Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Ένα ακόμη όμορφο Πάσχα στη Μοφκίτσα!


Χριστούγεννα στην πόλη και Πάσχα στο χωριό λέει η λαϊκή παροιμία! Φτιάξαμε λοιπόν βαλίτσες με γιορτινά ρούχα, αποχαιρετήσαμε την πόλη και πήραμε τον εορταστικό δρόμο προς το χωριό.  Επιστροφή στα παλιά μας τα λημέρια, εκεί που μεγαλώσαμε, όπου υπάρχουν θύμισες. Tα κλειστά σπίτια άνοιξαν, οι  εκκλησία με αρκετό κόσμο. Η ζωή ξανάρθε στο χωριό. Ημέρες χαράς, ημέρες αγάπης, ημέρες για αντάμωμα με συγγενείς και φίλους έστω και για λίγες μέρες. Άνθρωποι όλων των ηλικιών που επέστρεψαν για λίγο στη γενέτειρα τους για να γιορτάσουν το Πάσχα και να σμίξουν με συγγενείς και φίλους.
Επιστροφή στην φύση. Το Πάσχα συμπίπτει με το απόγειο της άνοιξης! Το χωριό και γενικά η ελληνική επαρχία έχει βαφτεί με τα καλύτερα χρώματα.
Εορταστικό κλίμα! Περπατήσαμε στους δρόμους και στην όμορφη πλατεία του χωριού, απολαύσαμε τις παραδοσιακές γεύσεις, γλυκά, μυρωδιές αλλά και τα εγκάρδια χρόνια πολλά των συγχωριανών μας!  Στο χωριό το Πάσχα κρατά όλες τις μέρες. Κατανυκτική λειτουργία όλες τις μέρες της Μεγάλης  Εβδομάδας στην εκκλησία του χωριού μας, ο στολισμός του Επιταφίου αλλά και η Ανάσταση του Κυρίου. 
Ζήσαμε και φέτος την κάθε στιγμή και γιορτάσαμε όλοι μαζί με τις οικογένειές μας! 
Χρόνια Πολλά, Χριστός Ανέστη!


Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Εκλογές στον Πολιτιστικό Σύλλογο Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ"


 Καλούνται όλα τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" στην Τακτική Γενική Συνέλευση του συλλόγου μας, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 22 Απριλίου 2018, Βουλής 34 (Ισόγειο) και ώρα 11.00πμ:  
Θέματα Γενικής Συνέλευσης:
  1. Διοικητικός και Οικονομικός Απολογισμός της διετίας 2016-2018.
  2. Έκθεση Εξελεγκτικής Επιτροπής της διετίας 2016-2018.
  3. Προτάσεις - τοποθετήσεις - συζήτηση επί των προς τροποποίηση διατάξεων του από 17/10/1984 ιδρυτικού καταστατικού του συλλόγου μας και ψήφιση αυτών.
  4. Εκλογές για την ανάδειξη Νέου Διοικητικού Συμβουλίου και εξελεγκτικής επιτροπής.
Η παρουσία όλων κρίνεται απαραίτητη. Σας περιμένουμε να συμβάλλετε με τη συμμετοχή, τις ιδέες και τις προτάσεις σας στην αναβάθμιση, την ανανέωση και τη βελτίωση της λειτουργίας του Συλλόγου μας, έτσι ώστε να συνεχίσει τη δράση του και την προσφορά του στον πολιτισμό και στο χωριό μας που τόσο αγαπάμε.
Για το Διοικητικό Συμβούλιο
      Ο Γραμματέας                                       Η Πρόεδρος
 Μάνθος Κατσάμπουλας        Ντόρα Παναγοπούλου

Υ.Γ. Το Δ.Σ του συλλόγου, πιστεύει στην  ενεργό συμμετοχή όλων μας. Πιστεύει στον ενεργό πολίτη που μάχεται, διεκδικεί, οραματίζεται, στοχεύει και πετυχαίνει. Είναι γεγονός ότι έχουν αλλάξει πολλά, σήμερα. Βιώνουμε μια δύσκολη περίοδο, το ενδιαφέρον των πολιτών, και ειδικά, των νέων με τα κοινά περνάει ένα είδος κρίσης. Από τη στιγμή που επιλέγουμε τη λύση της μη συμμετοχής, οποιαδήποτε περίοδο και αν διανύουμε, η περιφρόνηση των πολιτών στα κοινά, συνήθως, συνεπάγεται αδράνεια, απραξία, έλλειψη προόδου. Όσο το ποσοστό αποστροφής στα κοινά αυξάνεται, τόσο, μεγαλύτερες επιπτώσεις έχει. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μεγαλώνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, γιατί κανείς δε διεκδικεί τίποτα. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η ενεργός συμμετοχή όλων μας, μέσα από το σύλλογο, μέσα από συλλογικούς φορείς. Διαφορετικά, κάθε αύριο θα είναι και χειρότερο και χωρίς δραστηριότητα δεν χτίζεται το μέλλον για μας αλλά και για τις επερχόμενες γενιές.
                                 Το Διοικητικό Συμβούλιο

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Πασχαλινές ευχές!


Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" εύχεται στα μέλη και φίλους του συλλόγου Χρόνια Πολλά, Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

"Μοιρολόγια" Το Μοιρολόι στη Μοφκίτσα


Επιμέλεια: Μαρία Κανελλοπούλου


Το μοιρολόι κατείχε ένα σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού μας τότε που αυτό είχε ζωή. Το μοιρολόι "γόος" των αρχαίων ελλήνων που συνεχίσθηκε στα Βυζαντινά χρόνια σαν "ανάκλημα" συνεχίστηκε και εντάθηκε στα χρόνια της σκλαβιάς, τότε που η ζωή του κάθε έλληνα ήταν ανείπωτη τραγωδία. Συνέχισε ως τις μέρες μας αποδεικνύοντας την άρρηκτη συνέχεια της φυλής μας, μιας φυλής Μεσογειακής που τίποτε δεν αντιμετώπιζε αθόρυβα ούτε και  αυτόν τον θάνατο. Τίποτε δεν αφήνει να περνάει απλά και αθόρυβα. Το θάνατο ακολουθούσε ο θρήνος από τα χρόνια του Ομήρου και τα χρόνια της λατρείας της Μέλαινας Δήμητρας.
  Ο λαός μας έζησε πολύ τραγικές εποχές, και μέσα στην τραγωδία του έκανε το θρήνο λυρικό τραγούδι, το μοιρολόι. Το έκανε μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Το μοιρολόι ήταν συμπαράσταση στους πενθούντες, επικοινωνία με τους νεκρούς, ψυχική ανάγκη.
Τα μοιρολόγια ήταν λυπητερά, λυρικά τραγούδια, δημιουργήματα γυναικών που είχαν το ταλέντο να δημιουργούν από τον πόνο στίχους, παρ' όλο ότι η πορεία της ζωής τους ήταν περιορισμένη στα πλαίσια μιας κλειστής καταπιεστικής αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας. Αυτά τα ποιήματα, πεζοτράγουδα και τι δεν είχαν. Είχαν μέτρο, ρυθμό, επίθετα, μεταφορές, παρομοιώσεις, διαλόγους, στοιχεία υπερβολής, κ.α.
  Η διαδικασία του μοιρολογίσματος είχε τάξη που βασιζόταν σε άγραφους κανόνες. Ξεκινούσε όταν ο ήλιος ανέτειλε και σταματούσε το ηλιοβασίλεμα. Ξεκινούσε πάντα μια ηλικιωμένη και ακολουθούσαν οι άλλες.  Ήταν δε αυτή η διαδικασία μια παράσταση απλοϊκή, αλλά πολύ σχετική με την παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Κορυφαία του χορού η πρωτομοιρολογίστρα και μέλη του χορού οι υπόλοιπες γυναίκες.
Από τα ακούσματα που έχω από την γιαγιά Αγγελική, περίφημη πρωτομοιρολογίστρα του καιρού της ήταν η θεία της Χάιδω Κοκκώνη, η οποία διέθετε και μια καταπληκτική φωνή. Έχω δε συγκρατήσει δυο μοιρολόγια, ένα που ξεκινούσε και ένα που τελείωνε όταν σήκωναν για την εκκλησία τον νεκρό και ειπώθηκαν από τις Μοφκιτσάνες θείες μου στην θανή της αδελφής μου.
"Καλάκαμες και πέθανες και μ' άνοιξες τους πόνους
τους περσινούς, τους φετινούς, τους αλησμονημένους
Όποια δεν έχει πεθαμό, δεν κλαίει τους πεθαμένους
Όποια δεν έχει αξαφνιά, δεν κλαίει τους ξαφνιασμένους
Όποια δεν έχει σκοτωμό, δεν κλαίει τους σκοτωμένους
Όποια δεν έχει ξενιτειά, δεν κλαίει ξενιτεμένους.
Και απαντούσαν οι γυναίκες ανάλογα με τα συμβάντα της ζωής της κάθε μιας.
Εγώ έχω τον πεθαμό και κλαίω τους πεθαμένους
Εγώ έχω την αξαφνιά και κλαίω τους ξαφνιασμένους κλπ."

*****
" Ήρθε η ώρα η πικρή, του χωρισμού η ώρα
ποια έχει λόγο να μου πει και γράμμα να μου δώσει
ποια έχει ρούχα στο μποξά, στον Άδη για να στείλει
Και απαντούσαν οι γυναίκες ανάλογα τη ζωή της μία - μία.
Εγώ έχω λόγο να σου πω και γράμμα να σου δώσω
έχω και ρούχα στον μποξά στον Άδη για να στείλω
γιατί έχω τον πατέρα μου στον Άδη χρόνια δέκα ή
έχω την αδερφούλα μου και καρτερεί στον Άδη  κ.α"

*****
Η καλή μοιρολογίστρια εκτός από φωνή έπρεπε να διαθέτει το ταλέντο του αυτοσχεδιασμού "συνταιριάσματος", να είναι καλή συνταιριάχτρα έλεγε η γιαγιά μου.
Το μοιρολόι έπρεπε να περιλαμβάνει οτιδήποτε είχε σχέση με το νεκρό, συνήθειες, χαρακτηριστικά, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, τρόπο θανής κ.α.
Στην Μοφκίτσα τα μοιρολόγια τα έλεγαν τραγούδια. Άλλωστε λυπητερά, λυρικά τραγούδια ήταν.  Εγώ τραγούδια πολλά σας έμαθα, θέλω τα καλύτερα στην θανή μου έλεγε η σπουδαία πρωτομοιρολογίστρια Παναγιώτα χα Αντωνίου Κριτσέλη (Χριστοδουλαντώναινα) απευθυνόμενη στις νεότερες.
Ήταν αυτή που έφερε στο χωριό εκείνο το μοιρολόι που κατέπληξε όταν θρηνούσε τον πρόωρα χαμένο γαμπρό της Μήτσο Κοκκώνη.
"Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη
Ένας γυρεύει την Λαμπρή κι άλλος το καλοκαίρι
κι ο Μήτσος τ' Άγιου Δημητριού που είναι η γιορτή του
που βγαίνουν τα γλυκά κρασιά που ανοίγουν τα βαγένια
κανείς δεν τους αγροίκησε εκεί στον κάτω κόσμο
μόνο μια κόρη όμορφη, μια μικροπαντρεμένη
πάρτε και εμέ λεβέντες μου να βγούμε από τον Άδη.
Κόρη βροντάν τα ρούχα σας μας αγροικούν οι άλλοι
τα βγάνω τα παντέρημα, στον Άδη τα αφήνω…"
Το υπόλοιπο το έχω ξεχάσει.
Σαν παιδί περνούσα τα καλοκαίρια μου στη Μοφκίτσα και την αγάπησα τόσο πολύ που σε όλους λέω εγώ έχω δυο χωριά, δυο πατρίδες. Ένα Καλοκαίρι συνέβη ο θάνατος του Αλέξη Κόντου και είχα εντυπωσιαστεί από τον γρήγορο αυτοσχεδιασμό που έκαναν οι ηλικιωμένες του χωριού για τον πρόωρο χαμό του.
"Μην με σκεπάζεις ουρανέ, μην με πλακώνεις χώμα
γιατί εγώ δεν φόρεσα καπέλο με κορώνα (στρατός)
Μην με σκεπάζεις ουρανέ, μην με πλακώνεις χώμα
γιατί εγώ δεν φόρεσα στεφάνι κι αρραβώνα (γάμος)"
Σαν παιδί είχα ζήσει δίπλα στην αξιοσέβαστη γιαγιά Γαρούφω Κριτσέλη (αδελφή της γιαγιάς μου) με είχε εντυπωσιάσει ότι είχε αυτοσχεδιάσει για όλο το φάσμα της ζωής της έχοντας χάσει τον εικοσάχρονο γιό της Ανδρέα. Απομακρυνόταν, απομονωμένη μονολογούσε. ¨όταν τελείωνε ήταν ήρεμη με ένα πικρό χαμόγελο σαν να έχει επιτελέσει ένα αναγκαίο καθήκον, σαν να είχε έρθει σε επαφή με την ψυχή του παιδιού της.
Έτσι κάνουν όλες έλεγε η γιαγιά μου. Όταν είχε μπροστά της κάποιο νεκρό.
"Εκεί που πας (όνομα) κι εκεί που σεργιανίζεις
αν βρεις τις νιές χαιρέτα τες, τους νιούς κουβέντιασέ τους
Αν βρεις και τον Ανδρέα μου, πολλά φιλιά να δώσεις.
Και πώς να τον γνωρίσω εγώ τον γιόκα σου στον Άδη;
Ψηλός, λιγνός ειν' στο κορμί, μελαχρινός στα κάλλη
έχει τα μάτια σαν ελιά, τα φρύδια σαν γαϊτάνι.
Όταν πλησίαζε κάποια μεγάλη γιορτή.
Σαν έρθουν Ανδρέα μου Λαμπρές και μεγαλογιορτάδες
εγώ για το χατίρι σου πικρά θ' αναστενάξω
για να ιδείς Ανδρέα μου πόσο πονάει η μάννα
για να τα' ακούσει ο χάροντας, να λυπηθεί τις μάνες.
Όταν συνέβαινε κάποιο ευχάριστο γεγονός:
Εμένα μου στείλανε παραγγελιά απ' τον Άδη
εκεί που γίνονται χαρές, ποτέ να μην περάσω
νάναι η καρδούλα μου βαριά, νάν' η ψυχή μου μαύρη
νάναι και τα ματάκια  βρύση που δεν στερεύει."
Είναι για μένα η γιαγιά Γαρούφω απεικόνιση της θεάς Δήμητρας της Μέλαινας (μαυροφορεμένης), μια εικόνα της μάνας Παναγιάς.
Υπήρχαν πολλές ταλαντούχες μοιρολογίστρες στο χωριό που εγώ τις αγνοώ. Η γιαγιά μου είχε αναφέρει εκείνο το πικρό συνταίριασμα της θείας της Αθηνάς Κοκκώνη για τον σκοτωμένο στην Μικρά Ασία γιό της.
"Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει μέσα στην τουρκιά
να κάψει τις κορώνες τους να κάψει τα σπαθιά τους
να κάψει τις καρδούλες τους, όπως και τη δική μου
και για τον πονεμένο πατέρα  Κωνσταντή (άνδρα της)
Πανηγυράκι γίνεται στον Άγιο Κωνσταντίνο
κι ο Κωσταντής που γιόρταζε, καθόταν λυπημένος
φάτε και πιέτε ρε παιδιά κι έχετε και το νου σας
γιατί περνάει ο χάροντας καβάλα στο άλογό του
Μαύρος είναι, μαύρα φορεί, μαύρο και τ' αλογό του,
μαύρα είναι και τα δόντια του, που τρώει τους λεβέντες
τα παλληκάρια τα καλά και τους πολεμιστάδες."
Επίσης η γιαγιά μου είχε αναφέρει σαν εξαίρετα ταλαντούχα  μοιρολογίστρια την Γεωργίτσα Παπαδάμη που άφησε το ταλέντο της να φανεί στον πρόωρο χαμό του αδελφού της  και στην συμμετοχή της στον θρήνο του πρώτου της εξαδέλφου Αντώνη Αγραπηδά, του αγνοημένου ήρωα της Μοφκίτσας που παρασημοφορήθηκε στο Μικρασιάτικο Μέτωπο και πέρασε τα πάνδεινα αιχμάλωτος στο "Αμελέ Ταμπουρού" τάγματα εργασίας των Τούρκων και επέστρεψε με την ανταλλαγή αιχμαλώτων.
Λόγω της συγγενικής μας σχέσης (αδελφός του παππού μου) έχω καταγράψει δυο αυτοσχεδιασμένα απ' αυτήν μοιρολόγια.
"Αντώνη μου που κείτεσαι, λεβέντη μου που είσαι
Αντώνη την ψυχούλα σου, ο χάρος που την βρήκε
εκεί που ειν' τα ψηλά βουνά κι οι κάμποι οι μεγάλοι
κι η πικροθάλασσα πλατιά, περάσματα δεν έχει
θ' ανοίξω δρόμους στα βουνά, στους κάμπους μονοπάτια
και για την πικροθάλασσα, καράβι θ' αρματώσω
να φέρει η μάνα σου κερί κι η αδελφές σου λάδι
κι η πρώτη ξαδερφούλα σου να φέρει το λιβάνι"

*******
"Ο χάρος εσεργιάνιζε, εκεί στα ξένα μέρη
λεβέντες εσημάδευε, καλούς κι αντρειωμένους
και στον Αντώνη έριξε, βόλι φαρμακωμένο
κι ο Αντώνης μας εφώναξε μες στ'αγγελόκρουσμά του
Πού 'σαι αδερφούλα μου καλή, μανούλα αγαπημένη
για να μου πλύντε τις πληγές να με νεκροστολίστε,
και πρωτοξαδερφούλα μου να πεις τα μοιρολόγια.
Ο Χάρος με σημάδεψε, στον Άδη με πηγαίνει.
κι πάλι ο Αντώνης εγύρεψε, μια χάρη να του κάνει.
Παρακαλώ σε χάρε μου, του κάτω κόσμου αφέντη
να στείλω μήνυμα πικρό, στη δόλια μου μανούλα
με το πουλάκι τα' ουρανού, με το χελιδονάκι.
Χελιδονάκι μου καλό και κοσμογυρισμένο
για πέρνα απ' το σπιτάκι μου και κάτσε στην αυλή μου
και πέσε στην μανούλα μου, να μην με περιμένει
να μην αλλάξει του Χριστού, στην εκκλησιά μην πάει
και την Λαμπρή ανήμερα, τραπέζι να μην στρώσει
Οι Τούρκοι με φονέψανε, εδώ στα ξένα μέρη
Τούρκε οχτρέ, Τούρκε φονιά, Τούρκε καταραμένε
πήρες τον ήλιο απ' το πρωί και τα' άστρια από τη νύχτα
φόνεψες το παιδάκι μου κι έκαψες την καρδιά μου."
Δεν ξέρω αν η αγράμματη κι απλοϊκή Μοφκιτσάνα Γιωργίτσα Κριτσέλη - Παπαδάμη είχε να ζηλέψει κάτι από το ταλέντο μιας ποιήτριας καταξιωμένης.
Έχω καταγράψει μοιρολόγια αγαπημένα και πολυτραγουδισμένα στη Μοφκίτσα στα σαρανταήμερα μνημόσυνα που η θεία μου Μαρία Αγραπηδά με την ωραία φωνή της είπε για την αδελφή μου κάνοντας όλους να κλάψουν.
"Σαν πήρα έναν ανήφορα, κι έναν ανηφοράκο
να βρω κλαράκι να σταθώ, πέτρα για ν' ακουμπίσω
ούτε πετρούλα απάντησα, ουτε κλαράκι ευρήκα
πήρα ένα έρημο στρατί, μ' εβγαλε στου Αγιωργιού την πόρτα
Γειά σας χαρά σας άνιφτοι, καλως τον τον νιμένο
πως τα περνάτε ρε πιδιά, εδώ στον κάτω κόσμο΄
δίχως φαι, διχως ψωμί, δίχως δικό κανένα
πώς να περάσουμε παιδιά, εδώ στον κάτω κόσμο
εδώ είναι τα φίδια πλεχταριά κι οχιές περιπλεγμένες
Όταν πεινάνε για ψωμί, τρώνε απ' το κορμί μας
κι όταν διψάνε για νερό, το αίμα μας βιζαίνουν
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά, θα σε παρακαλέσω
να μη μου φας τα μάτια μου, τα θέλω για να βλέπω
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά θα σε παρακαλέσω
να μην μου φας τα χέρια μου, θέλω να χαιρετίσω
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά θα σε παρακαλέσω
να μην μου φας τα πόδια μου, θέλω να περπατήσω
με καρτερούν στο σπίτι μου, πίσω για να γυρίσω."

*****
"Εμένα με πήρε ο πόνος σου, με πήρε κι ο καημός σου
μωρ' αν σε πήρε ο πόνος μου, σε πήρε κι ο καημός μου
για πέρνα απ' το μνήμα μου κι απ' το νεκρόταφό μου
και σκάψε με τα νύχια σου, σαν άγρια  γερακίνα
και ρίχτ' το χώμα από τη μια, την πλάκα από την άλλη
και σήκω το μαντήλι μου, να δεις το πρόσωπό μου
κι αν είμαι όπως με ήξερες, σκύψε κι αγκάλιασέ με 
κι αν είμαι μαύρη κι άραχνη, σκύψε και σκέπασέ με
και παρ' τα χέρια σταυρωτά και την καρδιά κρατώντας
και τράβα στο σπιτάκι μας και κάτσε στη γωνιά μας
και βάλε μια ψιλή φωνή, όσο κι αν έχεις βάλε
ναρθούν ματάκια θλιβερά, ναρθούν καρδιές καμένες
άλλη  να κλαίει τον άνδρα της κι άλλη την αδερφή της
και εσύ να κλαις εμένανε, που πια δεν ξαναβλέπεις."

*****
"Στο παραθύρι να μην βγεις, στην πόρτα να μην κάτσεις
και παραπέρα στην αυλή, να βγεις να κουβεντιάσεις
το παραθύρι έχει δροσιά κι η πόρτα έχει κουβέντα
και παραπέρα η αυλή διασκέδαση μεγάλη
Αλησμονάς και χαίρεσαι και χαίρεται η καρδιά σου
δεν πρέπει πια να χαίρεσαι, μηδέ να κουβεντιάζεις
μον' πρέπει εσύ να κάθεσαι, σε έρμο στευροδρόμι
κι εκεί να κλαις τα ντέρτια σου, να κλαις και τους καημούς σου
για να τα' ακούσει η μαύρη γη, λουλούδια να μη βγάλει
για να τα' ακούσουν τα κλαριά, ποτά να μην ανθίσουν."

*****
"Για πεσ μου πότε θε να ρθεις και πότε θα γυρίσεις
να έχω η δόλια απαντοχή, να έχω η έρμη ελπίδα
για να στρώσω κόκκινα, να στρώσω βελουδένια.
Μωρή τι στρώνεις κόκκινα, τι στρώνεις βελουδένια
Μωρ' μαύρη ποιος σε γέλασε και ποιος σε κοροϊδεύει;
Εδώ που μπήκα εγώ, πίσω δεν ξαναβγαίνω
εγώ στα έμπα βρήκα ανοιχτά, στα έβγα ηύρα κλεισμένα
Με κλειδωνιές Βενετικές, με αμπάρες σιδερένιες
εδώ το λένε μαύρη γη, το λένε στο μηγύρι
Εδώ ειν' τα μνήματα, δασιά κεφάλι με κεφάλι"

*****
"Ο χάρος εβουλήθηκε να φτιέξει περιβόλι
βάζει τις νιές για λεμονιές, τους νιους  για κυπαρίσσια
τα μικρομέγαλα παιδιά, μόσχους και καρυοφύλλια
και τους καλούς τους γέροντες, φραγή στο περιβόλι.
Αχ να μπόραγα να άνοιγα, πόρτα στο περιβόλι
να κόψω κλάρες λεμονιάς, κλαριά από κυπαρίσσια
και να γεμίσω την ποδιά, μόσχους και καρυοφύλλια
να ακουμπήσω στην φραγή, λίγο να ξαποστάσω
να βρω τον πατερούλη μου, κουβέντα να του πιάσω
να βρω και τη μανούλα μου, ορμήνιες να γυρέψω."

*****
Είναι πάρα πολλά τα μοιρολόγια του χωριού, επειδή δεν έχω καταγράψει πολλά, αν συμπληρώσουν άλλοι που έχουν βιώματα  και μνήμες από το χωριό, πιο πολλές από εμένα, γιατί εγώ μπορώ να μπερδέψω μερικά.
Πολύ πονεμένα ήταν και τα μοιρολόγια αυτών που πέθαναν στην ξενιτειά. Η οικογένεια του παππού μου είχε τέτοια απώλεια, όταν πέθανε ο αδερφός του Θεόδωρος στην Αμερική. Ο παππούς μου είχε πει μερικά που έλεγε η πονεμένη μητέρα του και προγιαγιά μου.
"Ανάθεμά σε ξενιτειά, όσα καλά κι αν έχεις
κι αν έχεις πύργους γυάλινους, πύργους μαλαματένιους
Εγώ είδα , εγώ άκουσα, τους ξένους πως τους θάβαν
δίχως λιβάνι και κερί, δίχως παπά και ψάλτη
αλλάργα από τις εκκλησιές, αλλάργα από τους άγιους
και πάνε και τους θάβουνε, σε έρημα χωράφια"

*****
"Ξένος εψυχοράγαγε, σε ξένο παραγώνι
τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει
μαϊδ' αδερφό, μαϊδ' αδερφή, ούτε τη δόλια μάνα
να είχα μανούλας γόνατα και αδερφής αγκάλη
να είχα νερό απ' τον τόπο μου και μήλο απ' τη μηλιά μου."

*****
"Παιδάκι μου πώς να το ειπώ, το μαύρο μοιρολόι
ξένοι σου φέραν το νερό, ξένοι σε σιγυράγαν
ξένοι σου στρώναν τα σκουτιά, τα γιατρικά σου δίναν
ξένοι τα χέρια σταύρωσαν και κλείσανε τα μάτια
ξένοι σε εδίακαν στην εκκλησιά, στον έρημο τον τάφο
κι από τον πόνο τον πολύ, της ξενητειάς τη λύπη
βαλαντωμένος έπεσες, στο έρμο σου το μνήμα."
*****
"Εγώ επήγα στην ξενιτειά, να κάτσω δέκα μήνες
κι η ξενιτειά με γέλασε κι έκαμα δέκα χρόνους
παρακαλώ σε ξένη γη, να μη με αρρωστήσεις
γιατί η αρρώστια θέλει
 θέλει μανούλας αγκαλιά και αδερφής  φροντίδα
Κι η πρώτη μου ξαδέρφισσα, να κάθεται κοντά μου
Όσο 'χει ο ξένος την υγειά, όλοι τον αγαπάνε
μα 'ρθε καιρός κι αρρώστησε ο ξένος να πεθάνει
κι ο ξένος αναστέναξε κι η γη αναταράχτη."

*****
Πριν μερικά χρόνια συγκινήθηκα από την θεια Μαλλιώ της Μοφκίτσας, που όταν αντίκρυσε νεκρή την αδελφή της την Πηνειώ είπε:
Ήρθα αδερφούλα να σε τραγουδήσω, για να μην μου κατέβεις παραπονεμένη. Πήρα εδώ το σημειωματάριό μου και έγραψα εκείνο το πικρό αυτοσχεδιασμό που έκανε για τον αδελφό τους, το πιο τραγικό συμβάν της ζωής της.
"Στο δρόμο που θα πορευτείς, φαντάρο θ' απαντήσεις
για πάρε ρούχα καθαρά, ν' αλλάξει τα παλιά του
πάρε κρασί και βάλσαμο, να πλύνει τις πληγές του
πάρε κλωνί βασιλικού, για χαιρετίσματά μου."
Αντίο θεια Μαλλιώ, ήσουν από τις τελευταίες. Αντίο στη γενιά της Μοφκίτσας που πήρε μαζί της τους πολιτιστικούς θυσαυρούς, που εμείς, αγνοήσαμε, περιφρονήσαμε, χλευάσαμε. Αν κάποιος γνώστης της λογοτεχνίας το ψάξει , όλα αυτά θα τα εντάξει και θα τους κατονομάσει Λογοτεχνικούς Θησαυρούς.
  Η περιοχή μας ήταν πλούσια σ' αυτόν τον τομέα. Μοιρολόγια έχουν καταγραφεί από πανεπιστημιακούς όπως ο  κ.Ν. Βέης.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Μάρτης (Το βραχιολάκι του Μαρτίου)

Επιμέλεια: Μαρία Κανελλοπούλου

Ο Μάρτης πρώτος μήνας της Άνοιξης πήρε το όνομά του απ' τον θεό των Ρωμαίων Mars του αντίστοιχου δικού μας Άρη που τον θεωρούσαν και πατέρα του γενάρχη τους, του Ρωμύλου.
Στην αρχαία Ελλάδα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου αντιστοιχούσε  στο μήνα Ανθεστηριώνα  που έκαναν τις γιορτές των ψυχών (σημερινά Ψυχοσάββατα) και το δεύτερο δεκαπενθήμερο αντιστοιχούσε στο μήνα ελαφηβολιώνα.
Οι ρωμαίοι θεωρούσαν τον Μάρτη πρώτα μήνα του έτους, την δε πρώτη Μάρτη έψαλλαν τις καλένδες (τα κάλαντα)
Οι δε Βυζαντινοί θεωρούσαν την πρώτη Μάρτη σαν πρώτη ημέρα του πολιτικού έτους, την πρώτη Σεπτέμβρη, πρώτη ημέρα του θρησκευτικού έτους. Οι τρεις πρώτες ημέρες του Μαρτίου και του Αυγούστου θεωρούνται από πολλούς και σαν αποφράδες ς μέρες, ενώ άλλοι θεωρούν και τις τρεις τελευταίες . Επίσης όλα του Μαρτιού τα Σάββατα και  τ' Αυγούστου οι Δευτέρες " θεωρούνται  "δρίμες"(αρχαίων δριμύες) = δηλαδή αποφράδες ημέρες που πρέπει να αποφεύγεται η θάλασσα, οι δύσκολες εργασίες. Απαγορεύεται το λούσιμο (ασπρίζουν και πέφτουν τα μαλλιά), το πλύσιμο των ρούχων (έλιωναν δηλ εφθείροντο εύκολα τα ρούχα, τα έτρωγε ο σκώρος. Το κόψιμο ξύλων για κατασκευές, γιατί θα τα έτρωγε το σαράκι.
"Οι δρίμες του Αυγούστου στα πανιά  και του Μαρτιού τα ξύλα"
Έθιμο πασίγνωστο του Μάρτη που κρατάει ως τις μέρες μας είναι το ασπροκόκκινο πλεχτό βραχιολάκι  που φοριέται στο χέρι για να αποφευχθεί το κάψιμο από τον ήλιο του Μάρτη και να σκορπίσουν από το άτομο κάθε είδους κακά και γρουσουζιές. Το έθιμο αυτό είναι πανάρχαιο βαλκανικό (πιθανόν Αιγυπτιακής προέλευσης). Οι αρχαίοι Αθηναίοι το φορούσαν ή στο χέρι ή στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Μόλις έβγαινε ο μήνας το έπλεναν και το ξανάβαζαν τον επόμενο χρόνο. Στόλιζαν δε με τα ίδια βραχιολάκια το άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Τον 5ο Μ.Χ Αιώνα χαρακτηρίσθηκε από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο συνήθεια ειδωλολατρική. Στην Νεότερη Ελλάδα πλεκόταν τη νύχτα την τελευταία του Φεβρουαρίου και φοριόταν την αυγή της πρώτης ημέρας του Μάρτη, αλλού έβγαινε όταν έβλεπαν τα πρώτα χελιδόνια, αλλού το βράδυ της Ανάστασης, αλλού την πρώτη Απρίλη και δενόταν σε δένδρο καρποφόρο.
Στα Σκόπια το λένε αυτό το έθιμο Μαρτίνκα. Στην Αλβανία Βερόρε. Φορούν τα βραχιολάκια για καλή τύχη και για να μην μαυρίσουν από τον Μαρτιάτικο ήλιο. Τα βγάζουν και τα βάζουν δίπλα από ένα καρποφόρο δένδρο και κάτω από μια πέτρα. Αν τις επόμενες μέρες μαζευτούν σκουλήκια η χρονιά θα είναι καρπερή και ευλογημένη. Στη Βουλγαρία κρεμούν έξω από την πόρτα ένα κόκκινο πανί την "μπάμπα Μάρτα" δηλ. την γιαγιά Μάρτη που προφυλάσει από τα ίδια φαινόμενα.
Στην Ρουμανία την λένε Μαρτιζόρ που συμβολίζει το αγαπημένο τους λουλούδι το χιονόφυλλο. Συνδέεται δε με τον αγαπημένο του μύθο κατά τον οποίο ο θεός ήλιος κατέβηκε στη γη  για να γιορτάσει με τους ανθρώπους, τότε ένας δράκος γίγαντας τον φυλάκισε με αποτέλεσμα να πέσει στη γη σκοτάδι και χειμώνας ατέλειωτος. Τότε παρουσιάστηκε  ένας ήρωας νεαρός που τον απελευθέρωσε, σκοτώθηκε από τον δράκο και το αίμα του έγινε χιόνι. Σε ανάμνηση αυτού του ηρωικού κατορθώματος πλέκουν και φορούν το Μαρτιζόρ.
Στις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων υπάρχουν οι μύθοι οι σχετικοί με την αστάθεια του Μαρτίου που μου έλεγε η Μοφκιτσάνα γιαγιά μου Αγγελική. Μια γριά είχε αρνάκια και κατσικάκια και ο Μάρτης ήταν ζεστός και μεγάλωσε τα ζώα της άνετα,  την τελευταία ημέρα του Μάρτη είπε Πριτς (Δεν σε έχω ανάγκη Μάρτη μου, εγώ τα μεγάλωσα τα αρνάκια και τα κατσικάκια μου). Τότε ο Μάρτης δανείστηκε δυο ημέρες από τον Φεβρουάριο, χιόνισε τόσο πολύ που μαρμάρωσε τα' αρνιά και τα κατσίκια της γριάς και η γριά κρύφτηκε κάτω από το λεβέτι που μαρμάρωσε.
Οι δώδεκα μήνες είχαν ένα μεγάλο βαγένι κρασί για να πίνουν. Όμως ο Μάρτης τους ξεγέλασε το ήπιε όλο και από τότε είναι πάντα μεθυσμένος. Όταν θυμάται πως ξεγέλασε τα αδέρφια του γελάει (ήλιος), όταν σκέπτεται πως έκανε άσχημα κλαίει (βροχή -χιόνι).
Ο Μάρτης πήρε δυο γυναίκες μια πολύ άσχημη και μια πολύ όμορφη. Όταν γυρνάει κατά την άσχημη κλαίει (βροχή -χιόνι), όταν γυρνάει κατά την όμορφη γελάει (ήλιος).
Άπειρες είναι οι παροιμίες σχετικά με τον Μάρτη. Αναφέρω μερικές που έλεγαν στη Μοφκίτσα και έχω ακούσει από την γιαγιά μου.
Ο Μάρτης το πρωί χιόνισε
το γάιδαρο τον ψόφησε
το μεσημέρι βρώμισε (ζέστη)
και του Μαρτιού το βράδυ
τον πήρε το ποτάμι (βροχή).
*****
Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπάει κέρατο βοδιού.
*****
Του Μαρτιού οι αυγές με κάψανε
του Μάη το μεσημέρι.
*****
Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης
τα παλιόβοϊδα τα γδέρνει
τα δαμάλια τα παιδεύει
τις παλιόφραχτες τις καίει
και καινούργιες τις ξανασταίνει.
*****
Του Μάρτη χιόνι βούτυρο
μα σαν παγώσει μάρμαρο.
*****
Τσοπάνη μου την κάπα σου
το Μάρτη να φυλάξεις.
*****
Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά
κι ο Απρίλης άλλο ένα
θα δεις κουλούρες σαν αυλές
και πίτες σαν αλώνια
θα δεις τον κοντοκρίθαρο
πως στρίβει το μουστάκι
θα δεις και τις αρχόντισσες πως ψιλοκρισαρίζουν
θα δεις και την φτωχολογιά
πως ψιλοκοσκινάει.
*****
Σαν ρίξει  ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα
χαρά σ' εκείνο τον ζευγά που'χει πολλά σπαρμένα.
*****
Κάλλιο Μάρτη στις γωνιές, παρά Μάρτη στις αυλές.
*****
Όπου έχει κόρη ακριβή του Μάρτη ήλιος μην τη δει.
*****
Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και στο εξάμηνο ξεβάφει.
*****
Από Μαρτιού πουκάμισο και απ' Αύγουστο την κάπα ή
Από Μαρτιού πουκάμισο και απ' Αύγουστο σιγκούνα.
*****
Μάρτης έκλαιγε κι ο θεριστής γελούσε.
*****
Μηδέ ο Μάρτης Καλοκαίρι, μηδέ ο Αύγουστος χειμώνας ή και
Από Μάρτη καλοκαίρι και απ' Αύγουστο χειμώνας.
*****
Ως του Μαρτιού τις δέκα οχτώ
ψοφάει η πέρδικα στ' αυγό.
*****
Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα και ο κακός στους ίσκιους.

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Το καμπαναριό της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Μοφκίτσα!

Αιωνόβιο, ακοίμητο, φρουρός της Παναγιάς και ´κείνη ετούτου, στέκεται βιγλάτορας κι αγναντεύει μια την Πλεύρη, μια τη Βουνούκα, στρίβει κατά το νότο και θαυμάζει το σπερνό ένα προς ένα ούλα τα ηλιοβασιλέματα της Δύσης, φορτωμένο με το πιο ιερό βάρος, την βαρειά ορειχάλκινη καμπάνα της εκκλησιάς και με την θεϊκή υποχρέωση να προσκαλεί δικαίους και αδίκους, ενάμισυ αιώνα τώρα περίπου!
Μα πάνω απ´όλα αγκαλιάζει ολόγυρα τις γειτονιές με την περήφανη κορμοστασιά του και όλο το χωριό με μια ματιά δικό του, υποτακτικό στο κάλεσμα της καμπάνας που αγροικά κι είναι έτοιμη κάθε φορά που πρέπει να χτυπήσει.
Αγκαλιασμένο με πετρόχτιστη κυκλωτική μάντρα ίσα με εξήντα εκατοστά ύψος στη δυτική πλευρά του, που λιγοστεύει καθώς προχωράει ανατολικά, παλάτι τόχει και βασιλιάς με στέμμα μια καμπάνα, που γίναν δυο, ζευγάρωσαν, μοιράστηκαν τη μοίρα τους τη θεοταγμένη. Τα μνήματα στέκονται γύρω του φρουροί, στρατιώτες και σιγοντάρουν αν χρειαστεί στο κάθε μίλημά τους.
Το πουρνάρι της εκκλησιάς μας, σήμα κατατεθέν για όταν θέλαμε να δηλώσουμε τον τόπο ή τη συγκεκριμμένη θέση, φιλοξενούσε μέχρι πρότεινος, ατόφιο το βάρος της μεγάλης ορειχάλκινης καμπάνας με το γλυκόλαλο γλωσίδι για τις χαρούμενες στιγμές και την ξαφνική μεταστροφή του σε λυπητερό κάλεσμα για τις δυσάρεστες αντίστοιχες. Τώρα πια ενισχυμένο το δεντροκαμπαναριό μας, το πιο φυσικό του κόσμου, με σιδερένιους πασσάλους κάτι που μας χάλασε λίγο τη όμορφη, ρομαντική εικόνα και με μια ακόμα καμπάνα συντροφίτσα ψάχνει με ήχο δυνατότερο ανά την υφήλιο τους πιστούς της και με το συμβολισμό της για τον παραστρατημένο άνθρωπο, τον κάθε Αδάμ και τον καλεί για τη μεταστροφή του.
Γιορτές, χαρές, μηνύματα να στείλει και να πάρει, Δοξολογίες στο Θεό και λύπες, σε πόλεμο και πυρκαγιά, τότε και για το κατηχητικό,χιλιάδες τα μηνύματα μέσω της καμπάνας και τα καλέσματα για έκτακτα περιστατικά, όπως τους ξαφνικούς θανάτους.
Κάποτε οι τετρακόσιοι κάτοικοί του χωριού μου, λεφούσι ξεχύνονταν στην εκκλησιά με το κάλεσμα της καμπάνας. Με την τρίτη έπρεπε όλοι να είναι εκεί. Με τον καιρό λιγόστευαν χρόνο με το χρόνο και τώρα σχεδόν έρημο με δέκα πέντε οικογένειες να δηλώνουν απλά τις αλλοτινές δόξες.
Μες την καρδιά του κάθε Μοφκιτσάνου είναι καταγραμμένες στιγμές καλέσματος γλυκειές και τρυφερές, στιγμές ευφροσύνης, στιγμές πόνου και λύπης.
Κάθε Κυριακή και γιορτή με χάρη περισσή καλεί αδιάκοπα τον κάθε πιστό ν´αναλογιστεί το δικό του χρέος και να ακούσει τη φωνή του Θεού με το δικό της λάλημα.
Χαρακτηριστικός ο χτύπος της καμπάνας όταν χτυπά χαρά να δώσει τη Λαμπρή και σου αναπτερώνει το ηθικό κι εκείνος του Μεγαλοβδόμαδου δε θέλει να φύγει από μέσα σου, μα ούτε συ θέλεις να τον αποδιώξεις, γιατί το ίσο σου κρατεί και ισορροπεί το είναι σου.
Σχολειό; Ρολόι για το πρωινό και τ´απογιοματινό του τότε κάλεσμα, η καμπάνα. Η καμπάνα για όλα μπροστά!
Προσωπική εργασία σε κοινοτικά έργα; Με την καμπάνα η σύναξη στο άψε-σβήσε, δρόμο παίρνει η ομάδα, την κοινότητα βοηθά και ξεχρεώνει μεροκάματα που της αναλογούν.
Βαφτίσια; Με την καμπάνα θα το πουν, μ´εκείνη θα καλέσουν τη μάνα να ´ρθει στην ώρα της να παραλάβει το νεοφώτιστο! Για ´κείνον τον καιρό μιλώ!
Γιορτάζει ο Άγιος του χωριού; Ποιος θα πρωτομιλήσει; Μα η καμπάνα φυσικά θα πει περίτρανα εδώ γιορτή και σχόλη, εδώ λατρεία και χαρά και θα σιωπήσει και θα ξαναμιλήσει.
Ήρθε ο Δεσπότης στο χωριό; Εκείνη πάλι! Όλοι μικροί μεγάλοι εκεί, να δουν δεσπότης τι θα πει, να πάρουν ευλογία.
Μήπως περιόδευε ο βασιλιάς, η βασίλισσα; Η καμπάνα θα το διαλαλούσε! Θα έστεφε τους υψηλούς περαστικούς!
Έχουμε Εθνική γιορτή και παλιγγενεσία; Καμπάνας ήχος θα το πει, καμπάνα θα λαλήσει κι ο ήχος θά ´ναι ανάλογος και θα βροντοφωνάξει στα γύρω πέρα ν´ακουστεί στα Διάσελα να φτάσει.
Θάνατος; Με την καμπάνα θα μιλήσουν, το κάλεσμά της ιερό, συνοδευτικό για τον εξαγνισμό του πεθαμένου και τη συνοδεία στην τελευταία του κατοικία. Αυτή θα διαγράψει έναν ακόμα από τα κατάστιχα των ζωντανών.
Πυρκαγιά ή άλλη φυσική καταστροφή; Η καμπάνα πρόθυμη ν´ανακοινώσει το κακό και αναγκαίος ο τρόπος.
Δοξολογία στο Θεό, μια καμπανολαλιά αλλιώτικη από τις άλλες με ήχο δοξαστικό θα δηλώσει την ιερή την ώρα.
Και του βοριά το ξώφαλτσο χτύπημα στο γλωσίδι το ξεχωρίζουν οι άνθρωποι, όπως και ´κείνο της χαράς και της λύπης με όλες τους τις ηχητικές διαβαθμίσεις.
Μα η πιο όμορφη παιδική θύμηση είναι εκείνη της παρακουστικής, που ο καθένας νόμιζε πως η καμπάνα έλεγε ό,τι είχε πρόσφορο το ακουστικό του μέσο, το αυτί του.
Μακρόσυρτα και καθορισμένα επαναλαμβάναμε διασκεδάζοντάς το, την λέξη που νομίζαμε ότι λέει η καμπάνα! Κομφούζιο! Γέλια ξεκαρδιστικά, πειράγματα!
Πολλές φορές, όταν το λέγαμε μόνα μας και όχι με πολλούς μαζί, γινόταν μια συνήθεια με μονότονη επανάληψη της λέξης που νόμιζες ότι λέει η καμπάνα και το μυαλό αφοσιωνόταν σ´αυτό με σκοπό να χαλαρώνουμε και να ηρεμούμε και το τραβούσαμε μπορεί και ένα απόγευμα ολόκληρο με διακοπές.
Ακόμα και ερωτοφωλιά γινότανε το πουρνάρι με την καμπάνα του και δίνονταν όρκοι μυστικοί και αιώνιοι, που σαν ευλογημένοι κατέληγαν πάντα σε αίσιο τέλος.
Πολλά τέτοια ραντεβουδάκια είχαμε τσακώσει στα τριγυριςματά μας.
Ο ήχος της παλαιάς καμπάνας του χωριού μας ακουγόταν δυο και τρεις ώρες μακριά, ίσαμε τη Γλάτσα ´λέγαν οι παλιότεροι, επειδή προφανώς το χωριό απλωνόταν ίσαμε τη θάλασσα του Ιονίου πελάγους. Για τον ήχο των καινούργιων δεν το έχω ακούσει.
Ο αέρας άρπαζε τον ήχο και τον ταξίδευε μακριά όσο τα ηχητικά του κύματα του επέτρεπαν κι ανάλογα με τον τράτο που τού ´διναν τα μέρη. Το δικό μας επειδή στα δυτικά απλώνεται ως τη θάλασσα όπως είπαμε, είχε το περιθώριο να ταξιδεύει απρόσκοπτα αρκετά μακριά.
Οι παλιότεροι λέγανε: ,,Η καμπάνα και το λιβάνι διώχνουν το Διάβολο,,!
Ο ήχος της, ένα παράξενο πράγμα, δεν ενοχλεί κανέναν! Δεν έχω ακούσει άνθρωπο της γενιάς μου να παραπονέθηκε για ηχορύπανση εξ αιτίας του χτύπου της καμπάνας! Για τους σημερινούς δεν ξέρω, ίσως ναι! Ο σημερινός άνθρωπος είναι κουρασμένος ψυχικά και βασανισμένος. Το νευρικό του σύστημα σμπαράλια, λογικό είναι να ενοχλείται όχι μόνο από την καμπάνα, αλλά από κάθε θόρυβο!
Διάβασα χαρακτηρισμούς, που τους παραθέτω αυτούσιους:
,,Ήχος σεμνός και μεγαλοπρεπής, γλυκός και τονωτικός, ήρεμος και κατανυκτικός, αφυπνιστικός και προσευχητικός,,.
Έτσι ακριβώς τους νιώθω κι εγώ τους ήχους της δικής μας καμπάνας! Τους κρατώ μέσα μου έτσι αληθινούς και αναβαπτίζομαι!

Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ
Με τη γλυκειά της τη φωνή το νου μου τον μαγεύει!
Σήμα μου στέλνει για χαρά, για λύπη, με πλανεύει!
Τις παιδικές μου θύμησες διαρκώς αναμοχλεύει.
Ο ήχος σκίζει και λαλεί και τους πιστούς μαζεύει!
Πολύχρωμος ο συρφετός διαρκώς ανηφορίζει,
κατά που έχει ο καθείς τον τρόπο να ορίζει.
Με της καμπάνας τον αχό, ναός πανηγυρίζει
και μ´ευαγγέλια χαράς η πλάση πλημμυρίζει.
Νταν, νταν,....γκλαν, γκλαν...,νταν, νταν, ντιν, νταν
Καμπάνα μοναχή χτυπά και τον αέρα σκίζει,
για χίλια μυστικά μιλά, να πείσει με πασκίζει.
Καμπάνα βάγια των Βαγιών, Χριστός ανέστη λέει,
μα είναι και κάτι φορές που μοναχή της κλαίει.
Κάθε δείλι το καντήλι με καμπάνας ήχο δίνει
πρόσταγμα για να φωτίζει, στο Θεό να παραδίνει.
Άγγελος από ´κει πάνω το γλωσίδι ακουμπά.
Ήχοι διάσπαρτοι αντηχούνε κι η καμπάνα μας γελά.
Περιμένω κάποια μέρα το γλυκό της μυστικό.
Δίνω ραντεβού μαζί της στο πουρνάρι το τρανό.
Με καθάριο τον αγέρα τη γλυκοπαρακαλώ
να υπογράψουμε συνθήκη, να μπορώ να της μιλώ.
Μια καμπάνα η ζωή μας, ένα φως για την ψυχή μας.
Ένας ήχος, μια ελπίδα, βήμα για την προσευχή μας.
Η κλαγγή της μας μαγεύει, όλους μας μάς προστατεύει.
Ένα νταν της μας παιδεύει, ένα γκλαν της μας γιατρεύει.
Καμπανία, Σύρος, Κρήτη, οι πατρίδες καρτερούν
με ορείχαλκο, καλούπια και χυτήρια μπορούν
τις καμπάνες να ορθώσουν, στους ναούς ζωή να δώσουν.
Το καλό να διαδώσουν και τον κόσμο να στομώσουν.
Μα η δική μας η καμπάνα δε θα πάψει να μιλά,
να καλεί, να διαφεντεύει, να σιγοπαρακαλά.
Είναι βράχος, είναι πίστη, είναι στου Θεού το σπίτι.
Μας γυρεύει στον πλανήτη, τσιουρίζει σα σπουργίτι!
Κλααααν, γκλιιιιν, γκλααν, γκλαν, ντιν,  ντααααν .......


Κατερίνα Μπαχάρη - Κουτσουνά

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Ανακοίνωση - Ενημέρωση

Δυστυχώς για λόγους μη συμμετοχής, το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" με λύπη του ανακοινώνει την ακύρωση της προγραμματισμένης για Κυριακή 11/2/2018 εκδρομής-Κοπή πίτας στο Ναύπλιο.  Ευχαριστούμε τους λίγους που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και παραμένουμε στο ότι θα ξαναπροσπαθήσουμε και ευελπιστούμε να σας έχουμε μαζί μας σε δράσεις του συλλόγου μας στο άμεσο μέλλον.

Το Διοικητικό Συμβούλιο

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Εκδρομή - Κοπή Πρωτοχρονιάτικης Πίτας Του συλλόγου μας!

Προς τα μέλη και τους φίλους του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών «Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ»


Το Δ.Σ. του συλλόγου σας εύχεται καλή και δημιουργική χρονιά.
Στη προσπάθειά μας να προσφέρουμε εναλλακτικές μορφές διασκέδασης και συνεύρεσης των μελών και φίλων του συλλόγου μας, αποφασίσαμε την κοπή της Πρωτοχρονιάτικης πίτας να την πραγματοποιήσουμε σε συνδυασμό με μονοήμερη εκδρομή σε ένα γνωστό αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα προορισμό, το Ναύπλιο, την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018 και ελπίζουμε στην γρήγορη ανταπόκρισή σας, για τη σωστή οργάνωση της εκδρομής!

Πληροφορίες και κλείσιμο θέσεων: Μάνθος Κατσάμπουλας
 Τηλ. 6932-711290

Τιμή Εισιτηρίου: 10,00€ / άτομο 
 Ελεύθερη επιλογή φαγητού

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Άστεγα...όνειρα !

Η πατριώτισσά μας Κατερίνα Mπαχάρη-Κουτσουνά, ορμώμενη από δημοσίευση φίλης της, με σκέψεις γύρω από τις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και της Νέας χρονιάς και η εστίασή της στο λεπτό ,ευαίσθητο και άλυτο θέμα των δεινοπαθούντων συνανθρώπων μας της έδωσε το έναυσμα να γράψει τους σημερινούς στίχους !


Άστεγα...όνειρα !
Τα λαμπιόνια του δέντρου τυφλώνουν.
Το μαζεμένο στη γωνιά, τον άστεγο μαλώνουν ,
που για παλάτι το χαρτοκούτι
και για κρεββάτι το παλιοσκούτι
έριξε απάνω του και καρτεράει
διαβάτη ένα έστω, να μη γελάει
με της κατάντιας του τη φρίκη
χρόνους, Χριστούγεννα με πανωπροίκι
του κόσμου του άπονου τη δίκη
στης καταφρόνιας την καταδίκη !
Κι αυτός στον κόσμο του και συλλογάται ,
μαζεύει όνειρα κι αναρρωτάται:
- Ποιο δίκιο μ´έβαλε σ´αυτή τη θέση;
Ποιος Θ(ε)ός μ´αντάμοιψε για να μ´αρέσει;
Το βιος μου πήρανε κακοί κι αγροίκοι
που ´φτιαξα από κουρέλια ,φθαρμένο μπρίκι.
Εγώ δεν κάλεσα την εφορεία,
ούτε ζητιάνεψα φτωχού ανδρεία,
για ν´αποδείξω πως πολεμάω
κρύο και χιόνι πως αγαπάω.
Σ´άλλη γωνιά τεμπέλης άμοιρος,
το χέρι απλώνει κι αυτός κακάμοιρος.
Σκίζει μια κούτα στο πεζοδρόμι,
τραβάει, τεντώνει και την απλώνει, γελούν οι δρόμοι!
Ξαπλώνει μπρούμυτα , βαριεστημένος,
με πλάνη όνειρου συνεπαρμένος
πως είναι πούπουλα στο ξάπλωμά του,
ζεστή αγκάλη από τη μαμά του !
Κι άλλος απέναντι ψηλά κοιτάζει,
τον ουρανό βλέπει, θαυμάζει .
-Στείλε μου ,Θε μου, ένα αστέρι,
διαμάντι κάντο ,για να μου φέρει
αγάπης πάπλωμα, ζεστό φαγάκι
και ούριο άνεμο κι ένα βαρκάκι,
να σβήσω ο δόλιος τη λιχουδιά μου μ´ένα ψαράκι !
Κι η γριά η κακόμοιρη με το παιδάκι,
που κλαίει κι οδύρεται για ένα τσαγάκι,
χωρίς γαντάκια και παπουτσάκια,
βλέπει τριγύρω της άδεια τασάκια....
-Ούτε μια γόπα για μένα, Θε μου;
Γίνανε βόλια; Κι απανωθέ μου πέφτουν, χτυπάνε,
χαλάζια, χιόνια ,μπόρες, λυσσάνε ;
Και το παιδάκι απλώνει χέρι
με την ελπίδα ο Θεός να φέρει
κάποιον καλό πλούσιο διαβάτη,
οβολό να δώσει για το σακάτη.
Θεός και πλούσιος αλλού κοιτάνε
και το παιδάκι το προσπερνάνε...
-Κάτσε στη μοίρα σου, πού ´ναι γραμμένη.
Κάποιος σαν εσένα μπορεί να περ(ι)μένει ,
λένε και τρέχουν για να προφτάσουν
βόλια που πέφτουν να τα θαυμάσουν !
Παιδάκι πέρασε, στέκει μπροστά του.
Κοιτάει, σκέφτεται, παρηγοριά του....
Κουλούρι αγόρασε, το δίνει
και φεύγει τρέχοντας διώχνει τη δίνη.....
Γιορτή πιο πέρα πέντ´έξι κάνουν.
Σκουπίδια απλώνουν, μεριάζουν, ψάγνουν.....
Εδώ μπουκίτσα, ´κει σάπιο μήλο
κι έρχετ´η Τάξη ,τους σπάει στο ξύλο...!
Σκορπιούνται, φεύγουνε κι αναστενάζουν
και μεταξύ τους όρκους μοιράζουν:
Όοταν θα γίνουμε εμείς αφέντες
και παλληκάρια και λεβέντες,
στον κόσμο ετούτο, βαρειά κατάρα,
φτωχοί που ζούνε με τη λαχτάρα,
θα πάρουνε μια μεζονέτα
χωρίς φωτιά , μόν´μια παλέτα
να ζωγραφίζουν τα όνειρά τους,
γιατί να λείψουν;....μπα !..κι η σειριά τους;
Τι θ´απογίνει η κοινωνία
με ούλους πλούσιους και με ηνία;
Φτωχοί που φέρνουνε ισορροπία
και άστεγοι που δεν πιάνουν μία...,
πολυβολούνε τη ραθυμία
δίνουν στους πλούσιους ευθυμία....!
Άστους να ζούνε κι ίσως ειπούνε:
Μια μέρα ούλοι στο ίδιο κιβούρι θε να μπούνε !
Δυο μέτρα τόπο, μα πάντα πλούσιοι, φτωχοί θα υπάρχουν
κι άστεγοι τόσοι , όσο να φτάσουν οι δόλιοι νά ´χουν
δυο μέτρα τόπο στο πεζοδρόμι και άλλα τόσα για ένα τάφο
χωρίς σεντόνι και Επιτάφιο !
Η ευχή μου είναι να έρθουν οι άνθρωποι στα λογικά τους, οι ηγέτες και οι πλούσιοι στην ενσυνειδητότητά τους, οι κοινωνίες στα μέτρα της προσφοράς τους και ο καθένας μας στον εαυτό του, ώστε κάποτε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα υποβάθμισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας!
Καλές γιορτές για όλους μας !

Κ. ΜΠ-Κ.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

To Blog είναι για όλους μας!

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" από την αρχή έχει εκφράσει την θέση του για τον λόγο ύπαρξης του συγκεκριμένου blog του χωριού μας. Ο λόγος απλός: Θα θέλαμε το mofkitsa.blogspot.gr  να είναι το μέσο επικοινωνίας, ανταλλαγής εικόνων κι ενημέρωσης αναφορικά με το χωριό μας. Για όποιον θέλει να συμμετάσχει ενεργά σε αυτή την προσπάθεια παρακαλώ να μας στέλνει τις απόψεις του, τα κείμενά του: e-mail: taxiarhes2010@gmail.com. Θα χαρούμε ιδιαίτερα εάν από απλοί επισκέπτες γινόσασταν, όσοι θέλετε, ενεργά μέλη. Ο τρόπος αυτός θα δώσει νέες δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ όλων των συμπατριωτών, των μελών και φίλων του Συλλόγου μας.
 Επισκεφτείτε το blog του χωριού μας, οι συμβουλές σας, οι ιδέες σας, οι παραινέσεις σας και οι γνώμες σας είναι απαραίτητες για την βελτίωσή του.


Εγκαινιάζουμε σήμερα  άλλη μια νέα σελίδα στο blog (Απόψεις/Αρθρογραφία) με ένα όμορφο λογοτεχνικό κείμενο της αγαπημένης μας πατριώτισσας Κατερίνας Μπαχάρη -Κουτσουνά.  Κατερίνα μας εκπλήσσεις πάντα ευχάριστα με τα κείμενά σου, τα διηγήματά σου, τα ποιήματά σου. Μας ταξιδεύεις ευχάριστα στο παρελθόν, σε μια άλλη εποχή που  ζήσαμε. Επέλεξα σήμερα να ξεκινήσω τη νέα σελίδα μας με ένα επίκαιρο θέμα: Το Θαύμα των Χριστουγέννων, με μια όμορφη διηγηματική περιγραφή όπως η Κατερίνα ξέρει. Καλή ανάγνωση!


ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Η Ζωγούλα περπατούσε σκυφτά στο δρόμο κατά την Ετιά και μέτραγε του δρόμου τις κροκάλες καθώς τις έσπρωχνε με τις μύτες των ποδιών της! Σε μεγάλη περισυλλογή βρισκόταν το κορίτσι..
-Ζωγούλα, παιδάκι μου, μη μπλέξεις κι αφήκεις τα ζωντανά να ψοφήσουνε, ακούς; Εμείς πάμε στου Μπίνακα να τελειώσουμε σήμερα εκείνες τις ευλοημένες ελίτσες, μπας και μαζευτούμε να κάμουμε Χριστού με την αναπαή μας ,της είχε πει η Πηνελόπη η μητέρα της!
Άκουγε και βέβαια άκουγε και είχε μάθει απ´έξω τη συμβουλή και την είχε επακριβώς καταγράψει στου νου της τα κατάστιχα ! Σήμερα όμως το κορίτσι δεν είχε νου...
Με το ζόρι κούνησε καταφατικά το κατάξανθο κεφάλι του με τα σγουρά σκαλωτά του μαλλιά και καθώς το ανασήκωσε και κοίταξε ευθεία πέρα περισυλλογισμένα, φάνηκαν τα μεγάλα καταγάλανα μάτια του που έψαχναν στον ουρανό να βρουν γραμμένα και λυμένα τα ερωτηματικά τους.
Τακτοποίησε αδιαμαρτύρητα όλες τις δουλειές του σπιτιού ,έβαλε ,,το πλύμα ,, στα γουρούνια, τους έριξε και τα φλούδια από τα λίγα φρούτα και τα υπόλοιπα από τα λαχανικά του κήπου, που τα καθάρισε για να τα κάμει γιαχνί , έριξε σπόρους στα κοτερικά και τα έβγαλε στον περιφραγμένο με συρματόσχοινο κήπο για να βοσκούν ολημερίς, πέταξε κι ένα ξεροκόμματο στο Λούρμπα, το σκύλο τους κι αποφάσισε πως ήτανε καιρός να ξεμακρύνει για να βοσκήσουν τα γιδερά της.
Άφηκε τις γιδούλες να προχωρούν μπροστά και καθώς εκείνες απασχολούνταν ψαχουλεύοντας και μασουλώντας κλαδάκια στους θάμνους του δρόμου εκείνη στρώθηκε βαριεστημένα κατάχαμα στο σταυροδρόμι ,που το στρογγύλεμα της απόληξης του κήπου του μπάρμπα Τάση το καθόριζε και όπως η αντηλιά που πλάνεψε την έξοδό της έδειχνε πως σήμερα θα βάσταγε ο Θεός τους κρουνούς του, ακούμπησε στην παγωμένη πλακόπετρα, άνοιξε σαν άντρας τα σκέλια τραβώντας τη φούστα της ζόρικα να σκεπάσει καλά τα κατάλευκα μακριά πόδια της μην επέρναγε για όνομα Θεού κανάς άνθρωπος και ,,τον εφωτογράφιζε,, ,μάζεψε πέντε πετρούλες στρογγυλεμένες από τ´ατέλειωτα περάσματα ανθρώπων και ζώων κι από τη βροχή και το χαλάζι, ,,ξιάρισε,, με τα χέρια της το νοτισμένο τόπο φτιάχνοντας ένα αλωνάκι ίσα με δυο παλάμες διάμετρο, τον πατίκωσε καλά- καλά με τις σόλες των παπουτσιών της και ακούμπησε δεξιά της μαζεμένα τα πεντόβολά της.
Τέντωσε στον αέρα την αριστερή της παλάμη ,σταύρωσε απανωτά τα δυο της δάχτυλα, δείχτη και μέσο, ακούμπησε στο έδαφος παράμεσο και μικρό , στερέωσε αντίκρυστά και τον αντίχειρα σχηματίζοντας μια αξιοθαύμαστη γεφυρούλα .
Με το δεξί της χέρι έπαιρνε ένα -ένα βοτσαλάκι, το πέταγε ψηλά και τ´άφηνε να πέσει μέσα στην ανοιχτή της παλάμη που αυτόματα γύριζε ανάσκελα και το καρτέραγε . Το ακούμπησε δίπλα στο άνοιγμα της γεφυρούλας και με τον παράμεσο του δεξιού και παράλληλη κίνηση όλου του χεριού
από τον καρπό και κάτω και με μία ώθηση προς τα έξω και άλλη μία αμέσως προς τα μέσα έσπρωξε δυνατά χτυπώντας με τον παράμεσο του δεξιού χεριού της το βοτσαλάκι να περάσει το άνοιγμα της γέφυρας. Έκαμε το ίδιο με τα υπόλοιπα ,,πεντόβολα,, πολλές φορές και κάποτε ένιωσε ν´ανθίζει ένα χαμόγελο στα χείλη της. Το έκανε συχνά αυτό κι άλλα παιχνίδια όταν ένιωθε πως βάραινε το χαμόγελό της.
Παράτησε τα πεντόβολα στην τύχη τους ανοικοκύρευτα και διασκορπισμένα , κάτι που ποτέ δεν έκανε με το σπίτι και το χώρο της που τα ήθελε πάντοτε νοικοκυρεμένα και τακτικά.
Σηκώθηκε με χαρούμενη διάθεση αφήνοντας τη βαριεστημάρα γυμνή στη μέση του πουθενά και με αναθεωρημένες τις θολές ,άσχημες σκέψεις του πριν έφτασε στην Ετιά όπου την περίμεναν οι κατσίκες της ,αφού είχαν σβήσει τη δίψα τους στο ,,χλιο,, τρεχούμενο νερό της πηγής.Έτσι γίνεται οι βρύσες το χειμώνα δίνουν ζεστό νερό και το καλοκαίρι δροσερό. Η Ετιά την καρτέρεσε μ´ανοιχτές αγκάλες και της ψιθύρισε με χνώτο ζεστό καθώς έσκυψε το λαφίσιο κεφάλι της κι ακούμπησε το ροδοκόκκινο εφηβικό προσωπάκι της βυθίζοντας τα πυρωμένα παχειά χείλια της στη διάφανη ροή της τόσο όσο χρειαζόταν να ξεδιψάσει τη δίψα της από την πολλή περίσκεψη και το πιλαλητό του νεανικού της όνειρου που απλωνόταν λεύτερα όσο που άγγιζε τον ορίζοντα, που στη ψυχή της τον ήθελε τόσο κοντά της όσο εκείνη χρειαζόταν για να τον αγγίξει.
Κι όσο οι κατσίκες της φρούμαζαν καθαρίζοντας τα ρουθούνια τους η Ζωγούλα με το αναζωογονητικό νεράκι μέσα της , αλαφρωμένη τώρα από τις σκέψεις και χορτασμένη ζωή πήρε δρόμο μαζί με τα ζωντανά της και τράβηξαν για τα ,,Κουβέλια,, ,όπου είχε καλή βοσκή .
Μια λυγιόκλαρα της χάιδεψε το πόδι γαργαλώντας την με τους μαραγκιασμένους της σπόρους προσφέροντάς της τη θεραπευτική της παυσίπονη δράση θέλοντας φιλεύσπλαχνα να μαζέψει τη σκέψη της που ήτανε άναρχα απλωμένη ολοτρόγυρα και δεν έλεγε να καλουπωθεί με τίποτα.
Η Ζωγούλα παραμέρισε προσεχτικά το βάτο που αγκάλιαζε τη λυγαριά ,έχωσε βαθιά το χέρι της και με μαεστρία έκοψε στριφογυρίζοντάς την προκλητικά την παρενοχλητική λυγιόκλαρα , τη μάδησε ασύστολα και τα μισοξεραμένα φύλλα της σκόρπισαν στη γη μαζί με τους σταφιδιασμένους σπόρους της.Ένα ωραίο άρωμα άγγιξε τα ρουθούνια της.
Χωρίς να το πολυσκεφτεί την απογύμνωσε από το φλοιό της
,που τον έκανε πλεξούδα και τον πέρασε βραχιόλι στο χέρι της κι αφού μύρισε το άρωμά της από την μια άκρη της την πιο παχειά ως την άλλη την αδύναμη καταληκτική ,την ανέμιζε στον αέρα , σφυρίζοντας συνάμα με το νου της μελωδίες καταχωνιασμένες καθώς η περίσκεψη είχε εξαφανιστεί και το ατλαζένιο τ´ουρανού που τη σκέπαζε κι ο αγέρας που την άγγιζε της χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελο.
Σαν κατσικάκι χοροπηδούσε κάνοντας κύκλους χορευτικούς στον αμμουδερό κοκκινόδρομο με καβαλιέρο και υψηλό καλεσμένο της τη λυγιόκλαρα ,που η ευλυγισία της την παρέσερνε σε ανέμελα στριφογυρίσματα κάνοντάς τηνε να θεριεύει κρυμμένους πόθους μέσα της και ν´αγγίζει πρίγκιπες με το μαγικό της ραβδάκι.
Πέρασε το αμμουδερό μονοπάτι που η ανηφόρα του έβγαζε στην εκκλησούλα των Εισοδείων της Θεοτόκου, έκαμε το σταυρό της ως συνήθως κι άφησε το βλέμμα της ν´απλώσει γύρω.
Οι γεωμετρημένες επιφάνειες των χωραφιών που καθορίζονταν από διαβαθμισμένες γήινες αγκαλιές, μια αληθινή τεράστια σκακιέρα με πιόνια της τα λιόδεντρα, τους ασφένταμους, τις λυγιές, τις αγραπηδιές, τ´ασφάλαχτα και τις ασφάκες που σχημάτιζαν δασύλια κατά τόπους, υποκλίθηκαν μπροστά στο χρωστήρα των ματιών της καθώς το βλέμμα της απειλούσε λεπτομερή καταγραφή τους κι αποθήκευση στο παχύ στρώμα της άθικτης μνήμης της.
Οι πεζούλες , πλατύσκαλα παραδομένα στην ερήμωση , πέρα από κανά δυο κήπους εκεί κοντά που φιγουράριζαν ζηλιάρικα την πραμάτεια τους με χαραγμένες σε ευθείες παράλληλες δυο ντάνες λάχανα, δυο άλλες κουνουπίδια, ένα τηγάνι παντζάρια, άλλο ένα σέσκουλα κι άλλο ένα σπαρτά πικροράδικα.
Πουρνάρια, σκιντόθαμνοι, αγριελιές, αφάνες για σαρωματιές, βατιώνες , λυγαριές και χορτάρια φυτρωμένα ανάμεσά τους, όπου τα ξέφωτα επέτρεπαν την είσοδο σε ήλιο και φως. Τα κοτσύφια φτερακίζανε ανέμελα και παραξενεμένα, γιατί μόλις χτες ,,χάλαγε ο Θεός τον κόσμο,, και δε μπορούσε να ξεμυτίσει ούτε άνθρωπος ούτε ζωντανό.Τα κατάμαυρα ράσα τους και τα χαρούμενα τσιουρίσματά τους έστελναν δοξολογία στον αιθέρα ευχαριστώντας που το σημερινό φαγάκι τους, τον επιούσιό τους θα τον έτρωγαν εύκολα και οι αναζητήσεις τους θα ήταν σίγουρα χωρίς επιβάρυνση και το σπουδαιότερο χωρίς να υποχρεωθούν σε άτακτη υποχώρηση εξ´αιτίας της κακοκαιρίας. Τσίχλες και κοτσύφια, φάσες και κοκκινολαίμια, αγριοπερίστερα και κοκκινονούρες έσκιζαν χαρούμενα τον αέρα μπροστά στα μάτια της Ζωγούλας που τα ζωγράφιζε με της ψυχής της το χρωστήρα καθώς διαβαίνανε πάνω από το κεφάλι της διαλέγοντας τους σπόρους της επιλογής τους.
Το χωράφι ήταν γεμάτο από ξένες τεράστιες πολλών ετών ελιές και μάλιστα δύο από αυτές τις είχε αγοράσει ο πατέρας της. Χτες μόλις τέλειωσαν το μάζεμά τους. Εκείνα τα χρόνια οι αγοραπωλησίες τέτοιου είδους επιτρέπονταν και ήταν και ένας τρόπος εκτός από αναγκαίο κακό να διατηρούνται συσυσφιγμένες οι σχέσεις των ανθρώπων. Και η αλληλεγγύη ειδικά τέτοιες μέρες που πλησίαζαν Χριστούγεννα ήσαν μέσα στο πρόγραμμα.
Η Ζωγούλα ,αφού ζημιές τριγύρω δεν υπήρχαν, άφησε ελεύθερα τα ,,μαρτίνια,, με τα σκοινιά τους να σέρνονται κι εκείνα σκαρφαλώνανε στους πουρναρόθαμνους, στα ,,σκίντα,, , στις χειμωνιάτικες αγράμπελες και σ´ό,τι άλλο βρίσκανε ωφέλιμο για ´κείνα . Όταν τα κούραζε το σκαρφάλωμα και τέλειωνε η όρεξη για το συγκεκριμμένο φαγητό , κατέβαζαν τα μπροστινά τους πόδια, έπαιρναν μια ανάσα εποπτεύοντας γύρω και έσκυβαν στα χαμηλά ψαχουλεύοντας καμμιά λιχουδιά της αρεσκείας τους από τις πολλές που απολάμβαναν πιο πολύ οι προβατίνες. Μετά χώνονταν πιο βαθιά στο δασάκι και άλλαζαν μενού και ξεσκίζονταν στο ψάξιμο κι αναγάλιαζαν με τα καινούργια τους ευρήματα και ήσαν τρισευτυχισμένα και αυτό το καταλάβαινες όταν όπου και να βρίσκονταν έρχονταν στην ώρα τους γύρω από τη Ζωγούλα ,,τιλωμένα,, κι έτοιμα για αναχώρηση.
Η Ζωγούλα όσο τα ,,μαρτίνια,, της ήσαν αφοσιωμένα στην τροφή τους είχε το περιθώριο να κάμει ό,τι γούσταρε, όμως εκείνη το μόνο που έκανε ήταν να παίζει με κλωνάρια λυγαριάς που ξεφλούδιζε για να ρουφάει το άρωμά τους και να αφήνει το βλέμμα της απλανές σ´ενός όνειρου ταξίδι αδιάψευστης προνοητικότητας και απερίγραπτης ευαισθησίας. Πολλές φορές μία τη βδομάδα τουλάχιστον έπαιρνε μαζί το καλάθι και το μαχαιράκι της και έβγαζε ολόδροσα παχουλά,γουλόζικα λαχανικά πότε για βραστά πότε για τσιγαριστά κι αυτά τα τελευταία τα έκανε μάλιστα και πίτα με φύλλο που την είχε μάθει η Πηνελόπη η μάνα της ν´ανοίγει μοναχή της. Ζωχοί, ραδίκια, στριφούλια, λάπαθα, χοιροβότανα, παπαδίτσες, χελιδόνια ,σκολιάμπρια, καυκαλήθρες, πρασσουλήθρες και πικραλήθρες παρέλαυναν με αυστηρού τελετάρχη πρόσταγμα στην κανίστρα της. Τα πέρναγε και από το καθαρτήριον ύδωρ της Ετιάς και πεντακάθαρα τα πήγαινε στο σπίτι και η κουζίνα όπως και τα στομάχια τους έχαιραν χαράς μεγάλης.
Συχνά-πυκνά μέτραγε τους περαστικούς και τους καβαλάρηδες στον από πάνω δρόμο που οδηγούσε από το χωριό στον κάμπο και τα γύρω χωράφια.. Έπιανε την καρδιά της να φτερακίζει μερικές φορές σαν ,,τσάκωνε,, το μάτι της κανένα όμορφο και ζωηρούλη καβαλάρη ή κανά σχηματισμένο σε άντρα αγόρι, αλλά δεν ήξερε γιατί νιώθει έτσι. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος της βαρυθυμίας της σαν δεν είχε τον τρόπο να ρωτήσει για να μάθει πράματα.
Εκείνο που είχε άλυτη απορία ήταν όταν έβλεπε τα ζωντανά της να συνουσιάζονται αδιάντροπα μπροστά της και όταν τα μάτια της ρωτούσαν κανείς δεν της απαντούσε αληθινά.
Η Ζωγούλα ήταν μια κοπελούδα πανέξυπνη και αθώα με ξέπλεκα μακριά μαλλιά και καταγάλανα μάτια τεράστια σαν ήλιους.
Στο πέρασμά της ασκούσε γοητεία και με το λαφίσιο περπάτημά της και την κυπαρισσένια της κορμοστασιά νόμιζες, σαν την κοίταζες ,πως όχι στο βοσκοτόπι ,αλλά στην πασαρέλα θα πήγαινε με τόση χάρη. Μα αν την καλημέριζες τα γραμμένα της χείλια θα έμεναν ακίνητα και βουβά και καλημέρα από ´κείνα δε θά ´παιρνες, παρά μονάχα θα στην έλεγε με τα όμορφα μάτια της ή κουνώντας εμπρός το πανώριο κεφάλι της. Ήταν μουγκή από γεννησιμιού της ! Δε θυμούνται πια , τρόπος του λέγειν, ούτε αν έβγαλε στη γέννησή της εκείνη την κραυγή της ζωή ! Για να ζει όμως θα την έβγαλε ! Με τον καημό της ζει η μάνα της κι όλοι στην οικογένεια . Αυτό το θεΐκό πλάσμα μουγγό; Μουγγό αλλά αξιόλογο, τετραπέρατο κι αστραφτοκαλιστό. Όλοι στο χωριό το είχανε κρυφό καμάρι για την ομορφιά της και καημό για τη βουβαμάρα της μα το είχανε συνηθίσει τόσα χρόνια και μόνο όσοι τη γνώριζαν για πρώτη φορά ,,πιάνανε το Θεό με τα χέρια τους ,, για την αδικιά. Και πόσα τάματα δεν έκαμε η μάνα της στο Θεό και τους Αγίους , πόσα παρακάλια στην Παρθένα, πόσα πήγαιν´έλα στις εκκλησιές και στα μοναστήρια..... Η λυγερή περιφρονεί τα τάματα και με την αγνότητα της ψυχής της διόλου δε δείχνει ν´ανησυχεί για όσα η μάνα της πονάει.
Στη Ζωγούλα τίποτα δε λείπει, όλα τα καταλαβαίνει κι έχει συνηθίσει τη μουγκαμάρα, αυτή νομίζει πως έτσι πρέπει νά ´ναι κι αφού δεν έχει μιλήσει ποτέ της, άρα δεν ξέρει πώς είναι να μιλάς, δεν την νοιάζει κιόλας. Δεν έχει κάνει συμβιβασμό ,απλά νομίζει πώς αυτή είναι διαφορετική από τους άλλους και οι άλλοι διαφορετικοί από ´κείνη. Δεν της λείπει το μίλημα.Κι αφού μιλάει με ούλα τ´άλλα στο σώμα της το πρόβλημα το έχουν οι άλλοι κι όχι εκείνη. Στις συντροφιές τη σέβονται και οι φίλοι της έχουν συνηθίσει τη γλώσσα του σώματός της και συνεννοούνται μια χαρά.
Τίποτα δεν προδίδει πως έρχονται Χριστούγεννα στη Μοφκίτσα . Οι άνθρωποι συνεχίζουν τις δουλειές τους σα να μη συμβαίνει τίποτα. Άλλοι στις στάνες τους βολοδέρνοντας στα λασπόνερα και στο κρύο ξεπροβοδίζοντας τα ζωντανά τους στη βροχή κι έχοντας την έγνοια τους να τα ξαναμαζέψουν νωρίς στα γαλάρια κι άλλοι σε άλλες δουλειές τους, όπως ο πατέρας της Ζωγούλας στις ελιές τους.
Αλίμονο σε ´κείνον που παραώρισε ,θα χαθεί ,,σούπητος,,. Τό ´χε πάθει μια φορά ένας ανορμήνευτος πρωτάρης βοσκός και το ταχύ τον βρήκανε ξεπαγιασμένο από το κρύο μαζί με τα πρόβατά του.
Ο αέρας λυσσομανά, η βροχή βομβαρδίζει με καταράχτες τα κεφάλια των απρονόητων ή εκείνων που τους πέτυχε στην επιστροφή από τα χωράφια. Οι λύκοι γρυλίζουν πεινασμένοι από μακριά και τα σκυλιά σ´επιφυλακή αλυχτούν καυχησιάρικ προδίδοντας την προστατευτική παρουσία τους στο κοπάδι ή αντίστοιχα στο σπίτι και δηλώνοντας καταφατικά ολοκληρωτική αφοσίωση στο επιβεβλημένο έργο τους .
Τα σπίτια στην καθημερινή τους νωχελική καρτερικότητα με την αξίωση να τα φροντίσουν οι νοικοκυρές . Πού έγνοια για σπίτι όταν οι έξω δουλειές σε τραβούν από τα μαλλιά και η κούραση είναι τόσο μεγάλη που και το κρεβάτι τους ακόμα βαριά δέχεται τα κουρασμένα κορμιά τους ! Ευτυχώς στο σπίτι του Σπήλιου και της Πηνελόπης υπάρχει πίσω μια χρυσή νοικοκυρά, η Ζωγούλα. Κάθε μέρα είναι αστραφτερό και νοικοκυρεμένο.
Αδιατάραχτη η ρυθμική φυσική ηρεμία της καθημερινότητας κι ας δέρνεται ο νους των ανθρώπων στη βιάση να προκάμουν τις δουλειές πνιγμένοι συχνά στη ματαιότητα των παραπανίσιων της επιβίωσης σχεδιασμών .
Ας γυρίσουμε πίσω στη Ζωγούλα. Η λαφίνα μας χοροπήδησε μαζί με τα κατσικαδερά της που είχαν κάνει ,,τήλα,, τις κοιλιές τους και μαζεύτηκαν γύρω της. Κι εκεί που ήταν έτοιμη να δώσει το σύνθημα της επιστροφής μια κακή διαπίστωση της ,,έκοψε τη χολή,, . Η ομορφότερη μαρτίνα της η Ασπρούλα σερνόταν βαριεστημένα κι αγκομαχώντας πάσκιζε ν´ακολουθήσει τις υπόλοιπες.
Βάρυναν το χαμόγελό της και η ανεμελιά της ξαφνικά της Ζωγούλας και την έσπρωξαν στα δύσκολα μονοπάτια της ανησυχίας και του φόβου. Χωρίς χασομέρι την πήρε στην αγκαλιά της, τη χάιδεψε, την ανασκέλωσε κι άρχισε να την ψαχουλεύει μήπως είχε μπει κανένα αγκάθι στα πλευρά της ή στην κοιλιά της ή μήπως κανά χαλικάκι είχε σφηνώσει ανάμεσα στις ονυχοπλές της. Τίποτα όμως απ´αυτά. Μέχρι που σκέφτηκε μήπως την δάγκωσε κάποιο φίδι μα αυτομάτως απέρριψε την εκδοχή γιατί τέτοια καιρό τα φίδια έχουν πέσει σε χειμερία νάρκη. Πρόσεξε όμως πως η κοιλιά της δεν ήταν τιλωμένη όπως των άλλων κατσικιών, αλλά μισογεμάτη και το ζωντανό πολύ κακόκεφο και γρήγορα σωριάστηκε μπροστά της ανίκανη ν´ακολουθήσει. Αυτό την προβλημάτισε .
Ήθελε να φωνάξει , ήταν η μοναδική ,η πρώτη φορά που ήθελε να φωνάξει και δε μπορούσε !
Ήθελε να γυρέψει βοήθεια. Η Ασπρούλα της κινδύνευε . Μα τα χείλια της ήτανε σφραγισμένα τόσο πολύ ,πιότερο από πριν, γιατί τώρα πάνω στο βάσανο που είχε της αφωνίας, ήρθε και θρονιάστηκε και το σφίξιμο από την έγνοια και την αγωνία. Η Ασπρούλα άρχισε να βαριανασαίνει.
Η Ζωγούλα την πήρε βιαστικά στην αγκαλιά της ! Ούτε βλέμμα δεν έριξε πίσω της να δει τι κάνουν τ´άλλα ζωντανά, ούτε καν παράγγελμα να γυρίσουν μόνα τους δεν τους έδωσε, το άφηκε αδιάφορα στη μοίρα τους. Προτεραιότητα τώρα είχε η Ασπρούλα .Δεν ήθελε με τίποτα να της συμβεί κακό. Με την αγωνία κορυφωμένη και με τα πόδια της κομμένα φτάνει στην Ετιά βουτάει τη μουτσούνα της να πιεί λίγο νερό μα δύναμη δεν είχε να το κάμει ούτε αυτό . Ρούφηξε δυο γουλιές η ίδια που το στόμα της είχε στεγνώσει από την αγωνία και τα χείλη της είχαν ξεραθεί και ανηφόρισε .
Η ζυγαριά της αγκάλης της τρεμόπαιζε στους άτακτους ρυθμούς της καρδούλας της Ασπρούλας και το ζωντανό ριγούσε κι έβγαζε αφρούς από το στόμα. Τώρα μελάνισε κιόλας και στην ανημπόρια της να βελάξει υγράνθηκαν τα πονεμένα ματάκια της και δυο δάκρυα έσταξαν πάνω στα χέρια της Ζωγούλας. Η Ζωγούλα τα χάνει, λιώνει από πόνο, το είναι της συνταράζεται , τα λογικά της δεν είναι πια στη θέση τους. Έχει διαλυθεί . Κλαίει μαζί με την Ασπρούλα καθώς τρέχει σχεδόν αγκομαχώντας να φτάσει στο χωριό.
Τάχυνε αποφασιστικά το βήμα της κόντρα στις επιταγές του ψυχισμού της που την ήθελε καθηλωμένη. Αγκομαχούσε ανηφορίζοντας. Το σώμα της ανυπάκουο στις προσταγές της ανάγκης , εκεί στα μισά του δρόμου την υποχρέωσε ν´ακουμπήσει στο κοτρώνι που ήταν μπροστά της και που μαζί με άλλα έκαναν την κορνίζα της περιμάντρωσης στις Τρεις Ελιές , σήμα κατατεθέν και σημείο αναφοράς.
Ο υπερβολικά γρήγορος χτύπος της καρδούλας της Ασπρούλας την κιότεψε περισσότερο και κείνη για να μαζέψει δρόμο δε μπορούσε. Και πώς να το έκανε αυτό αφού μονοπάτια συντομίας δεν υπήρχαν κατά ´κεί; Αρκέστηκε ν´ανασάνει βαθιά και ν´αφήσει τον κρύο αέρα να την αναζωογονήσει . Ένιωθε έτοιμη να λιποθυμήσει και παρά τρίχα θρονιάστηκε παραλυμένη κατά γης μαζί με την Ασπρούλα που την κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της όπως η μάνα το παιδί . Ένιωθε τα πόδια της καρφωμένα στο χώμα . Τα ένιωθε να σπρώχνουν το χώμα και σαν καρφιά να τραβάνε βαθιά ίσαμε τα έγκατα της γης κι ένιωσε ξαφνικά τα γόνατά της να λυγίζουν και να ξεκόβουν ανύποπτα από τη συγκροτημένη σκέψη. Ο φόβος της έκοβε το βήμα και η ανάγκη την έσπρωχνε να το ταχύνει. Ανάλαβε δράση η ψυχή και η ανάγκη και το ίδιο εύκολα ξαφνικά ξεκόλλησαν τα πόδια της ,αλάφρωσε το κορμί της και με τα φτερά που της φόρεσε η σκέψη της ούτε κατάλαβε πότε βρέθηκε στα σκαλοπάτια του γέρο- Σπύρου του γείτονα, τσοπάνη και γιατρού των ζωντανών. Για καλή της τύχη σήμερα ο γέρο-Σπύρος δεν επήγε στη στάνη του στα βουνά. Καρτέραγε το γιο του από την ,,Αστραλία,, κι έστειλε τον παραγιό του να φυλάξει τα γίδια στο βουνό.
Με την Ασπρούλα ν´ασκοφέρνει στην αγκαλιά της η Ζωγούλα , κοπάνησε δυνατά το ,,ζεμπερέκι,, της πόρτας και φάνηκε η Σπύραινα με την ποδιά της ανασκουμπωμένη να σφουγίζει τα χείλια της ,γιατί κάτι λιχούδικο προφανώς είχε δοκιμάσει ,αφού δεν ήτανε ακόμα ώρα φαγητού.
Η Ζωγούλα της δείχνει το ζωντανό και πασκίζει μ´όποια κί ήση του κεφαλιού, του χεριού , του σώματός διαθέτει να την κάμει να καταλάβει πως χρειάζεται το γέρο-Σπύρο. Αυτός σίγουρα ήξερε τι έπρεπε να κάνει.
Η Σπύραινα που ήτανε και λιγουλάκι κουφή και που δεν είχε ιδιαίτερη ευαισθησία με τα ζωντανά , παρ´ότι έμοιαζε να κατάλαβε τι της γύρευε η Ζωγούλα , έπαιζε με τον πόνο του κοριτσιού και του ζωντανού κάνοντας περιττές ερωτήσεις .
Η Ζωγούλα δυσανασχετούσε και ´κεί που ήταν έτοιμη να πισωγυρίσει και να πάει να γυρέψει αλλού βοήθεια...
-Στο μαγαζί είναι , της λέει, τράβα να τον εύρεις !
Δεν πρόλαβε να κατεβεί τη σκάλα το θηλυκό και νά´ σου μπροστά της ολόκληρος ο γέρο Σπύρος με τη μειλίχια μορφή του και τη μπαστούνα του που δεν την αποχωριζόταν ποτέ ,που στο αντίκρυσμα της εικόνας που είχε μπροστά του σούφρωσε τα ολιγότριχα φρύδια του, μα δε χρειάστηκε να ρωτήσει ,γιατί με το που είδε κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε.
Άφηκε τη Ζωγούλα να πολεμάει να του ´ξηγήσει τι ήθελε και ´κείνος άφηκε παράμερα τη μαγκούρα, ξάπλωσε την Ασπρούλα κατάχαμα λευτερώνοντας την αγκαλιά της Ζωγούλας κι άρχισε να την ψάχνει όπως κάνουν οι κανονικοί γιατροί άμα τους πηγαίνεις άρρωστο. Τώρα η Ασπρούλα είχε επιδεινωθεί. Είχε παραλύσει εντελώς και το πανώριο κεφαλάκι της κείμενο κατάχαμα πόναγε πολύ τη Ζωγούλα.
Ο γέρο Σπύρος ,παλιά καραβάνα σε τέτοια , αφού όλη του τη ζωή την είχε στα ζωντανά αφιερωμένη, πήγε κατ ´ ευθείαν στο κατώι και ξεκρέμασε από τη ρέχτη ένα βοτάνι. Φώναξε τη Σπύραινα να βάλει απάνω στη φωτιά το μπρίκι με νερό να βράσει για να μη χάνουν χρόνο και ´κείνος κοπάνησε βιαστικά το βοτάνι και ανέβηκε χοροπηδητά τη σκάλα , σαν παλληκαράκι είκοσι χρονών κι έφτιαξε μοναχός του το γιατρικό. Το μετάγγισε πολλές φορές σε διαφορετικά καθαρά τσουκάλια για να κρυώσει γρήγορα, και το ´δωκε βιαστικά και με προσοχή στο ετοιμοθάνατο κατσίκι. Άνοιξε με τα δάχτυλά του τα σαγόνια του, γιατί το ίδιο από μόνο του δε γινόταν να το καταφέρει κι έστειλε το γιατρικό κατ´ευθείαν στο στομάχι του. Ύστερα πήρε ένα σάϊσμα , το έστρωσε χάμω, ακούμπησε απάνω στο μισό την Ασπρούλα και με το άλλο μισό τη σκέπασε για να κρατήσει το σώμα της ζεστό .
Τότε γύρισε, κοίταξε τη Ζωγούλα που παιδευότανε να μιλήσει κι ,,έκοβε τον άλυσο,,........
-Άκου, τσιούπραμ´ ,κάτι έφαγε και δηλητηριάστηκε ! Άργησε να πάρει το γιατρικό ! Κάμε το σταυρό σου ! Θα καρτερεσουμε και θα ιδούμε!
Κι ανέβηκε στο σπίτι του .
-Τράβα και συ στο σπίτι ,παιδάκι μου, πέστο και στους δικούς σου, της είπε καθώς ανέβαινε τη σκάλα.
- Όχι, ήθελε να του ειπεί, να του το φωνάξει, όχι εγώ θα μείνω κοντά στην Ασπρούλα , μα στην απέλπιδα προσπάθειά της να το ειπεί δεν τα κατάφερε και κούνησε απλά το κεφάλι της προς τα πίσω και σήκωσε τα χέρια της κάνοντας σινιάλο στη δική της γλώσσα , πράγμα όμως που δεν είδε ο γέρο Σπύρος γιατί ήδη είχε μπει στο σπίτι του.
-Κρίμα, είπε στη Σπύραινα, δε βλέπω να σώνεται το ζωντανό !
Πρέπει νά ´φαγε χοιροκούκι!
Ο Σπύρος έφαγε και ξάπλωσε, η Σπύραινα το ίδιο και το κορίτσι παράστεκε την ετοιμοθάνατη Ασπρούλα , ασπρισμένη εκείνη περισσότερο από το φόβο της.
Ανασήκωνε που και που το σάϊσμα για να βλέπει τι γίνεται από κάτω και καθώς έβλεπε τα ματάκια της Ασπρούλας της να θολώνουν και τα ποδαράκια της αδύναμα απλωμένα πάνω στο σάϊσμα και το κεφαλάκι της ξαπλωμένο χωρίς πνοή ζωής, καθόταν δίπλα της, τη χάιδευε για να νιώθει ότι δεν είναι μοναχή της και ότι αυτή στέκει δίπλα της και παρακαλάει με την ψυχή της να σηκωθεί. Έχει καιρό να τη μαλώσει άμα γίνει καλά που δεν πρόσεξε τον εαυτό της κι έφαγε από ´κείνα τα φυτά που δεν έπρεπε.
-Γιατί τώρα να τραβάω εγώ τούτο το ζόρι , σκέφτηκε με παράπονο η Ζωγούλα. Όχι, δεν την πείραξε που βασανιζόταν κι αυτή , απλά κουράστηκε με τόσες ώρες αγωνίας κι από απελπισία είπε ,ό,τι είπε !
Όχι , Θεούλη μου, όχι σκέφτηκε το κορίτσι, εγώ είμαι μια χαρά, αρκεί ν´αναστηθεί η Ασπρούλα μου !
Και καθώς το κορίτσι καθόταν σκεπτόμενο με το βλέμμα στο κενό μετά τέσσερις ώρες αναμονής είδε κάτι ν´αναδεύεται μέσα στο σάϊσμα. Έτρεξε ,χωρίς να το διαπιστώσει κιόλας ,κοπάνησε δυνατά την πόρτα με τα δυο της χέρια κι όταν της άνοιξε η Σπύραινα την παραμέρισε σχεδόν βίαια ξέροντας ότι θα τη χασομερίσει με τις ερωτήσεις της και όρμησε μέσα ψάχνοντας απελπισμένα τα δωμάτια να βρει το Σπύρο.
-Θεέ και Κύριε, είπε η Σπύραινα κι έκαμε το σταυρό της !
Ο Σπύρος ότι είχε σηκωθεί από το μεσημεριανό του υπνάκο και ντυνόταν. Μισόγυμνο τον πήρε τραβώντας τον, σούρνοντάς τον καλύτερα από το χέρι και τον οδήγησε στην Ασπρούλα .Εκείνος ανασήκωσε το σάϊσμα και είδε ότι η κατσίκα άρχισε πράγματι να ζωντανεύει. Τη χάιδεψε σα να ήταν μικρό παιδί τρυφερά , είπε δόξα σοι ο Θεός κι έτρεξε να φέρει το γιατρικό. Έδωκε στην κατσίκα μια ακόμα γερή δόση , τη συμβούλεψε να κάτσει φρόνιμα και τη σκέπασε με το ρούχο. Το ζωντανό αδιαμαρτύρητα παρέμεινε κουκουλωμένο καρτερώντας τη γιατρειά του.
Η Ζωγούλα μούγκριζε ασταμάτητα και σκούπιζε με την ανάστροφη του χεριού της τα μάτια της που δε σταμάτησαν λεπτό από την ώρα εκείνη.
-,,Σάματι,, εβόηθηκε ο Θεός ,της είπε !
Παρακάλα κι άλλο ,κορίτσι μου !
Και πήγε να πιεί τον καφέ του.
Η Ζωγούλα δεν είχε βάλει ούτε νερό στο στόμα της που το ένιιωθε ξερό από τη δίψα και πικρό από τη στεναχώρια.
Η Σπύραινα που επί τέλους ένιωσε τη σοβαρότητα της κατάστασης, την ανάγκασε να πιεί με το στανιό μερικές γουλιές για να μην πάθει τίποτα κι εκείνη , για όνομα του Θεού, έτσι είπε. Έφερε δυο σκαμνάκια κι ένα για τη Ζωγούλα που ως εκείνη την ώρα καθόταν πότε όρθια, πότε σε μια χαμηλή μαντρούλα που χώριζε την αυλή από τον κήπο.
Κάθισαν και οι τρεις δίπλα στην Ασπρούλα αγωνιώντας για την εξέλιξη.
Πιάσανε κουβέντα το ζευγάρι με τη Ζωγούλα για να της πάρουνε τη σκέψη και τη ρωτάγανε διάφορα ,χωρίς φυσικά να περιμένουνε να πάρουνε απάντηση κουβεντιαστή. Εκείνη όμως προτιμούσε να μιλάνε για την Ασπρούλα ,έτσι τουλάχιστον καταλάβαιναν οι δυο ηλικιωμένοι και δεν κατάλαβαν λάθος. Μόλις γύρισαν την κουβέντα στην Ασπρούλα άστραψε η ματιά της και το μουγκρητό της γινόταν ολοένα πιο μακρόσυρτο κι ήτανε φανερό πως ήθελε πολύ ,το ένιωθε έντονα αυτό,πως ήθελε να μιλήσει μόνο και μόνο για να πει πράματα για την Ασπρούλα της.
Απογιομάτιασε. Ο Σπύρος σέλωσε τ´άλογό του , η Σπύραινα σαμάρωσε το γάιδαρο , έστρωσε τις καλές της αντρομήδες στα σαμάρια και ξεπροβόδισε με το καλό τον άντρα της .Ήταν ιερή η στιγμή για την Ασημούλα, αυτό ήτανε τ´όνομα της Σπύραινας. Σε λίγο θα ήταν κοντά τους ο γιος τους. Δέκα χρόνους έχουνε να τον ιδούν και μοιάζει σα να έφυγε χτες. Τόσο γρήγορα περνάει ο καιρός.
Το λεωφορείο από Αθήνα θα έκανε στάση στο Στροβίτσι στις 4 το απόγιομα και ήτανε τρεις και κάτι είπε ο Σπύρος σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς και θα κουβαλούσε πολύτιμο θησαυρό το γιο τους. Η ώρα δεν περνούσε για την Ασημούλα. Ο Σπύρος έδεσε το σκοινί του καπιστριού του γάιδαρου στο πίσω κολιτσάκι, καβαλίκεψε το Ντορή του και ξεκίνησε για την παραλαβή του πιο πολύτιμου φορτίου .
Τα αναδέματα μέσα από το σάϊσμα όσο πήγαιναν κι αυγάταιναν και τ´ανασηκώματα του ρούχου από τη Ζωγούλα γίνουνταν συχνότερα και θαρρετότερα. Είδε τα ματάκια της να ξεθολώνουν , το σώμα της να γίνεται σφιχτό , μα ο φόβος την έκανε να είναι ακόμα προσεκτική.
Ο γέρο -Σπύρος με την αγκαλιά και την ψυχή γιομάτες δεν άργησε να ξεμυτίσει κουβαλώντας το λατρεμένο του γιο.
Ο Θανάσης , έτσι λέγανε το νεοφερμένο, ήπιος άνθρωπος σαν τον πατέρα του, φιλότιμος και σπλαχνικός ,με τις πρώτες άσπρες τρίχες να γκριζάρουν το όμορφο κεφάλι του, κατέβηκε μ´ένα πήδο όπως κάποτε στα νιάτα του, προτού φύγει από την Ελλάδα για Αυστραλία και στο αντίκρυσμα της Ζωγούλας
-Γεια σου, της είπε. Ποια είσαι συ; Τίνος είσαι;
Μα σα δεν πήρε απόκριση, κοίταξε τον πατέρα του κι εκείνος του εξήγησε. Η Ζωγούλα βέβαια μίλησε με τη δική της γλώσσα ,γιατί άλλαλη ήτανε κι όχι χαζή ,μα σαν ο Θανάσης δε μπορούσε να καταλάβει ακριβώς παραιτήθηκε κι αυτή και αρκέστηκαν όλοι στις εξηγήσεις του Σπύρου. Δεν πρόλαβε να δευτερώσει η κουβέντα και η Σπύραινα που άκουσε χαβαλέ βγήκε κι όρμησε στην αγκαλιά του.
-Γιόκα μου, του είπε, παληκάρι μου, ψυχή μου, σταυραϊτέ μου! Καλώς όρισες ! Και δε σταματούσε τα χάδια και τα φιλιά και τα ρωτήματα.
-Άιντε, ανεβείτε απάνου, είπε ο Σπύρος . Θα κουβαλήσω εγώ τα πράματα !
Η φαμϊλια τρισευτυχισμένη είχε επιδοθεί στην αλληλοαπόλαυση, στις ιστορίες που τους έλεγε ο Θανάσης και στις φωτογραφίες που τους έδειχνε .
- Κοίτα η Ασημούλα μου, μούκι -μούκι, μάκια -μούκια και δος του φιλιά στις φωτογραφίες της εγγονής της.
Θα είμαι τη εγώ σα θα ξανάρθεις ,γιόκα μου; Γιατί δεν έφερνες και τη φαμίλια σου να σας ιδούμε ούλους μαζεμένους;
Κι αφού ο Θανάσης της εξήγησε ότι αυτό δεν ήτανε και τόσο εύκολο κι ότι με καλό θα έρχονταν σε δυο-τρία χρόνια ίσως και για μόνιμα καταλάγιασε η Ασημούλα.
Ο Θανάσης ταλαιπωρημένος από το ταξίδι γύρεψε να ξεκουραστεί κομμάτι και μετά σλαφρωμένος να χορτάσει τους γέρους του ,να τόνε χορτάσουνε και του λόγου τους.
Η μέρα τράβαγε στο τέλος της και το κορίτσι κατακουρασμένο από την αγωνία και το σταλίκι δεν είχε σκοπό να ξεκουραστεί ούτε να ξεκουνήσει από τη θέση της.
Η Σπύραινα της έφερε ένα φίλεμα από ´κείνα τα ξενικά τα ιδιότροπα που είχε φέρει ο γιος της και της είπε πως έπρεπε να φύγει πια, νύχτωσε,σε λίγο θα γύριζαν και οι δικοί της από το χωράφι.
Η Ζωγούλα ανασήκωσε το σάϊσμα πήρε τη μισοκοιμισμένη Ασπρούλα στην αγκαλιά της ,είπε με νεύμα ευχαριστώ και πισωπλάτισε να φύγει.
Ένα σπαρτάρισμα ένιωσε στην αγκαλιά της και η Ασπρούλα της ξυπνημένη για τα καλά και γερή , βέλαξε χαρούμενα ευχαριστώντας έτσι τους νοικοκυραίους για τη φιλοξενία , τη γιατρειά και τη συντροφιά τους . Σήκωσε το κεφαλάκι της ψάχνοντας το χνώτο της Ζωγούλας, εκείνη τη φίλησε στα χειλάκια της και η κατσίκα γλύστρισε από τη χαρούμενη αγκαλιά της κι έτρεξε προς το σπίτι τους.....
Και η Ζωγούλα τρέχοντας ξωπίσω της....
- Περίμενεεεε , της φώναξε πεντακάθαρα σα να μην είχε ποτέ της βουβαμάρα.....
Το σοκ που υπέστη η ψυχούλα και το σώμα της και η μεγάλη αγάπη για την Ασπρούλα της έφεραν τη φωνή της που ήταν γλυκειά σαν την ίδια...
Στο σπίτι το βράδυ τα χάσανε οι δικοί της σα γυρνώντας από το χωράφι τους καλωσόρισε μια γλυκειά τρυφερή κοριτσίστικη φωνή ,που τους διηγήθηκε με το νι και με το σίγμα τα καθέκαστα .
Εκεί που η αγάπη κάνει θαύματα ,εκεί όπου ο πόνος χρησιμεύει για καλό χαλάλι κι η ταλαιπώρια, χαλάλι ούλα είπε η μάνα της η Πηνελόπη και άνοιξε την αγκαλιά της που ήτανε μικρή για το μεγάλο θαύμα κι όρμησε μέσα της η Ζωγούλα κι από δίπλα ο πατέρας της ο Σπήλιος και τρία ζευγάρια χέρια αγκαλιάστηκαν σ´ένα αγκάλιασμα μοναδικό.
Αγκάλιασμα ευτυχίας ,χαράς και αγαλλίασης !
Η απλοϊκή Πηνελόπη το απέδωσε στο Θεό και στις μέρες που έρχονται κι ο κυρ-Σπήλιος το ίδιο . Η ίδια η Ζωγούλα ήξερε πως η Ασπρούλα της χάρισε τη φωνή της και δεν ήθελε αυτό να το αμφισβητεί κανείς. Μα αν το λένε και Θεό κι αν το λένε θαύμα τι διαφορά έχει, σκέφτηκε η Ζωγούλα .Μήπως στ´αλήθεια Εκείνον ολημερίς δεν παρακάλαγε να της χαρίσει την Ασπρούλα της; Της χάρισε και τη φωνή της;
-Δοξασμένη η χάρη σου ,είπε κάνοντας το σταυρό της !
Κάθε πρωί, κάθε βράδυ, κάθε μέρα η Ζωγούλα είχε να ιστορεί θαύματα κρυμμένα μέσα της 16 ολόκληρα χρόνια και τώρα που ήθελε να τα πει όλα , έρχονταν μπουλούκι και της μπούκωναν το στόμα κι από τη βιάση να τα πει η μιλιά της κοβόταν......
-Λίγα-λίγα και σιγά-σιγά ομορφούλα μου, της είπε η μάνα της. Εδώ είμαστε !
Τώρα που μιλάει κατάλαβε την αξία της ομιλίας και πόσο ήθελε να είναι στο Γυμνάσιο για να μάθει γράμματα . Γιατί στο Δημοτικό ο κυρ -Νίκος ο δάσκαλος την είχε από κοντά
και παρ´ότι στον καιρό της δεν υπήρχε μέθοδος εκμάθησης για άλαλους, η Ζωγούλα έπαιρνε ό,τι άκουγε γιατί δεν ήταν κωφάλαλη, άλαλη ήταν. Και ήταν πανέξυπνη .
Εκείνα τα Χριστούγεννα η Ζωγούλα και η οικογένειά της τα βίωσαν μ´ένα τρόπο αλλιώτικο ! Είχανε δυο χείλια κι ένα στόμα παραπάνω να λαλεί και να ψέλνει με τους αγγέλους ύμνους στο γεννημένο Χριστό και μια ζωή φορτωμένη αγάπη, τη ζωή της Ζωγούλας που μοιράστηκε αφειδόλευτα χαρίζοντας φως στα σκοτάδια και χαράζοντας πορείες αντάξιες του θαύματος που βίωσε !
Τα φετεινά Χριστούγεννα τα μοιράστηκε με τους ανθρώπους που βοήθησαν στη συντέλεση αυτού του θαύματος , το γέρο Σπύρο, την κυρά Σπύραινα, ποτέ δεν επέτρεψε να την αποκαλέσουν γριά, και το Θανάση το γιο τους.
Τα λαμπιόνια του καταστόλιστου δέντρου που στόλισε η ίδια ολομόναχη γαργάλισαν τα κρυμμένα της συναισθήματα, τα φωτάκια φώτισαν τα όνειρά της κι ένα ροζ που διαγράφτηκε στα μάγουλά της και τα πήραν οι άγγελοι που ήτανε διάσπαρτοι στη διακόσμηση του σπιτιού και τά ´στειλαν ικεσία στον ουρανό και οι καλές της νεράϊδες τα πήραν και τα εναπόθεσαν δώρο ψυχής, δώρο ζωής με ημερομηνίες εκτέλεσης δρομολογημένες που μόνο η διαίσθηση ενός πρώην άλαλου μπορεί να ερμηνεύσει !
Οι χιονένιοι βουτυροκουραμπιέδες , σήμα κατατεθέν των ημερών , που έφτιαξε η Πηνελόπη με πολύ μεράκι, έκαμαν τη σκόνη τους φίλτρο μαγικό και χάρισαν την όμορφη θωρειά τους και τη γλύκα του θυσία στης Ζωγούλας τις πεθυμιές που αναμφίβολα εκτός από τέρψη του λάρυγγά της υπήρχαν κι άλλες ανεκπλήρωτες. Κι ένα γλυκό σαν τον κουραμπιέ με τα χιλιάδες συμπιεσμένα αλευρομόρια ,πρόθυμα να διασκορπιστούν στα πέρατα της οικουμένης σα μικροτσίπ για να συλλέξουν πληροφορίες ,δε μπορεί να στέκει αδιάφορο κι άπραγο στων νοικοκυραίων τις θελήσεις !
Η Πηνελόπη για το καλό που η κόρη της μίλησε κι ακούστηκε στο σύμπαν η γλυκειά φωνή της έφτιαξε και δίπλες μελωμένες με την ευχή τώρα που η κόρη της είναι πλήρης να βρεθεί με τον καιρό κι ένα καλό παιδί να σμίξουνε τις ζωές τους. Κρυφή ευχή της ήτανε τούτη, γιατί ακόμα το κορίτσι ήταν μικρό για παντρειά , μα σε τι έβλαπτε το καλομελέτημα; Ας γινόταν στον καιρό του!
Όλα χαμογελούσαν εκείνο το βράδυ: το λαμπερό σπίτι, το καταστόλιστο δέντρο, η γαλοπούλα, τα φαγητά ,τα γλυκά, όλα ! Μα πιο πολύ απ´όλα γελούσαν οι ψυχές ολονών , σε βαθμό που οι ουράνιες μελωδίες μπέρδεψαν τους ήχους τους και προσχώρησαν στις μελωδίες των ψυχών τους, τις πήραν και τις έκαμαν τραγούδι , ευχές και στις ουράνιες κλίμακες ανεβοκατέβαιναν κάθε βράδυ στο προσκεφάλι της Ζωγούλας άγγελοι με φωτοστέφανα και τρομπέτες που εμφυσούσαν την πνοή τους για να έχει παντοτινή ευτυχία και χαρά η ζωή της.
Μέσα στ´άγρια χαράματα η καμπάνα πρόδωσε την έναρξη της Χριστουγεννιάτικης λειτουργίας. Το κρύο ήταν τσουχτερό . Τ´αστέρια στον ουρανό φωσφώριζαν τρεμοπαίζοντας το φως τους και σιγοντάρουτας στο ,, Δόξα εν Υψίστοις ,, των αγγέλων !
Σύντομα οι γιορτινές παρουσίες με τα φαναράκια στο χέρι φιδοσέρονταν στην ανηφόρα για την κεντρική εκκλησία του χωριού.
Η Ζωγούλα πιότερο απ´όλους απολάμβανε αυτή την εικόνα και η μαγεία της νυχτιάς παρέμεινε ζωγραφισμένη στην ψυχή της .Μια εικόνα πρωτόγνωρη .
Το θαύμα των Χριστουγέννων και το δικό της θαύμα , του μιλημού της το θαύμα αγκαλιάστηκαν σφιχτά κι έγραψαν τη δική της μοναδική, ασύλληπτη , αληθινή ιστορία !
Χριστός Γεννάται ! Αντηχεί στ´αυτιά της .....
Η αλαφράδα του κορμιού της σήμερα συνοδεύτηκε από την αλαφράδα της ψυχής της και τα χείλη της έψαλαν δοξολογώντας : ,,Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης Ειρήνη εν ανθρώπους ευδοκία,, !

Κ. ΜΠ -Κ