βύθιζε στην ανέχεια, την αμάθεια και την εσωστρέφεια.
Οι τούρκοι εύρισκαν τον τρόπο να ξεφύγουν ή να τους φορτώσουν στην ράχη του ραγιά.
Το πιο άσχημο όμως ήταν ότι όλους τους παραπάνω φόρους  και εισφορές στο Δοβλέτι τους παραχωρούσε για την είσπραξη σε ενοικιαστές κι αυτοί σε υπονοικιαστές.
Αυτοί μαζί με την αυθαιρεσία, την απληστία, την ασυδοσία που κυριαρχούσαν τότε στο τούρκικο κράτος γίνονταν βαρύτεροι έως εξοντωτικοί κυρίως για τους ακτήμονες ή τους μικροιδιοκτήτες.
Τα τσιφλίκια τους κτήματα των αγάδων γαιοκτημόνων, των κεφαλοχωριών (Καρίγεδων) τα εκμίσθωναν οι αγάδες στους ραγιάδες καλλιεργητές κατά τρεις τρόπους.
α) Στο μισακό ή συντροφικό. Ο ιδιοκτήτης έβαζε τα χωράφια, ο μισακάτορας ή μισακολόγος την δουλειά. Στην συγκομηδή αφαιρπούσαν τα έξοδα (τον σπόρο, εργαλεία, κ.α) τα δοσίματα, το υπόλοιπο μοιραζόταν στη μέση.
β) Στο τριτάρικο ο ιδιοκτήτης έβαζε μόνο τη γη, το χωράφι, ο καλλιεργητής όλα τα έξοδα και αφού αφαιρούσαν τα δοσίματα, έπαιρνε ο ιδιοκτήτης τρία μερτικά και ο καλλιεργητής τριτάρης έξι.
Στον Κάμπο το τριτάρικο ήταν η πιο διαδεδομένη μίσθωση.
γ) Στο γιώμορο ο ιδιοκτήτης νοίκιαζε τα χωράφια, προπληρωνόταν το ποσό που κανόνιζαν και ο καλλιεργητής έπαιρνε όλη την παραγωγή, αφού έπαιρνε φόρους και δοσίματα πάνω του.
Έτσι ζούσαν εκείνα τα χρόνια οι Μοφκιτσάνοι. Το χωριό μας είχε έντονη τούρκικη παρουσία, αγά γαιοκτήμονα δηλ. ο οποίος είχε και κονάκι "Πυργάκι" καθώς Σκουτέρ-Αγά, αγά που κυβερνούσε τα κοπάδια, κάτι σαν τσέλιγκα αγά.
Και βρήκαν τη δύναμη όπως και οι άλλοι Έλληνες να ξεσηκωθούν και το μέσα απ' την ανέχεια, την αμάθεια και την δυστυχία να πετύχουν το θαύμα της απελευθέρωσής τους.

Στοιχεία για τους φόρους των Ελλήνων πήραμε από το σχετικό βιβλίο του Ντίνου Ψυχογιού και την εγκυκλοπαίδεια  Πάπυρος Larousse Britannica.

Καθορισμός ορίων Κοινοτήτων Άλβαινας (οικισμός 

Κοστωμέρας), Μοφκίτσης και όμορων χωριών

Ο καθορισμός έγινε ήρεμα χάρης στη συνετή επιτροπή των Μοφκιτσάνων.
 Η απόφαση εξεδόθη 29/8/1915 από την επιτροπή που την αποτελούσαν οι παρακάτω:
Κων/νος Υφαντής Γραμματέας Ειρηνοδικείου Αρήνης
Αριστείδης Κλωνάρης Πρόεδρος Άλβαινας
Σπυρίδων Κριτσέλης Πρόεδρος Μοφκίτσης
Ιωάννης Γιαννόπουλος Δάσκαλος Άλβαινας
Κων/νος Τσουκαλάς Δάσκαλος Μοφκίτσης
 




Λεπρεάτιδα γη

Εκείνο που κανένας δε μπορεί να αμφισβητήσει είναι πως η περιοχή που βρίσκεται το χωριό μας στους πρόποδες της Μίνθης, δεν υπήρξε ποτέ ακατοίκητη. Αντίθετα κατοικήθηκε από διάφορα φύλα που κατα καιρούς πέρασαν και εγκαταστάθηκαν στον εδαφικό χώρο της περιοχής. Αυτοί ήταν οι Καύκωνες, οι Νηλείδες, οι Μινύες και οι Επειοί.
1) Καύκωνες: Είναι οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής, φυλή πελασγική και νομαδική γεωργών, τσοπάνηδων και κυνηγών. Πήραν το όνομά τους από το γενάρχη τους Καύκωνα γιό του Αρκάδα και εγγονό του Λυκάονα.
Κατοικούσαν στην Αρκαδία και συγκεκριμένα στην περιοχή του Λυκαίου όρους. Σε απροσδιόριστο χρόνο κατέβηκαν στους πρόποδες των δυτικών παραφυάδων και ονομάστηκαν Παρωρεάτες. Ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος αναφέρει πως οι Πελασγοί θεωρούνταν από τους αρχαίους Έλληνες αυτόχθονες και αποτελούσαν τον αρχέγονο πληθυσμό της Ελλάδας. Ήταν δε οι πρώτοι που καλλιέργησαν τη γη .
Ο Στράβωνας τους αποκαλεί έθνος πολυπλάνητον, που είχε κατοικήσει σε διάφορες περίοχες που σε κάθε μια απ’αυτές έναν από τους ήρωες του τον έπλαθε σαν γενάρχη. Εξαπλώθηκαν στις παρώρειες του βουνού Μίνθη και του Λαπίθα και έχτισαν χωριά και πόλεις από τις οποίες οι πιο σημαντικές ήταν ο Μάκιστος και το Λέπρεον (που ανήκε και η περιοχή του χωριού μας). Να τι γράφει ο Στράβωνας σχετικά με αυτά :
«Ελέγοντο Καύκωνες ή Παρωρεάτες τινές των εν Τριφυλία κατέχοντες όρη περί το Λέπρεον και τον Μάκιστον καθήκοντα επί θάλατταν πλησίον του Σαμιακού Ποσειδίου». Ωστόσο πολλοί από τους νεότερους ιστορικούς δε συμφωνούν με το Στράβωνα. Θεωρούν τις πόλεις Λέπρεο και Μάκιστο «μετατρωικές», δηλαδή ότι χτίστηκαν μετά τον Τρωικό πόλεμο. Οι Καύκωνες ανέπτυξαν πολιτισμό που ήκμασε μέχρι το 1500 πΧ. Έκαναν όμως συχνά επιδρομές και λεηλατούσαν τις γειτονικές χώρες Ηλεία και Μεσσηνία. Τιμούσαν ιδιαίτερα τη θεά Δήμητρα, την κόρη της Περσεφόνη στα ορεινά (εξαιτίας της παραγωγής σιτηρών που εξαρτόταν από την εύνοια της Δήμητρας) και το θεό Ποσειδώνα στα παραθαλάσσια μέρη.
Στην κορυφή της Μίνθης «Βουνούκα» υπήρχε βωμός του Άδη και κοντά του άλσος αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα. Στη δική μας περιοχή υπήρχε ο γνωστός ναός της Δήμητρας. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στη Μέλαινα Δήμητρα «τη μαυροφορεμένη μάνα» και οι γυναίκες της περιοχής έψαλλαν πένθινα άσματα για να δηλώσουν τη συμπαράστασή τους στη θεά-μάνα που πενθεί το παιδί της. Μερικές ωδές αντίστοιχες με τα μεταγενέστερα μοιρολόγια τις συναντάμαι και σήμερα όπως πχ το παρακάτω που είναι σχεδόν το ίδιο και στα αρχαία:
«Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου εγώ έχασα μια λυγερή μια ακριβοθυγατέρα
Μη και τη είδες πουθενά την έχεις απαντήσει
Εψές προχτές την είδα εγώ στου χάρου το παλάτι.
Ο χάρος έτρωγε ψωμί και η κόρη τον κερνούσε....»
Είναι η γνωστή τάση προς το μοιρολόγι των προηγούμενων από εμάς γενιών. Οι γιαγιάδες μας υπήρξαν εξαίρετες μοιρολογίστρες. Είχαν και την τάση και το ταλέντο να αυτοσχεδιάζουν ανάλογα με το περιστατικό και το θανόντα. Αυτό πιστεύω πως αποδεικνύει τη συνέχεια της φυλής μας που όσο κι αν δέχθηκε επιμειξίες από άλλα φύλα δε παύει να έχει την αρχαιοελληνική της καταγωγή.
2) Νηλείδες: Γύρω στα 1600 πΧ, κατέβηκαν στην Πελλοπόνησο οι Νηλείδες με αρχηγό το Νηλέα. Αυτός ήταν δίδυμος αδερφός του Πελία, βασιλιά της Θεσσαλίας.
 Εξεδιώχθηκε απ’ αυτόν, πήρε τους οπαδούς του και κατέληξε στη Μεσσηνία. Εκεί τον φιλοξένησε ο βασιλιάς Αφαρέας με τη γυναίκα του Αρήνη. Στη συνέχεια τους παραχώρησε την παραλιακή λωρίδα από τον ποταμό Νέδα μέχρι τον Αλφειό όπου και εγκαταστάθηκαν. Οι Νηλείδες συγχωνεύτηκαν με τους αυτόχθονες Καύκωνες και ίδρυσαν το βασίλειο των Νηλειδών ή Πυλίων με πρωτεύουσα την Πύλο. Τα ερείπιά της βρίσκονται κοντά στο χωριό Κακόβατο. Οι Νηλείδες έχτισαν στην επικράτειά τους κι άλλες πόλεις μεγάλες και μικρές. Ο Όμηρος αναφέρει εννέα, τις παρακάτω: Πύλος, Αρήνη, Θρύου, Αμφιγένεια, Αίπιον, Έλος, Δώριον, Κυπαρισσίεντα, και Πτελεόν. Η Αρήνη πήρε το όνομα της γυναίκας του Αφαρέα. Ο Νηλέας θέλησε με αυτό να δείξει την ευγνωμοσύνη του για την ευεργεσία που του έγινε από τον Αφαρέα. Ήταν χτισμένη-η Αρήνη- πιθανόν εκεί που σήμερα βρίσκετα η γνωστή Καλίδονα, και στην Ηλιάδα αποκαλείται «ερατεινή» γιατί πραγματικά ήταν ωραία και πλούσια πόλη σε μαγευτική τοποθεσία. Ο βασιλιάς Νέστορας την έταξε στον Αχιλλέα για να ξεθυμώσει και να συμφιλιωθεί με τον Αγαμέμνονα.
  Η πιο ορεινή πόλη στο κράτος των Νηλειδών ήταν το Αίπιον ή Αίπυ. Ο Όμηρος το αποκαλεί «ευίκτητον Αίπυ». Ήταν πόλη πυκνοκατοικημένη και πλούσια. Οι κάτοικοι της ,όπως αναφέρεται, είχαν πολλά κοπάδια γιδοπρόβατα, γουρούνια, γελάδια. Στο Τρωικό πόλεμο αναφέρεται από το Νέστορα. Το Αίπιο πεδίο πιθανόν περιελάμβανε και την περιοχή των σημερινών Ταξιαρχών.
  Ο βασιλιάς Νέστωρας συχνά ανέβαινε στο Αίπιο, μιλούσε στο λαό και παρακολουθούσε τις συνεδριάσεις. Στην κορυφή του Αιπίου (Βουνούκα;) υπήρχε χώρος με πέτρινες κερκίδες και βασιλικό θρόνο.
  Το κράτος των Νηλειδών ή Πυλίων ήταν εμπορικό και ναυτικό. Είχε αναπτύξει και έντονη πολιτική κίνηση και διατηρούσε καλές σχέσεις με τους γείτονες. Εφθασε στην πιο μεγάλη ακμή του όταν βασίλευε ο μελίρρυτος Νέστορας ο οποίος πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με ενενήντα πλοία. Πολλοί πιστεύουν πως τα πλοία απέπλευσαν από το σημείο που βρίσκεται το σημερινό Θολό. Το υποστηρίζουν έγκριτοι ιστορικοί ερευνητές.  Οι πολίτες του κράτους είχαν τείχη καλοχτισμένα με επάλξεις, ναούς, βωμούς, αγάλματα, ωραίες οικοδομές που έδειχναν την ευμάρεια των κατοίκων. Είναι βέβαιο ότι ο Νέστορας ήταν βασιλιάς της περιοχής μας. Το βασίλειο αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 900 πΧ.
  3) Μινύες: Τις πόλεις του βασιλείου των Νηλειδών τις λεηλάτησαν και κατέστρεψαν οι Μινύες.Αυτοί ήταν το επιφανέστερο γένος της προιστορικής εποχής. Κατείχαν πολλά μέρη της Ελλάδος όπως αναφέρουν οι :Ηρόδοτος, Απολλόδωρος και Απολλώνιος ο Ρόδιος. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση κατοικούσαν στη Λήμνο, κΙ ήταν απόγονοι των Αργοναυτών. Ιστορικές όμως έρευνες απέδειξαν πως  ήταν λαός φοινικικής καταγωγής, τολμηροί ναυτικοί και αναζητητές καλύτερης τύχης. Είχαν εγκατασταθεί στην Ιωλκό της Θεσσαλίας και στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Αρχηγός φέρεται ο Μινύας, εγγονός του Σισύφου.
  Γύρω στα 900 π.Χ εξεδιώχτηκαν απ’τους Βοιωτούς και κατέβηκαν στην Πελοπόννησο. Έδιωξαν τους Νηλείδες, οι οποίοι κατέφυγαν στην Μεσσηνία, έσβησαν από την περιοχή μας τον Πυλιακό πολιτισμό και τη θέση του πήρε ο Μινυακός.
  Οι Μινύες ήταν εργατικοί, άριστοι ναυτικοί, γεωργοί και μηχανικοί, πρόκοψαν στο εμπόριο, στην υφαντουργία και στην αγγειοπλαστική. Τα μινυακά αγγεία ήταν περιζήτητα στις αγορές. Έχτισαν νέες πόλεις και όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, οι σπουδαιότερες ήταν έξι : Μάκιστος, Αίπιο, Νούδιο, Φρίξα, Λέπρεο και Πύργος. Απ’αυτές προόδευσαν ο Μάκιστος και το Λέπρεο. Ο μάκιστος χτίστηκε πλησίον της Αρήνης, την οποία κατέστρεψαν. Οχύρωσαν το Μάκιστο και του ανέθεσαν τη φροντίδα του ιερού του Ποσειδώνα. Εκεί μαζεύονταν οι Μινύες απ’όλες τις πόλεις κάθε χρόνο και τελούσαν θρησκευτικά πανυγήρια και αθλητικούς αγώνες. Την οργάνωση αυτών είχαν αναλάβει οι Μακίστιοι, οι οποίοι προανάγγελαν τους αγώνες και κήρυτταν ( την ιερά του θεού εκεχειρία, που την ονόμαζαν Σάμιον ).
  Στο ναό του Σαμίου Ποσειδώνα μαζεύονταν αντιπρόσωποι των ομοσπονδιακών πόλεων και συζητούσαν διάφορα πολιτικά ζητήματα. Έτσι οι Μινύες ανέπτυξαν πρωτοποριακό πολιτισμό γιατί είχαν ανώτερο πρακτικό πνεύμα και προοδευτικές ιδέες. Απ’αυτούς οι Ηλείοι παρέλαβαν τα στοιχεία της οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.
  Η άλλη μεγάλη πόλη της περιοχής, το Λέπρεον, κάλυπτε την εδαφική περιοχή που σήμερα καταλαμβάνεται από τα χωριά : Άγιος Ηλίας, Γιαννιτσοχώροι, Πρασιδάκι, Λέπρεο, Φασκομηλιά, Ν.Φιγαλεία, Ταξιάρχες, Νεοχώρι, Κακόβατος, Ανήλιο, Ζαχάρω και Μπισχινόκαμπος, Ξηροχώρι, Σκλήβα, Μίνθη, Γολέμη, Αρήνη και Κωστομέρα. Βόρεια από το σημείο που σμίγουν σήμερα τα ποτάμια Γλατσίτικο και Καλιδονίτικο υπήρχε η Αρχαία ομηρική Πύλος.
  Αυτή η πόλη έπαψε να υπάρχει κατά τους ιστορικούς χρόνους και μόνο από κείμενα του Ομήρου και του Στράβωνα, καθώς και από αρχαιολογικές ανασκαφές προκύπτει η πραγματική της θέση. Έτσι ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής της Ομηρικής Πύλου μέχρι το Λαπίθα κατά τους ιστορικούς χρόνους περιήλθε στο Λέπρεο.
  Με το χαρακτηρισμό της Ομηρικής Πύλου σαν Λεπρεατικής, φαίνεται καθαρά για μια ακόμη φορά ότι το Λέπρεο κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ευρύτερη περιφέρεια. Οπωσδήποτε ένα σημαντικό τμήμα από την πεδινή περιοχή των σημερινών χωριών Γιαννιτσοχωρίου, Θολού, Νεοχωρίου, Μπισχινόκαμπου, πρέπει να θεωρείται ανύπαρκτο κατά την περίοδο της ακμής του Λεπρέου, αφού αυτό προήλθε από μεταγενέστερες προσχώσεις με ποταμοχειμαρώδεις αποθέσεις που σημπληρώνονται από τη παρατηρούμενη και υνεχώς ματακοινούμενη καθ’όλη την παραλία του Κυπαρισσιακού κόλπου λεπτόκοκκη άμμο αιολικής ροέλευσης.
 Από τα αρχαιολογικά ευρήματα η οίκηση ου προκύπτει από τη νεολιθική εποχή (προ του 3.000 π.Χ ).
Περί του ιδρυτή του Λεπρέου ο μύθος διαφοροποιείται: κατ’άλλους ο Λεπρέας ή Λέπρεος ήταν γιος του Πυργέα ιδρυτή των Πύργων (αρχαία πόλη) και κατ’άλλους γιος του Καύκωνα και εγγονός του Ποσειδώνα.
Σύμφωνα με το δεύτερο μύθο ο Λεπρέας είχε πατέρα τον Καύκωνα και μητέρα την Αστυδάμεια (αδερφή του Αυγεία).
Αν ο μύθος ήταν αληθινός θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε χρονικά την ίδρυση του Λεπρέου λίγο πριν τον Τρωικό πόλεμο. Όμως ο μύθος παραμένει μύθος, με ότι αυτό συνεπάγεται.
  Σύμφωνα με το μύθο ο Λεπρέας ανταγωνίσθηκε τον Ηρακλή στην άντληση νερού, την πολυφαγία, την ταχυφαγία, την πολυποσία, τη δισκοβολία κτλ. Σ’όλες τις περιπτώσεις ο Λεπρέας ηττήθηκε με μικρή διαφορά. Τότε ο Λεπρέας αποπειράθηκε να πείσει τον θείο του Αυγεία να μην ανταμοίψει τον Ηρακλή για την κάθαρση της κόπρου αλλά να τον αιχμαλωτίσει.
Ο Αυγείας από την πλευρά του αρνήθηκε να ανταμείψει τον Ηρακλή με τη δικαιολογία ότι δεν κοπίασε για τον καθαρισμό της κόπρου, αφού με τέχνασμα έστρεψε προς τα εκεί τα νερά του ποταμού. Αρνήθηκε όμως να τον αιχμαλωτίσει με την παρέμβαση  της Αστυδάμειας, η οποία είχε ιδιαίτερη συμπάθεια στο μυθικό ήρωα Ηρακλή. Τότε σύμφωνα με το μύθο, ο Λεπρέας προκάλεσε τον Ηρακλή σε ένοπλη αναμέτρηση. Κατά τον αγώνα που ακολούθησε, ο μυθικός Λεπρέας φονεύθηκε από το μυθικό Ηρακλή και τάφηκε στη Φιγαλεία. Μάταια ο Παυσανίας έψαχνε το 173-174 μΧ να βρει στη Φιγαλεία τον τάφο του μυθικού ιδρυτή της πόλης του Λεπρέου. Άλλος μύθος αναφέρει ότι το όνομα προήλθε από τη Λεπρέα κόρη του Πυργέα. 
Από μεταγενέστερη παράδοση το Λέπρεο συνδέεται με την ασθένεια της λέπρας που κάποτε αποδεκάτισε τους κατοίκους ή κι από αδρομερή υλικά (λεπρόμορφους βράχους) που καταλαμβάνουν τον ευρύτερο χώρο. Ωστόσο, η τελευταία άποψη πρέπει να είναι νεοφανής αφού κατά την προϊστορική και πρωτοϊστορική περίοδο τα νεογενή υλικά (χώματα) κάλυπταν μεγάλο μέρος από τους σημερινούς βράχους και με την πάροδο του χρόνου κατολίσθησαν ή παρασύρθηκαν από τα νερά της βροχής, μετά την ονομασία της αρχαίας πόλης. Επίσης, η ασθένεια της λέπρας πρέπει εξίσου να αποκλεισθεί αφού δε δικαιολογείται η παρουσία της σε μία μόνη πόλη, χωρίς να επεκταθεί στην ευρύτερη περιοχή της Κυπαρισσίας, της Φιγαλείας, της Πύλου κλπ. Άλλωστε και χρονικά, προϊστορικά, δε δικαιολογείται κάτι τέτοιο αφού δεν αναφέρεται πουθενά αλλού η επιδημία της λέπρας. Τέλος σημειώνεται πως οι κάτοικοι δε θα ταύτιζαν ποτέ τ’ όνομα της πόλης τους με κάποιες εφιαλτικές μέρες της ζωής τους.
   Το 170-174 μ.Χ. αναφέρεται ότι ο Παυσανίας άρχισε να περιηγείται την Ηλεία κάνοντας αρχή από την πρωτεύουσα της Τριφυλίας Λέπρεον. Τούτο σημαινει ότι το Λέπρεο υπήρχε το 170 μ.Χ. και παρά την παρακμή του εξακολουθούσε να είναι πρωτεύουσα της Τριφυλίας.
  Κατά την επικρατέστερη άποψη το Λέπρεο ερημώθηκε από πειρατικές και βαρβαρικές επιδρομές  Γότθων, Αράβων, Αβάρων και Σλάβων. Το δε χωριό Στροβίτσι συνδέεται άμεσα με τους Σλάβους και με το 275 κώδικα της μονής Πάτμου που προηγούνται της Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας. Με τα παραπάνω στοιχεία το τέλος του αρχαίου Λεπρέου θα πρέπει να τοποθετηθεί στο 800-1100 μ.Χ. Ανάμεσα στα 800-1100 έχουμε όχι μόνο την ίδρυση του χωριού «Στροβίτσι» αλλά και της Μοφκίτσας που προήλθαν από το αρχαίο Λέπρεο.
 4) Επειοί: Στα μέσα του 8ου αιώνα οι Μεσσήνιοι πιάστηκαν σε πόλεμο με τους Σπαρτιάτες. Τότε οι Μινύες βοήθησαν τους Μεσσήνιους. Οι Σπαρτιάτες  όμως συμμάχησαν με τους Αιτωλο-Ηλείους, (Επειούς),που είχαν βλέψεις στην πέρα από τον Αλφειό χώρα. Αυτοί πέρασαν τον Αλφειό, κα εισέβαλαν στη Μακιστία. Ενίκησαν τους Μινύες και κατέστρεψαν το κράτος τους. Απ’ αυτούς άλλοι εγκατέλειψαν τη χώρα τους κι άλλοι υποδουλώθηκαν στους Αιτωλο-Ηλείας δηλαδή τους Επιειούς.
  Η ακρόπολη του Μάκιστου πήρε τ’όνομα Σαμικό και η πόλη Σαμία. Από τότε η χώρα των Μινύων ονομάστηκε Τριφυλία και τ’όνομα αυτό διατήρησε σ’όλη την αρχαιότητα. Και τούτο γιατί οι κάτοικοί της προήλθαν από τη συγχώνευση τριών φυλών, τους : 1) Πύλιοι που προήλθαν από τη συγχώνευση Καυκώνων και Νηλειδών. 2) Μινύες 3) Αιτωλο-Ηλείοι (Επειοί).
Αυτά τ’αναφέρει ο ιστορικός Πολύβιος γράφοντας «Λέγονται Τριφύλιοι. Παρά το οικισθήναι από τριών φύλων των αυτοχθόνων Καυκώνων και των εκ της Θεσσαλίας ελθόντων και συγχωνευθέντων και Λαπιθών (Νηλειδών) των επιδραμόντων Μινύων και των ύστερον εποικισθέντων Επειών. Έτσι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής ονομάσθηκαν Τριφύλιοι και οι πόλεις του Τριφυλιακές.
  Οι Τριφύλιοι ανέπτυξαν εξαιρετική δραστηριότητα σ’όλους οικονομικούς τομείς. Πρόκοψαν στη γεωργία, κτηνοτροφία, υφαντουργία, αγγειοπλαστική, αλιεία, ναυτιλία, εμπόριο. Η γόνιμη γη της και η φροντισμένη καλλιέργεια έδιναν άφθονα δημητριακά, λάδι, κρασί. Ακόμη καλλιεργούσαν λινάρι και βύσσο (βαμβάκι) που με  αυτά όπως γράφει ο Ηρόδοτος έφτιαχναν ωραία και πολυτελή φορέματα. Είχαν προκόψει πολύ στην γλυπτική και αγγειοπλαστική. Ένα ανταλλακτικό εμπόριο είχαν αναπτύξει με τους γείτονες τους και προ παντός με τους Φοίνικες που έφερναν ελεφαντόδοντο, έβενο κ.α. από τα παράλια της Αφρικής και τα αντάλασσαν με τριφυλικά προϊόντα . Επίνειο της ήταν το σημερινό Θολό.
  Ναοί, βωμοί, αγάλματα, ιερά άλση, θέατρα, μεγαλοπρεπή οικήματα δημόσια και ιδιωτικά, αγορές, στάδια, αναμνηστικές στήλες στόλιζαν τις πόλεις και τα πολίδια (χωριά).Σ’αυτά γίνονταν κάθε είδους γιορταστικές εκδηλώσεις, πανηγύρια, αγώνες. Ο πληθυσμός της Τριφυλίας αυξήθηκε σημαντικά και η περιοχή έγινε πυκνοκατοικημένη. Αργότερα όμως από δυσμενείς ίσως καιρικές συνθήκες, επιδημίες, επιδρομές εχθρών είχαν αποτέλεσμα τη δημιουργία δημογραφικού προβλήματος. Πολλοί μετανάστευσαν ( κυρίως προς την σημερινή Ιταλία) και ίδρυσαν αποικίες. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι και η Ερέτρεια αποικίσθηκε από τον Ερετριέα που καταγόταν από την περιοχή του Μακίστου. Κι έτσι να μην είναι πολλοί Τριφύλιοι εγκαταστάθηκαν στην Ερέτρεια. Οι ντόπιοι τους περιγελούσαν επειδή στις καταλήξεις χρησιμοποιούσαν «ρ» αντί για «σ» π.χ. ταις δραχμαις: ταιρ δραχμαίρ.
  Από τότε έρχισε η παρακμή. Η Τριφυλία πολύ λίγα χρόνια έμεινε ελεύθερη. Υποδουλόθηκε στους γειτονικούς λαούς, άλλοτε Σπαρτιάτες, άλλοτε Ηλείους. Έτσι η ανεξαρτησία της βρισκόταν σε συνεχή δοκιμασία.
1)Οι Σκιλλούντιοι της Τριφυλίας βοήθησαν τους ομόφυλους τους Πισάτες στη διαμάχη που είχαν με τους Ηλείους για το χώρο της Ολυμπίας. Αυτό βρήκαν αφορμή οι Ηλείοι και το 672 π.Χ.  εισέβαλαν στην Τριφυλία και τη λεηλάτησαν. Σ’αυτό τους βοήθησαν και οι Σπαρτιάτες γιατί ο βασιλιάς του Λεπρέου Δαμαθοίδας γαμπρός του Αριστομένη είχε βοηθήσει τους Μεσσήνιους στο Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο (685-667 π.Χ.)
2) Το 580 π.Χ. οι Ηλείοι ξαναεισβάλλουν στην Τριφυλία και την καταλαμβάνουν. Όμως το 550 οι Τριφύλιοι με τη βοήθεια των Σπαρτιατών αποχτούν ξανά την ανεξαρτησία τους.
3)Το 479 π.Χ. οι Λεπρεάτες της Τριφυλίας πήραν μέρος στη μάχη των Πλαταιών με 200 άντρες όπως αναφέρει ο ιστορικός Ηρόδοτος.
4)Ύστερα από τους Περσικούς πολέμους οι Ηλείοι εισβάλλουν ξανά στην Τριφυλία τη λεηλατούν και καίνε όλες τις πόλεις της. Οι Τριφύλιοι όμως τις ξανάχτισαν και τις ανασυγκρότησαν εκτός από το Νούδιο που είχε ερημωθεί ολότελα. Ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος γράφει σχετικά μ’ αυτά : «Αλλά η επί της γης Πισάτιδος της Τριφυλίας κυριαρχία των Ηλείων δεν υπήρξε ασφαλής και ολοσχερής. Οι Πισάται και Τριφύλιοι πολλάκις επαναστάτησαν υπό ιδίους βασιλείς και εκ διαλειμμάτων ανελάμβανον ει μέρει την αυτονομίαν των.»
5) Οι τριφύλιοι στο Γ’ Μεσσηνιακό πόλεμο (464-454 π.Χ.) εκτός των Λεπρεατών βοήθησαν τους Μεσσήνιους κατά των Σπαρτιατών.
6) Στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμοθυ (431- 404 π.Χ.) οι Τριφύλιοι γίνονται σύμμαχοι των Αθηναίων. Τότε οι Σπαρτιάτες εισβάλουν στη χώα τους και γίνονται κύριοι όλων των πόλεων. Εισάγουν σ’αυτές το ολιγαρχικό σύστημα και χωρίζουν τους Τριφύλιους σε κόμματα και παρατάξεις. Έτσι δημιουργούν κοινωνικές αντιθέσεις και διχόνοιες και αρχίζει ένας εξοντωτικός εμφύλιος πόλεμος. Στη διάρκεια αυτού οι Τριφυλία κυριαρχείται από τους Ηλείους που είναι σύμμαχοι των Σπαρτιατών.
7)  Στα 402-400 π.Χ. ξέσπασε ένας πόλεμος ανάμεσα σε Σπαρτιάτες και Ηλείους. Τότε οι Ηλείοι ενικήθηκαν από τους Σπαρτιάτες και υποχρεώθηκαν να αφήσουν ελεύθερη την Πισάτιδα και όλη την Τριφυλία. Οι Ηλείοι στη συνθηκολόγηση ζήτησαν να κρατήσουν το Αίπιο και την Αλιφείρα, που τις είχαν αγοράσει από τον τύραννο της Μεγαλόπολης. Οι Σπαρτιάτες απέρριψαν την πρότασή τους με την αιτιολογία πως δεν είναι σωστό οι ισχυρότεροι να αγοράζουν με τη βία μια μικτή χώρα. Τότε παραχωρήθηκε από τους Σπαρτιάτες κτήμα στο Σκιλλούντα στον εξόριστο Αθηναίο Ξενοφώντα. Εκεί ο ιστορικός έγραψε τα βιβλία «Κύρου ανάβασις», «Κύρου Παιδεία» κ.α.
8)Σ’ολο αυτό το διάστημα οι Τριφύλιοι είναι αυτόνομοι και φίλοι των Σπαρτιατών. Το 387 π.Χ. αντισπαρτιατικές φατρίες διώχνουν από τις πόλεις τους φιλολάκωνες. Αυτοί δε, με τη βοήθεια των Σπαρτιατων προέβησαν σε σφαγές αντιφρονούντων.
9) Το 372 π.Χ οι Τριφύλιοι γίνονται μέλη της Αρκαδικής ομοσπονδίας. Δυό χρόνια αργότερα αναγκάζονται να πάρουν μέρος στο συνοικισμό της Μεγαλόπολης που χτίστηκε από την Αρκαδική ομοσπονδία με συμμετοχή 40 πόλεων και με πρωτοβουλία του Θηβαίου Επαμεινώνδα.
10) το 366 π.Χ. με τη βοήθεια των Σπαριατών οι Ηλείοι ξανά κυριάρχησαν και υπέταξαν την Τριφυλία. Τότε οι Σπαρτιάτες είχαν συμφιλιωθεί με τους Ηλείους κι ήταν εναντίον των Αρκάδων που υποστήριζαν τους Τριφυλίους. Στην εποχή του Μ.Αλεξάνδρου οι Τριφύλιοι αναγνώρισαν αυτόν σαν αρχηγό όλων των Ελλήνων και πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά των Περσών. Οι συνεχείς πόλεμοι, οι εμφύλιοι σπαραγμοί, οι επιδρομές των εχθρών αποδυνάμωσαν πολύ τις Τριφυλιακές πόλεις. Στην εποχή του Πολύβιου υπήρχαν οι εννέα πόλεις τις Τριφυλίας αλλά πολύ αποδυναμωμένες, εκτός από το Λέπρεο και τη Μάκιστο όπου είχαν την επικυριαρχία σε όλη την Τριφυλία που την είχαν μοιράσει σε δύο περιοχές τη Λεπρεάτιδα και τη Μακιστία. Από τη Νέδα μέχρι το Λαπίθα εκτείνονταν η Λεπρεάτιδα γη, από το Λαπίθα μέχρι τον Αλφειό η Μακιστία.
  Με την ίδρυση της Αχαικής Συμπολιτείας τον 3 π.Χ. αιώνα οι Τριφύλιοι έγιναν ομόσπονδα μέλη της. Στο συμμαχικό πόλεμο (220-207 π.Χ)ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Ε’ κατέλαβε την Τριφυλία χωρίς ο ευρισκόμενος εκεί στρατός των Σπαρτιατών, Ηλείων, Αιτωλών να τον εμποδίσει. Την περιοχή λοιπόν ο Φίλιππος την παρέδωσε στους Αχαϊούς. Αυτοί την εξουσίαζαν μέχρι την εποχή των Ρωμαίων (146 π.Χ)οπότε ολόκληρη η Ελλάδα υποτάχθηκε σ’αυτύς και η περιοχή πήρε το όνομα Αχαία. Οι Ρωμαίοι αναγνώρισαν σαν ανεξάρτητη περιοχή το Νότιο τμήμα της Τριφυλίας τη Λεπρεάτιδα, ενώ το Βόρειο,την Μακιστία, την παραχώρησαν στους Ηλείους.
   Η επικυριαρχία των Ρωμαίων κράτησε απο το 146 π.Χ. μέχρι το 325 μ.Χ. όταν αυτοκράτορας του ρωμαικού κράτους έγινε ο Μέγας Κωνσταντίνος που μετέφερε την πρωτεύουσα από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη κι έβαλε τα θεμέλια της μετέπειτα Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Τα στοιχεία τα πήραμε από τα εξής βιβλία:
1)      Η Ιστορία της Μίνθης (και του ευρύτερου χώρου) του Θανάση Κλωνάρη.
2)      Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων του Γεωργίου Παπανδρέου
3)      Η Ηλεία στον μύθο και την Ιστορία του Μιλτιάδη Κάπου