Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Η ΒΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΙΑΣ!

Της Κατερίνας Μπαχάρη-Κουτσουνά
Η Βρύση της Ετιάς!
Στη βρύση που λαχτάρησα νεράκι να διψάσω,
να δροσιστώ και να βραχώ, ζωή να ξαποστάσω,
ήρθα και βρήκα ερημιά και μούσκλια φυτρωμένα!
Και το λιμπί κι η γούρνα της πλήρως ερημωμένα!
Οι μνήμες στήσανε χορό και οι λυγιές καρτέρι
κι είπανε: -Ξένη πώς γυρνάς απ´τα δικά μας μέρη;
-Δε με γνωρίζεις βρύση μου, που ήπια το νερό σου,
τα ζωντανά μου πότισα, στάθηκα στο πλευρό σου;
-Ήσουνα νια, νεράιδα μου, με γυριστές πλεξούδες!
Και τώρα γλυκομίλητη, μα σαν τ(ι)ς ξενοκυρούδες!
Πούν´το ξυπόλυτο παιδί με το πλατύ το γέλιο;
Τα γίδια και τα πρόβατα, το ξύλινο φραγγέλιο;
Πού ´ναι η βήκα, το σταμνί, κόπανος και βαρέλα;
Ο γάιδαρος και τ´άλογο που ´κάναν πασαρέλα!
Τα κοριτσούδια κι οι φωνές που και νεκρό ανασταίναν;
Θυμάσαι ,,χορομπουλητό,,κι ύστερα ξεθυμαίναν
στη γούρνα μου τη δροσερή, την καλογυαλισμένη;
Πλατσούρισμα, μπουγέλωμα κι ας ήσουν στολισμένη!
Στο ένα χέρι το τυρί, στ´ άλλο το παξιμάδι
σα χόρταινες που μ´εβαζες με το ξερό σημάδι;
-Βρύση μου, εκείνα μέσα μου τα κουβαλώ! Κι εσένα!
Κι όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, τρώγω απ´τα περασμένα!
Κι ήρθα κοντά σου σήμερα λίγο να ξαποστάσω,
να θυμηθώ το παρελθόν και νιότη ν´αγοράσω!
-Δεν την πουλώ τη νιότη εγώ κι ας είμαι στα κουρέλια!
Εδώ νά ´ρθείς για να τη βρεις με βήκες και βαρέλια!
Κι αν αρρωστήσεις, γιατρικό θα δώκω το νερό μου,
μα στέρεψε κι αυτό μ´εσέ, χάθηκε τ´ονειρό μου!
-Βρύση μ´, τα χίλια πρόβατα, οι δέκα τσοπανάδες,
που πότιζαν, ξεδίψαγαν κοπέλια και μανάδες;
Δε σου ´τοιμάσανε στολή στη σχόλη να φορέσεις,
στο πανηγύρι, στη γιορτή, Χριστού, Λαμπρή, ν´αρέσεις;
Δεν ήρθαν την Πρωτοχρονιά κορίτσια να γεμίσουν,
να πιούν τ´αμίλητο νερό, με τύχη να φορτίσουν;
Να σε ταΐσουνε γλυκό και να σ´αλείψουν μέλι;
Να τραγουδήσουν ωσσανά οι ψαλτάδες κι οι αγγέλοι;
-Σα γριά μ´αφήκαν μοναχή, στέρφα σαν προβατίνα,
να σιγοστάζω δάκρυα, σα χήρα απ´την Αθήνα!
Τι έχασα γι άντρα το βουνό, την Πλεύρη στα καμμένα!
Τα περδικοπερίστερα τά ´χω κι αυτά χαμένα!
Δεντρί, αγραπίδι, κουτσουπιά, πουρνάρι, κουμαρίτσα,
την πεύκα, τη βελανιδιά και τη μικρή αγριελίτσα!
Βουή τα βρήκε τα δεντρά και μένα συφορίτσα!
Οι ξυλοκόποι τά ´σουραν απ´την κατηφορίτσα!
Ο άμπουλας πιο πάνω γιε, θυμάσαι, δες οι βράχοι!
Στο σχιστολίθι είχαν φωλιά κάβουροι και βατράχοι!
Σφήκες, σερσέγκια, μέλισσες, μερμήγκια, πεταλούδες,
σκύβαν κι επίναν κι έλεγαν λόγια σαν κοπελούδες;
Τα φίδια γοργοσέρνονταν, γιορντάνια η φορεσιά τους
και τά ´πνιγε του άμπουλα η χαρά μες τη δροσιά τους;
Το πανηγύρι του άμπουλα και το δικό μου αντάμα
θυμάσαι που το γλένταγαν και το ´καναν ρεκλάμα;
-Θυμάμαι, βρύση μου καλή, και τούτα κι άλλα τόσα!
Τα νυφοστόλιστα προικιά, τα χαρανιά, τη Γκιόσα!
Κόρες λευκαίναν τα πανιά και γριές τις ορμηνεύαν
και ζευγολάτες πέρναγαν, σιμά σου ξεπεζεύαν!

Το ξωκλήσι της Ετιάς!
Κι όταν στη σχόλη της Κυράς απάνου στο ξωκλήσι,
8 Σεπτέμβρη με καλό, κοπέλια, νιοί μελίσσι,
δίνανε όρκους, πέζευαν για τη δική της Χάρη
κι αυτή ευλόγα πρόθυμα και νια και παληκάρι!
Θυμάμαι τα Χριστούγεννα, εκείνο το Δεκέμβρη
πού ´πλένα τα γουρνάντερα στο παγωμένο αγέρι,
κι η ζεστασιά των σπλάχνων σου θώπευε την ψυχή μου,
τη μάνα που αγκομάχαγε κι ήμουνα μοναχή μου!
Κι απέναντι, φιγούρα σου, αυλή σου, συντροφιά σου,
(του) Ψαρρού ο κήπος έστεκε, θρέμμα και ομορφιά σου,
με κηπομαγερέματα κι οπωρικά και τη συκιά δικιά σου!
Η στέρνα του έτρεφε πολλά βατράχια σαν παιδιά σου!
_Ξέχασες το σιγόντο μου, που εκράταγα στους νέους;
Και τα φιλιά, τους όρκους τους, Ιουλιέτες και Ρωμαίους;
_Και την ελιά της νόνας μου πιο πάνω στην πεζούλα
που έστεκε φύλακας πιστός στα φόρα και στη ζούλα!
-Τώρα τα βάτα συντροφιά, τα σκίντα κι οι λυγιές μου,
τα μούσκλια, νεροκάρδαμα, βατράχια, οι πληγές μου!
Ανάμεσα στις πέτρες μου λειχήνες, βρύα, ξέρες,
μετρούν τους χρόνους, τους καιρούς και τις καλές τις μέρες!
Στ´αρχαία θά ´μαι κάποτε, στ´αζήτητα ίσως μείνω
και στου χωριού τους κάτοικους (ποιούς;) ίσως νερό δε δίνω!
Μα εγώ θα στέκω όσο μπορώ, θ´ανοίγω τη θωρειά μου
κι όποιος διαβάτης σαν και σε κοιτά την αρχοντιά μου
μαραζωμένη, τραγική, με νου που ταξιδεύει
κι αναθυμάται τα παλιά, δακρύζει και ,,λαγγεύει,,!
Αχός ακόμα έρχεται του κόπανου η αψάδα
και πανηγύρι και γιορτή π´έδιωχναν την αγριάδα!
-Σκύβω που λες να πιώ νερό, να πιω, να ξεδιψάσω!
Δεν είχε γεύση του καιρού, πικρό ήτανε σα γράσο!
Κι έφερε δίψα πιότερη, δίψα φαρμακωμένη!
Ήτανε το παράπονο...κι η βρύση περιμένει.....
...γενιά να φέρει το ξυστρί, νιο να τήνε ξυστρίσει
και νια κι αρραβωνιαστικιά να την καλογυαλίσει!
Το σύννεφο παρακαλεί να βρέξει το νερό του....
Η γούρνα γιόμισε νερό και τρέχει...στο πλευρό του!
Είπε ! Κι εξύπνα απ´ το βαθύ τον ύπνο που είχε πάρει
και μες τ´ονειροτάξιδο δεν έπαιρνε χαμπάρι
πως την δροσιά της κουβαλώ, την τώρα και την τότε!
Έφυγα και παρακαλώ ! Αμήν Θεέ μου, πότε;
Φωτό της περιοχής με το ξωκλήσι και κάτω η βρύση!
                              Υ.Γ. Οι Μοφκιτσάνοι, δεμένοι με τον τόπο μας δικαιολογούμε το συναίσθημα και την προσωποποίηση, τις μνήμες και τη λαχτάρα για την αναβίωση και δεν παύουμε να ονειρευόμαστε ποτέ!

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Γάμος: Το ωραιότερο ραντεβού της ζωής!


Τα δικά μας παιδιά, Ο Νίκος και η Μάγδα παντρεύτηκαν. H νύφη από το χωριό μας, η Μάγδα Ανδριοπούλου κόρη του Σάκη Ανδριόπουλου και της Αντωνίας, παντρεύτηκε τον εκλεκτό της καρδιάς της Νίκο Καρτσώνη, το Σάββατο 5 Μαίου 2018, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Καρέα Αττικής, σε ένα όμορφο γάμο που πραγματοποιήθηκε βροχερή μέρα. Τα υπέροχα πράγματα όμως στη ζωή μας αποδεικνύουν πως ακόμα και με τη βροχή ένας γάμος μπορεί να είναι πολύ όμορφος και πραγματικά ήταν. Στο μυστήριο του γάμου παρευρέθησαν οι συγγενείς αλλά και οι προσκεκλημένοι φίλου του ζευγαριού. Πραγματικά ήταν ένας υπέροχος και ζεστός γάμος!
Μετά το μυστήριο ακολούθησε δεξίωση με αρκετό φαγητό, χορό και διασκέδαση στο κέντρο "Αστέρια". Το ζευγάρι εκπλήρωσε το όνειρό του με τον καλύτερο τρόπο και όλοι εμείς τους ευχόμαστε όσο χαρούμενοι και ευτυχισμένοι νιώθουν σήμερα που παντρεύτηκαν τόσο και περισσότερο να νιώθουν κάθε μέρα της ζωής τους.
Νίκο και Μάγδα να ζήσετε ευτυχισμένοι!


Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

“Ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο”!


Συνέντευξη: Λουκάς Καρνέσης, συγγραφέας.
Σήμερα θα σας παρουσιάζω μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με το (συνταξιούχο της ΑΤΕ) Λουκά Καρνέση συγγραφέα, σύζυγο της πατριώτισσάς μας Αναστασίας (Τασίας) Μπαλαδήμα!
Βιογραφικό
Ο Καρνέσης Λουκάς γεννήθηκε στην Σαλαμίνα και σπούδασε στην Ανωτάτη Βιομηχανική Πειραιά. Είναι παντρεμένος, με την Αναστασία Μπαλαδήμα, έχει δυο γιους και κατοικεί μόνιμα στο Χαϊδάρι. Εργάστηκε στην ΑΤΕ μέχρι τον Νοέμβρη 2014, όπου (αναγκαστικά) έκανε χρήση της εθελουσίας εξόδου από τον νέο εργοδότη Τράπεζα Πειραιώς.
Η συνέντευξη δόθηκε στον συνάδελφό του και φίλο κ. Γιώργο Γιαννόπουλο.
Ερώτηση: Γιώργος Γιαννόπουλος
Τα βιβλία που έχετε εκδώσει;
Απάντηση: Λουκάς Καρνέσης
Πάντοτε όταν είχα λίγο χρόνο (ξέρετε καλά τις συνθήκες της δουλειάς μας) μου άρεσε πολύ να γράφω. Έχω 5 χειρόγραφα μυθιστορήματα στο συρτάρι που περιμένουν τη σειρά τους.
Το πρώτο μου βιβλίο “ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο” εκδόθηκε τον περασμένο Νοέμβριο από τις εκδόσεις ΛΥΚΟΦΩΣ , ενώ έχω αυτοεκδόσει ηλεκτρονικά και ένα θεατρικό, με τίτλο “Εσωτερικοί διάλογοι”.
Ερώτηση: Λίγα λόγια για το περιεχόμενο του έργου σας;
Απάντηση: “Tο πακέτο” είναι το πρώτο χάρτινο παιδί μου και το αγαπώ πολύ. Το περιεχόμενο στρέφεται γύρω από την “ταύτιση” συγγραφέα και ήρωα που προκαλεί μια υποσυνείδητη σύγκρουση, βάζοντας παράλληλα και διάφορα θέματα προς συζήτηση που νομίζω αφορούν πολλούς από εμάς. Στο βιβλίο οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο, ο συγγραφέας Βασίλης Αντωνίου και ο ήρωάς του Στάθης Καραλής. Αρχικά, παρουσιάζεται ο Στάθης Καραλής. Ο Στάθης είναι ένας ανώτερος δημόσιος υπάλληλος, έχει μια καλή οικογένεια, δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και έχει κατορθώσει να περάσει την οικονομική κρίση χωρίς απώλειες. Ωστόσο, κάποια στιγμή αρχίζουν να εμφανίζονται στη ζωή του διάφοροι άνθρωποι που φαίνεται τον γνωρίζουν και του δίνουν διάφορες συμβουλές, χωρίς όμως, ο ίδιος να τους γνωρίζει πάντα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συστήνονται στον Καραλή ως άνθρωποι κάποιου συγγραφέα που έχει επιλέξει τον Στάθη για να τον κάνει πρωταγωνιστή σε ένα βιβλίο του. Ενώ αυτό συνεχίζεται, παρουσιάζεται στον αναγνώστη ο Βασίλης Αντωνίου, ένα συγγραφέας που πασχίζει να ολοκληρώσει το νέο του βιβλίο. Ο ίδιος δυσκολεύεται να βρει την έμπνευσή του και ο εκδότης του τον πιέζει ζητώντας του γρήγορα ένα βιβλίο που θα κάνει πολλές πωλήσεις. Αν και στην αρχή τα δύο πρόσωπα, ο Καραλής και ο Αντωνίου, μοιάζουν να μην έχουν καμία σχέση, γρήγορα διαπιστώνουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Η ζωή του Στάθη Καραλή καθορίζεται ουσιαστικά από τον Βασίλη Αντωνίου, ο οποίος τον έχει επιλέξει για να είναι ο ήρωας του βιβλίου του. Πιεσμένος από τον εκδότη του να γράψει ένα βιβλίο που να συγκινήσει και να αρέσει στους πολλούς, ο Αντωνίου αποφασίζει να «τσαλακώσει» τον ήρωά του. Σε μια φωτογραφία που στέλνει από ένα επαγγελματικό της ταξίδι η γυναίκα του Καραλή, αυτός παρατηρεί ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο του δωματίου της. Γνωρίζοντας ότι η γυναίκα του δεν καπνίζει, ο Καραλής σοκάρεται και αποφασίζει να ενεργοποιηθεί. Παράλληλα, εμφανίζεται μια μυστηριώδης γυναίκα, παλιός έρωτας του Καραλή, η οποία κανονίζει να φέρει σε επαφή τους δύο ήρωες. Θα καταφέρει ο Στάθης να βγει από τον λαβύρινθο που βρίσκεται; Ο συγγραφέας θα υποκύψει στη βούληση των αναγνωστών ή θα υπερισχύσει η δική του, ελεύθερη βούληση; Αυτά είναι ερωτήματα που για να τα απαντήσετε θα πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο.
Ερώτηση: Συνεχίζετε το γράψιμο και τι νέο θα παρουσιάσετε;
Απάντηση: Βεβαίως και συνεχίζω, είναι κάτι που λατρεύω το αγαπώ ένα χόμπι μπορείτε να το πείτε. Το νέο μου μυθιστόρημα είναι σχεδόν έτοιμο (βρίσκεται στις διορθώσεις) και θα εκδοθεί φέτος τον χειμώνα. Είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην επαρχία, αρχές του 1980.
Ερώτηση: Tι έχετε να πείτε στους νέους ανθρώπους αλλά και γενικά σε αυτούς που θέλουν να ασχοληθούν με τη γραφή;
Απάντηση: Διαβάζω πολύ τους νέους (ηλικιακά) συγγραφείς, έχουν ορμή, δύναμη, κοφτερό λόγο και φυσικά θέλουν να πουν πολλά. Το γράψιμο, η πέννα, είναι ένα από τα ισχυρά “όπλα” που έχουν στη διάθεση τους ώστε να περάσουν ηχηρά τα μηνύματα τους, τη φωνή τους, την άποψη τους. Εύχομαι όλο και περισσότεροι νέοι να ασχοληθούν με τη γραφή, νομίζω ότι το έχουμε όλοι μας ανάγκη σήμερα.
Ερώτηση: Έχετε ασχοληθεί με την ποίηση και εάν ναι, δώστε μας ένα δείγμα;
Απάντηση: Δυστυχώς όχι. Η ποίηση είναι εξαιρετικά ένα δυνατό εργαλείο γραφής, λέξεις που συμπυκνώνουν νοήματα και συναισθήματα και θεωρώ ότι οι ποιητές έχουν πράγματι το “χάρισμα”. Έχω διαβάσει μόνο γνωστούς και μεγάλους ποιητές.
Ερώτηση: Τι γνώμη έχετε για την ανάγνωση γενικά;
Απάντηση: Είναι το αλάτι της ψυχής του ανθρώπου, το οξυγόνο που σου δίνει αυτοπεποίθηση συντροφιά, δύναμη και φυσικά μόρφωση.
Ερώτηση: Το διαδίκτυο βοηθάει στην ενημέρωση είτε στην επιμόρφωση;
Απάντηση: Το διαδίκτυο είναι πλέον μια επανάσταση στον χώρο της τεχνολογίας και επικοινωνίας, δεν μπορείς, αναγκαστικά, πρέπει να συμπορευτείς με όλα αυτά που έρχονται.
Αναμφίβολα έχει βοηθήσει και συμβάλλει τα μέγιστα, τόσο στην ενημέρωση όσο και στην επιμόρφωση. Αλλά και το τονίζω εμφαντικά, η αλόγιστη χρήση και οι παγίδες που επιμελώς κρύβονται σε αυτό, το καθιστά πολύ επικίνδυνο. Συνεπώς η σωστή προσεκτική και λογική χρήση του διαδικτύου είναι το πρώτο μέλημα μας.
Ερώτηση: Μοναξιά ή φιλία ή επανάσταση στο διαδίκτυο;
Απάντηση: Ένας συγγραφέας είχε γράψει το εξής για τη φιλία: είναι προτιμότερο να περπατάς στο σκοτάδι με τον φίλο σου, παρά μόνος σου στο φως. Η φιλία είναι ένας δεσμός αίματος, ένα συναίσθημα βαθύ ανθρώπινο και είναι πράγματι ευτυχισμένος ο άνθρωπος που έχει φίλους ή φίλο. Ο Αριστοτέλης είπε ότι η φιλία είναι μια ψυχή που κατοικεί σε δυο σώματα.
Στο διαδίκτυο μπορείς να βρεις νέες παρέες, να συζητήσεις διάφορα, αλλά όσα like και αν σου κάνουν δεν μπορούν επ ουδενί να αντικαταστήσουν την πραγματική ζωντανή φιλία.
Ερώτηση: Ποια η άποψη σας για την προσφυγιά;
Απάντηση: Δυστυχώς για άλλη μια φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πότε επιτέλους θα μάθει το ανθρώπινο είδος ότι δεν λύνονται τα προβλήματα με ακραίες πρακτικές, πολέμους, συρράξεις και γενικά με την βία. Πολλοί λαοί βίωσαν την αδικία τον φανατισμό την ματαιοδοξία και το μίσος. Σήμερα ζούμε το μεγαλύτερο κύμα μετακίνησης πληθυσμών. Οι απάνθρωπες συνθήκες βίας, η πείνα, οι ασθένειες συμβάλλουν σε αυτή τη μετακίνηση. Το μεγάλο αυτό θέμα δεν αντιμετωπίζεται με ευχολόγια αλλά με ουσιαστικές πρακτικές και βοήθεια. Όσο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο (όλοι ξέρουμε πως) το φαινόμενο της προσφυγιάς θα πάρει διαστάσεις τυφώνα. Έστω και τώρα, δεν είναι αργά πιστεύω, μπορούμε να ενώσουμε όλες τις ψύχραιμες ουσιαστικές φωνές, ώστε να περιορίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο την ανθρώπινη δυστυχία.
Ερώτηση: Πως σας έρχονται οι ιδέες για γράψιμο;
Απάντηση: Από τα πάντα, είτε είναι ταινίες, βιβλία, συζητήσεις, απόψεις, ιστορίες, εκδρομές, είτε οτιδήποτε άλλο. Έχω πάντα μαζί μου ένα μικρο μπλοκ και σημειώνω ότι άκουσα, είδα, γεύτηκα, που μου έκανε εντύπωση.
Ερώτηση: Ποια θέματα σας ελκύουν περισσότερο για να γράψετε ιστορικά, ερωτικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, επίκαιρα προσωπικά άλλα;
Απάντηση: Όλα με ελκύουν, μακάρι να μπορούσα να έγραφα για όλα. Πιστεύω ότι ένας που ασχολείται με την γραφή δεν πρέπει να παραμείνει σε ένα είδος γραφής που προφανώς κατέχει σωστά , αλλά να ρισκάρει να γράψει και άλλα είδη.
Ερώτηση: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Έλληνες και ξένοι συγγραφείς και πως επηρέασαν – εάν επηρέασαν – το έργο σας;
Απάντηση: Αγαπημένοι μου Έλληνες είναι ο Χρόνης Μίσσιος, Αντώνης Σουρούνης, Χωμενίδης, η Ζέη και πολλοί άλλοι. Από ξένους θα πω Μαρκές, Κάφκα, Σάμπατο,Ρόμπινς Πεσοα και άλλοι. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο φυσικά με επηρέασαν και νιώθω ευγνώμων για όλους.
Ερώτηση: Η γραφή σας επηρεάζεται από την καθημερινότητα της Ελλάδας;
Απάντηση: Σίγουρα η καθημερινότητα παίζει το σημαντικότερο ρόλο για την συγγραφή. Σήμερα όσο και να θέλεις να αποφύγεις να γράψεις για αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολο. Η οικονομική κρίση η φτώχεια η αποδιοργάνωση της κοινωνίας δεν σε αφήνουν αδιάφορο.
Ερώτηση: Ποια είναι η γνώμη σας για τον φεμινισμό και εάν θεωρείτε ότι αυτός στην Ελλάδα οδήγησε τη γυναίκα σε ανώτερες βαθμίδες ή την καθήλωσε στη θέση της;
Απάντηση: Το φεμινιστικό κίνημα ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, άρχισε δειλά να οργανώνεται με στόχο την εξίσωση των δυο φύλων σε όλους τους τομείς. Σήμερα με τα δεδομένα που υπάρχουν (κυρίως στις ανεπτυγμένες κοινωνίες) θα λεγες κατά πρώτο λόγο ότι έχει καταφέρει πολλές και σημαντικές νίκες. Στην Ελλάδα οι πρώτες αντιδράσεις ήταν μεμονωμένες, ενδεικτικά αναφέρω την Καλλιρρόη Σιγανού που σαν δημοσιογράφος κυκλοφόρησε τότε το 1888, έντυπο με κύριο θέμα τα δικαιώματα των γυναικών. Πιστεύω ότι μετά από την καταστροφή του 22 με τον ερχομό των ξεριζωμένων που είχαν στην πλειονότητα νέες και προοδευτικές ιδέες, η φτώχεια και η δυστυχία ανάγκασε την γυναίκα να βγει στην παραγωγή κυρίως για λόγους επιβίωσης .
Οι πιέσεις των κινημάτων που πλέον είχαν καλύτερη και αρτιότερη οργάνωση για ίσα δικαιώματα και άλλες σημαντικές διεκδικήσεις, όπως δικαίωμα ψήφου έφεραν κάποια αποτελέσματα. Σήμερα πιστεύω ότι η γυναίκα έχει κατά ένα μέρος ανεξαρτητοποιηθεί με τις δικές της δυνάμεις έχοντας πάντα αντίπαλο την ανδροκρατούμενη κοινωνία της χώρας μας.
Μην ξεχνάμε ότι η γυναίκα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στην περίοδο του μεσοπόλεμου αλλά και μετά από τον πόλεμο ήταν ( η πλειονότητα) αγράμματη, υποταγμένη στον άντρα, δεν είχε καμιά οικονομική αυτοτέλεια ώστε να σηκώσει κεφάλι. Το μόνο που έκανε ήταν δουλειά- χωράφι - σπίτι σαν σκλάβα. Ο φεμινισμός σήμερα, παρόλο που πολλοί προσπαθούν να τον απαξιώσουν, έχει αποκτήσει οικουμενική διάσταση ρίχνοντας το βάρος για την υπεράσπιση των γυναικών παγκόσμια, μιλάω για ξυλοδαρμούς βιασμούς καταπίεση μητρότητα κλπ.
Προσωπικά θεωρώ ότι η γυναίκα σήμερα έχει εκείνα τα εργαλεία, να πιέσει να φωνάξει, να επαναστατήσει, να διεκδικήσει, γιατί είναι όχι μόνο ικανή αλλά παραμένει πάντα ο δυνατός κορμός που στηρίζει ολόκληρο το δένδρο. Οι άντρες πρέπει να βοηθήσουν, αφού πρώτα όμως ξεριζώσουν από μέσα τους, βαθιές ανόητες νοοτροπίες και αντιλήψεις.
Ερώτηση: Ποιο μήνυμα θα θέλατε να περάσετε στους αναγνώστες με τα βιβλία σας;
Απάντηση: Πρώτα να ευχαριστήσω θερμά όποιον αναγνώστη συνάδελφο διάβασε το βιβλίο μου και ελπίζω να μην καταχράστηκα τον πολύτιμο χρόνο του. Όσο για τα μηνύματα, ελπίζω αυτά που θέτω στο βιβλίο να απασχολούν και τους περισσότερους.
Γιώργος: Ευχαριστούμε πολύ το συνάδελφο Λουκά Καρνέση και του ευχόμαστε να είναι πάντα υγιής και δημιουργικός.

Ένας όμορφος διάλογος, τον οποίο σας μεταφέρω αυτούσιο με την προτροπή προς όλους τους συμπατριώτες να διαβάσουν το βιβλίο και σίγουρα θα βρουν κάτι που τους αγγίζει! 
Λουκά καλοτάξιδο!
Μάνθος Κατσάμπουλας.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Αη-Γιώργης ο Μοφκιτσάνος!


Της Κατερίνας Μπαχάρη-Κουτσουνά
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που η Μοφκίτσα έσφιζε από ζωή, το ανηφορικό κροκαλιαστό μονοπάτι που οδηγούσε κατά τη Σκουτέργα στο μικρό, ταπεινό, απέριττο ξωκλήσι του Αη-Γιώργη, με πρωινό μπροστάρη καβαλάρη τον παπά-Γιώργη απάνου στο άλογο, που κράταγε σφιχτά το ποτήρι της θείας κοινωνίας αμίλητος και λουσμένος στο φως της ροδαυγής και την κουστωδία του, ψαλτάδες και παιδιά με τα εξαπτέρυγα και ό,τι άλλο χρειαζόταν για την επιτέλεση της θείας λειτουργίας και των μυστηρίων, έγραφε στο νου μας εικόνες εκστρατείας, όπως μας τις διηγούνταν οι παλιότεροι με μια ομορφιά και μια πίστη στο σκοπό αδιασάλευτη. Τον καλημέριζαν στο φτάσιμο τα πουλιά με αρχηγό τ´αηδόνια και του ´διναν τον τόνο της κατοπινής ψαλμωδίας που η στεντώρια σεβάσμια φωνή του συνέπαιρνε τους πιστούς και μαζί με του μικροκαμωμένου Πανάγου αρχιψάλτη τη βραχνή, τραβηχτή φωνή, του Δημητράκη τη μελίρρυτη και ταπεινή και του μπάρμπα Χρήστου τη γλυκειά και καμαρωτή, ουλουνών όμως τις φωνές με περισεύουσα πίστη και με τον τρόπο του καθένα ολοκληρωνόταν το μεγαλείο της θεϊκής παρουσίας σε πλαίσια γήινα με δοτικότητά απόλυτη, που είχε σαν επιβράβευση τη γαλήνη στην ψυχή τους! Και το εκκλησίασμα τους ευγνωμονούσε γιατί όλοι γεύονταν το απαύγασμα της θείας παροχής μέσω της ψαλτικής ικανότητας των συγχωριανών του. 
Τον υποδεχόταν τον παπά η καταστόλιστη εικόνα του άγιου, που καρφώνει με μαεστρία και εξολοθρεύει το θεριό και που από την παραμονή το βράδυ μαζί με τον εσπερινό την είχαν τα κορίτσια του χωριού ντυμένη στα γιορτινά της και ´κείνος ξεκαβαλίκευε προσεχτικά κι αφού ακούμπαγε στη θέση του το Άγιο ποτήρι επέστρεφε κι έκανε τις μετάνοιες του σκύβοντας μπροστά στην εικόνα κι ακουμπώντας ίσαμε κάτω το χώμα, γιατί, ως φαίνεται, όσο βαθύτερη η κίνηση της μετάνοιας τόσο μεγαλύτερη κι η συχώρεση, κι αρχίναγε τον όρθρο παρέα με τα πουλιά που δε σιγοντάριζαν απλά, συμμετείχαν στη μυσταγωγία!
Λαμποκοπούσε στο ανέβασμα ο δρόμος στο κατόπι ανθρώπους όλων των ηλικιών και ζώα καταστόλιστα με ολοκέντητα υφαντά κιλίμια και πιστούς γιορτινά ντυμένους αναβάτες σε μια ανάβαση πανηγυρική, με πανδαισία χρωμάτων, πίστη και καμάρι και συνοδούς τ´αηδόνια και τ´άλλα πουλιά σε συναυλιακό κονσέρτο υψηλής αισθητικής ακουστικής απόλαυσης, αληθινό πανηγύρι τέρψης ψυχών και σωμάτων!
Κι ένα μελίσσι από παιδιά κάθε ηλικίας είχαν ξεχυθεί από πολύ πρωΐ πίσω από το Μεγαβούνι, κάπου εκεί τριγύρω στα λημέρια του Άγιου, να ξετρυπώνουν τραγουλιά, ένα μοσκοβολητό βοτανόφυτο, πού ´μοιαζε με το καριοφύλλι, άλλο παρόμοιο ήμερο φυτόκηπου καμάρι, δυσεύρετο και ακατάδεχτο να μετοικήσει στα κηπάρια του χωριού, έμενε πιστός σύντροφος φρουρός και συμπαραστάτης του Άγιου, αλλά πρόθυμα δινόταν στα παιδιά αγόρια συνήθως, δε θυμάμαι ποτέ κορίτσι να είχε καυχηθεί ότι μάζεψε τραγουλιά, δεν τους επέτρεπαν κιόλας να παίρνουν τα βουνά παρέα με τ´αγόρια, που έκοβαν όμως μόνο το φύλλωμά του καθώς χώνονταν στις λούζες για να το ξετρυπώνουν,  ιδανική κρυψώνα που δικαιολογούσε το σπάνιο του ευρήματος, και δεν το ξερρίζωναν ποτέ, κι όσοι είχαν τολμήσει να το κάμουν τους το ανταπέδιδε με γρουσουζιά το φυτό και ποτέ του δεν ξανά παρουσιαζόταν μπροστά τους, όσο κι αν το γύρευαν. 
Με την τραγουλιά ανά χείρας! 
Σαν φόρτωναν όμως τις χούφτες τους με το δυσεύρετο πολύτιμο βοτάνι, σαν έμπειροι πραματευτάδες διαλαλούσαν το σπάνιο τους εμπόρευμα κουνώντας το στον αέρα με περηφάνεια, γυρεύοντας πρόθυμους αγοραστάδες και τους είχαν εξασφαλισμένους εννοείται κι έτσι εξασφάλιζαν το χαρτζιλίκι τους και είχαν και την ευλογία του Άγιου, που το πρώτο κλωναράκι του το αφιέρωναν με ευλάβεια σε Κείνον! Όποιος είχε στο πέτο του εκείνη την ημέρα τραγουλιά καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι κι αν ήτανε και νιόγαμπρος ή λογοδοσμένος ή υποψήφιος ακόμα, τόχε τρανό καμάρι. Και από την εικόνα στο τέλος που τη μάδαγαν όποιος πετύχαινε την τραγουλιά-κλωνάρι -αφιέρωμα, καμάρι τόχε και χαρά και ´κείνος και τύχη κι ευλογία το θεωρούσε!
Η τραγουλιά

Το ξωκλήσι μικρό κι απέριττο πετρόχτιστο και με πλακόστρωτο δάπεδο υποδεχόταν τους πιστούς του με την ανθοστόλιστη εικόνα του προπομπό καλωσοριστάρη σ´έναν αυλόγυρο που ήσαν επίσης εκεί στημένοι οι πάγκοι των κερεμπόρων επιτρόπων και των λουκουμεμπόρων πωλητών και πρόθυμων κεραστάδων του επιβεβλημένου κεράσματος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ,δηλαδή ή το αγόραζε κανείς μόνος του και το απολάμβανε ή κάποιος μπρούκλης και κουβαρντάς τον κέρναγε, το ίδιο έκανε ,αρκεί να μην έμενε κανείς χωρίς λουκούμι. Ροζ, τριαντάφυλλο συνήθως, για να προκαλεί με το χρώμα του, είχε αγοραστική αξία μεγαλύτερη με την τροφαντή του όψη.
Ο αυλόγυρος, μια άπλα αλωνίσια πάνω στο λοφάκι ξανοιγμένη αφειδόλευτα για να χωράει την ομήγυρη ατσιγκούνευτα καμάρωνε κι εκείνος κατάφορτος για μια φορά το χρόνο κι αντί για βαρυγκώμια χαρά του και καμάρι τόχε να σέρνει απάνω του τόσες πιστές ψυχές!
Τα σφεντάμια τρογύρω του, οι κουμαριές, οι πρίνοι, τα σχίνα, οι αγλατζινιές, οι κουμαριές, οι γκορτζιές, οι τρικωκιές, οι κοκορεβυθιές(χαρουπιές), οι φασκομηλιές, οι ασφάκες, οι αφάνες, τ´ασφάλαχτα, τα νιόφυτα πευκάκια και κάμποσα άλλα τρανά κι αγέρωχα, τα δυο τεράστια πουρνάρια που μαρτυρούσαν τον καιρό που πέρναγε, σφιχταγκαλισμένα κορνίζαραν περίχαρα το εκκλησάκι και τον αυλόγυρό του, αφήνοντας επίτηδες ένα ξάνοιγμα-πορτάρι στη νότια του πλευρά! Κι ας μη μιλήσω για το βελούδινο χαλί που ήταν στρωμένο καταγής ολοκέντητο με τα λογής-λογής ψιλολούλουδα της άγριας φύσης προσφορά σε πανδαισία χρωματική από το απαλό ροζ ως το έντονο κίτρινο κι από το ανοιχτό γαλάζιο μέχρι το σκούρο άγριας ορχιδέας ή το λιλά και το λευκό της ολάνθιστης καυκαλήθρας και της σκορδαλήθρας και το λουλακί και το κατακόκκινο της παπαρούντας ως το πορτοκαλί της αδερφής της.
Δεν ήξερα τότε μήτε και τώρα να ειπώ αν η φύση με μάγευε πιότερο από του Άγιου την άπιαστη προστασία. Γνωρίζω όμως με σιγουριά και λέω τώρα ότι το δικό του κράξιμο ήταν η αναγκαστική μας προσγείωση στον παράδεισο της ανοιξιάτικης φύσης. Η ευγνωμοσύνη άπλετα προσφερόταν και στους δύο και σήμερα προσφέρεται μεγαλύτερη σαν τόχει ο άνθρωπος πιότερη ανάγκη να βρίσκεται κοντά τους.

Δεν ήταν οι καλίφωνοι ψαλτάδες που μπέρδευαν τις ψαλμωδίες τους με των πουλιών και των αηδονιών τις λαλιές, που ο οίστρος τους ετούτη την εποχή ξελογιάζει, ήταν η πιστή προσήλωση των ανθρώπων στην ιερή υποχρέωσή τους, ήταν η Άνοιξη, ήταν το μεγαλείο της φύσης, ήσαν όλα μαζί που γέμιζαν το κενό της ανθρώπινης ανασφάλειας κι έκαναν όλα γύρω να γεμίζουν με της πληρότητας την ιερότητα. Και η εικόνα του στρατηλάτη ομπροστά, περίβλεπτη κι εντυπωσιακή μέσα στο καταστόλιστο του συνοθυλεύματος των άγριων και ήμερων λουλουδιών, που τα πρώτα ήσαν προσφορά απλόχερη της φύσης τα δεύτερα δώρο της πρόθυμης προσφοράς των πιστών ,πρόθυμη να δώσει την ευλογία της στους θρήσκους και τους θρησκόληπτους, στους πιστεύοντες και τους άπιστους, στους ψαγμένους και τους μη ερευνώντες, με προθυμία χωρίς διακρίσεις αρκεί που είχαν όλοι τη διάθεση να φτάσουν ίσαμε ´κει.
Το ρυακάκι που διέσχιζε κάθετα τη δίοδο μερικά μέτρα πριν ανέβει κανείς το τούμπι που στήσανε οι χωρικοί το σπιτικό του Αγίου, γάργαρο και βιαστικό κυλούσε ανάμεσα σε μεγάλες πετρόπλακες που το νερό και ο χρόνος τις είχανε λειάνει και τα υπολείμματα δημιουργούσαν τροφή για μούσκλια γλυστρερά δύσκολα επέτρεπαν την άνετη διάβαση απέναντι ειδικά στους γεροντότερους. Έγλειφε λαίμαργα ό,τι προλάβαινε από τη σάρκα των ξυπόλυτων ποδιών, εκείνων που προτιμούσαν έτσι να το διαβούν, κι έκανε ηδονικό αναγάλλιασμα σαν τα ποδάρια ολωνών εκείνη την ημέρα μοσκοβολούσαν καθαριότητα.

Τ´αλογομούλαρα διάσπαρτα αφημένα άλλα στο χώρο πριν το ρυάκι άλλα μετά από αυτό στο διπλανό χωράφι του Βενετσάνη ,που ποτέ του δεν απέτρεπε κανέναν, το θεωρούσε μάλιστα και ευλογία να ,,ξυπηρετάει,, τις ανάγκες του κόσμου για τον ερχομό τους στον άγιο ζωντάνευαν κι ημέρευαν μαζί με τους ανθρώπους το άγριο τοπίο. Το διασκεδαστικότερο ήταν όταν οι κυράδες κάθε ηλικίας και από κάθε τόπο περνώντας το ρυάκι και ευρισκόμενες στο σταθερό αμμουδερό μονοπάτι της ανηφόρας που οδηγούσε στο εκκλησάκι, έβγαζαν τα πρόχειρα παπούτσια της ως εκεί διαδρομής τους, φόραγαν τα ψηλοτάκουνά τους ή τα όποια καλά τους είχαν η κάθε μια, παιδούλες, ηλικιωμένες χαμηλά, νιες, νιόπαντρες, αρρεβωνιασμένες, ξενόφερτες τακουνάτα, πασαρέλα αληθινή, πώς θα εμφανίζονταν απρεπείς μπροστά στον άγιο; Όχι, με τα καλά τους και όλη τους την περηφάνεια και όλη τους τη δόξα και τη λαμπράδα της ψυχής τους και του παρουσιαστικού τους! Οι περισσότερες τα έκρυβαν στις λούζες τα παλιά τους για να τα ξαναφορέσουν στην επιστροφή. Ο Άγιος υποδεχόταν χαμογελαστός το ποίμνιό του, είχε κι αυτός το δικαίωμα μια φορά το χρόνο στη γιορτή του να βλέπει όμορφες παρουσίες και ποτέ του δεν αρνήθηκε ακόμα κι άσεμνες περιβολές, άσε που καμμιά δεν τόλμαγε εκείνους τους καιρούς να ντυθεί άσεμνα, πάρεξ κι αν ήταν καμμιά ξενόφερτη τσατσά που γύρευε μέσα στην αλήθειά της συχώρεση φωνάζοντας περίτρανα το ποιόν της με τα ξεγουλητά της τεκολτέ, χάρμα για των λιγουριάρηδων αντρών τα μάτια, εκεί ο Άγιος έκανε έκπτωση, εμ, τι Άγιος θά ´τανε, αν δεν ήξερε να σχωρνά!
Η γλυκειά ταλαιπώρια της ανάβασης ήτανε άραγε μια δοκιμασία που έπρεπε να υποστούν οι κάτοικοι, μια προσπάθεια αγώνα για να νιώσουν εντονότερα του Άγιου την ευλογία και ν´ακούσουν το ναι της ψυχής τους να θριαμβεύει χωρίς λιποψυχιά μα θαρρετό και πρόθυμο και επιβραβευμένο; Ακόμα κι έτσι να ήτανε, άξιζε τον κόπο η κάθε ταλαιπώρια. Αποζημιώνεται κανείς από κάθε άποψη με την πρώτη ματιά. Με ολάνοιχτα πνευμόνια, με απλωτή ματιά που χώρια από την πέριξ ομορφιά ένα ξάνοιγμα, μια σούδα,  μ´ουρανό που τραβάει το βλέμμα αγκαλιαστά μέχρι κάτω τη θάλασσα, με οσφραίνοντα ρουθούνια την ευωδία της Άνοιξης, με ακούοντα ώτα τις συναλίες των πουλιών, με την αίσθηση της προστασίας από τον άγιο, με το ξεσήκωμα ούλου του χωριού για τη συμμετοχή σε τούτη την ευλογημένη πανδαισία έχει την εντύπωση ότι κατακλύζεται η ψυχή του από ένα μοναδικό, ανεπανάληπτο συναίσθημα άξιο κάθε μικρής ή μεγάλης θυσίας.
Δε γίνεται να ξεχάσει όποιος το έζησε το τι γινόταν στο τέλος της λειτουργίας! Χαιρετούρες, ευχές, αστεία ακόμα και πειράγματα, αγοραπωλησίες τραγουλιάς και λουκουμιών, στήσιμο για φωτογραφίες, όταν ο φωτογράφος είχε την ευκαιρία να έρθει από την κοντινή πόλη, γέλια, χάχανα, κουβεντολόι του καλού καιρού, σούρσιμο της ψαλμωδίας κι όξω από την εκκλησιά, μόνο που οι ήχοι άλλαζαν και
γίνουνταν ήχοι μελισσιού, ένα βουητό, που έβγαιναν από πολύχρωμες παρουσίες και ψυχές γιομάτες δύναμη.
Ο ήλιος και οι ευωδιές από τα λούλουδα και οι αηδονολαλιές που έρχονταν από τη ρεματιά πιο πέρα, οι άνθρωποι και το παιδομάνι, τα ζώα και το εκκλησάκι που έμοιαζε μια κουκκίδα μέσα στην απέραντη άγρια φύση, όλα σε μια αρμονική συνύπαρξη γοητείας, πίστης, συναδέλφωσης, γιορτής! Όλα μπλεγμένα σ´ ένα πανηγύρι, σε μια ικεσία, σε μια ευχή!
Μια ανεπανάληπτη εικόνα καταγεγραμμένη και βαθιά χαραγμένη στο παιδικό μυαλό ήταν εκείνη των γιαγιάδων μας οι οποίες, αφού προσκυνούσαν τον άγιο, έπαιρναν κεριά και διασχίζοντας διαγώνια το χωράφι του Βενετσάνη, μπουρδουκλώνοντας τα πόδια τους στα ψηλωμένα χορτάρια με τις τροφαντές παπαρούντες ανάμεσά τους, τις ολάνθιστες καυκαλήθρες και τις φτέρες να υποχωρούν πρόθυμες στο τσαλαπάτημα, τραβούσαν εκεί που έκραζε με την επιβλητική παρουσία του ένας αιωνόβιος πλάτανος και τα παιδιά περίεργα ακολουθούσαν αδιαφορώντας πλέον αν θα τσαλάκωναν τα
φρεσκοσιδερωμένα τους ρούχα ή θα λέρωναν τα καινούργια τους παπούτσια.
 Ο ίσκιος του πλάτανου που δεν ξέρω αν πέντε οργυιές ανθρώπων θα τον αγκάλιαζαν, τόσο χοντρός και γέρος ήταν, προστάτευε ευλαβικά τεράστιες πέτρες γκριζαρισμένες από το χρόνο και την αχρηστία και στα χαλάσματα που ήσαντε φυτρωμένες δάφνες κι ανάμεσά τους έτρεχε τ´αγιονέρι, εκεί πίσω από τον πλάτανο που σήμερα έχει ο κορμός του ανοίξει παράθυρο για να περνάει το φως του ήλιου και το βλέμμα του ανθρώπου καταγράφοντας την ομορφιά της ρεματιάς και θάβοντάς τη ζωγραφισμένη στα κατάβαθα της ψυχής του, κορνιζαρισμένη με του πλάτανου τα σωθικά, προσφορά του αδυσώπητου χρόνου στα βλέμματα της εκάστοτε γενιάς, σε μια λιμνούλα γάργαρο νεράκι σ´ένα σημείο που πίστευαν πως είναι το ιερό της άγιας τράπεζας ή τέλος πάντων σημείο που τους ήταν βολικό άναβαν τα κεράκια τους, έκαναν την ευχή τους, σταυροκοπιούνταν κι αφού ένιβαν το πρόσωπό τους, ένα τσούρμο γυναίκες, γριές ως επί το πλείστον και παιδιά ακόλουθοι γύριζαν κι έπαιρναν θέση, όποιες προλάβαιναν κάθονταν στις λιγοστές ψάθινες καρέκλες, στασίδια δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν, οι άλλες όρθιες και τό ´χανε και καμάρι γιατί σταθήκανε σεβάσμια και τι ήτανε μια στάλα ορθοστασία μπροστά στη χάρη που θα τους έδινε ο Άγιος; Στη θέση εκείνη που άναβαν οι νόνες τα κεριά ήταν η παλιά, η πρώτη εκκλησία του Αη- Γιώργη, πόσο παλιά κανείς δεν ξέρει από τους σημερινούς μα κι ούτε γιατί την εγκατέλειψαν κι αποφάσισαν να χτίσουν τη σημερινή. Εκεί τα πλατάνια, στέκι των νεράιδων, βογγούν από την ιστορία των αιώνων και οι ογκόλιθοι το ίδιο κι αν αφουγκραστεί κανείς προσεχτικά ίσως ν´ακούσει και τις ψαλμωδίες του καιρού που αγνοί παπάδες και ψαλτάδες έψελναν του άγιου το απολυτίκιο και τις άλλες προστατευτικές ευχές κι ευλογίες. Ίσως κάποια νόνα αλαφροΐσκιωτη να το ´χε τούτο ακουσμένο και από τότε πήγαιναν όλες τσούρμο ν´ανάψουν τ´αγιοκέρια στη μνήμη του Αγίου τους!
Το απέριττο του μέσα της νέας εκκλησούλας, μια άγια τράπεζα στο ιερό για τη θυσία, μ´ένα Χριστό αρχιερέα απέναντι, το Βαγγέλιο απάνου της δυο κηροπήγια εκατέρωθεν, τα δώρα της θυσίας κι ένα καντηλέρι που θαρρείς πως μένει ακοίμητο. Στο χώρισμά από τον κυρίως χώρο του ναού τρεις τοξωτές πόρτες στη σειρά ακάλυπτες, όλα στη φόρα, ακόμα και η θυσία, τόσο απλά κι αβίαστα κι απροκάλυπτα γίνονται όλα ανάγκης ούσης, με τις εικόνες του τέμπλου μετρημένες, τέσσερις του Θεού, εδώ κυριολεκτούμε, ο Στρατηλάτης, η Παναγία, ο Μέγας αρχιερέας κι ο Πρόδρομος με την καντήλα του έκαστος, για να μην έχει κανένα λόγο να παραπονιέται, ένα ξύλινο ψαλτήρι μόνο στα ξεξιά χωρίς στασίδια, μονάχα δύο υποπόδια ξύλινα κι αυτά και δυο παραθυράκια αντικρυστά για να βλέπουν οι ψαλτάδες να διαβάζουν, δυο μπρούτζινα μανουάλια καλογυαλισμένα έφεραν με περισσό καμάρι απάνω τους τα Λαμπροκέρια ολάσπρα με φως ικεσίας που πήγαινε ολόισια και κατ´ευθείαν στο Θεό και τις τεράστιες ταξολαμπάδες που ακούμπαγαν στο δάπεδο, ίσα με το μπόι τους είχαν ταμένο να την πάνε οι ευεργετημένοι, εγκάρδια παρακλητική ή ευγνωμονητική προσφορά των πιστών, μερικές ψαθοκαρέκλες και δύο θύρες, η μπροστινή κεντρική και η πίσω δυτική της υπηρεσίας θα λέγαμε, κορδέλες λαμπριάτικες κόκκινες κι άσπρες, σαν η Πεντηκοστή τον κλείνει μέσα της, γλυκά αιχμαλωτισμένο τον άγιο, αυτά ήσαν και είναι ακόμα τα στολίδια στο μικρό εκκλησάκι με μια σημαντική αντικατάσταση σε εκσυγχρονισμό πολυτελή του δαπέδου που έγινε καλλιμάρμαρο, του ξύλινου ταβανιού και της προσθήκης καθισμάτων σύγχρονων προσφορά πιστών και δρόμο λεωφόρο πλέον με ανύπαρκτο το ρυάκι, με καμμία δυσκολία ανάβασης, αφού το αυτοκίνητο πηγαίνει έως έξω από την πόρτα της εκκλησιάς, αλλά με τον κόσμο αποδεκατισμένο χωρίς εκείνη την παλιά αίγλη, χωρίς το συρφετό και το αλογομάνι, χωρίς τα λουκούμια και το κρύο νερό, χωρίς τραγουλιά, χωρίς γριές να ανάβουν κεράκια στην παλιά γκρεμισμένη εκκλησιά, χωρίς χορούς και γλέντια του πανηγυριού απόηχο, χωρίς καταστόλιστες αρρεβωνιασμένες και τροφαντές κυράδες που έδειχναν την αξιοσύνη τους με την πάστρα τους με τα κολλαριστά γιακάδια των πουκάμισων των αντρών τους και τις κολλαριστές καλοσιδερωμένες κορδέλες στα μαλλιά των κορασίδων τους ή τα καλογυαλισμένα παπούτσια τους, χωρίς να υπάρχει πλέον κανένας να πει: περάστε από το σπίτι, γιατί όλοι μας μπαίνουμε στο αυτοκίνητό μας και φεύγουμε χωρίς καλά-καλά να προλάβουμε να χαιρετηθούμε μεταξύ μας. Μέσα στην καλοπροαίρετη διάθεση της αναγέννησης όλα φτωχά και ταπεινά μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής του τότε και αυτού που λένε γιορτή, ξέδωμα, αναζωογόνηση! Τώρα όλοι λιτά, απρογραμμάτιστα, ταπεινά, ένα κατάλοιπο χρέους μοναχά κι αυτό χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες δύο τριών αφοσιωμένων ανθρώπων. Οι άνθρωποι κάνουν τα πανηγύρια οι άνθρωποι και τις γιορτές, οι οργανωμένες κοινωνίες!
Παρ´όλα αυτά το συναίσθημα παραμένει και όλοι οι Μοφκιτσάνοι επιθυμούμε να βρισκόμαστε και να θυμόμαστε!
Και του χρόνου με ευχαριστίες άπειρες στους πρωτεργάτες αυτών των προκλητικών και παρακλητικών συνευρέσεων και τις φιλότιμες προσπάθειές τους για τη συντήρηση των μνημείων που αποτελούν τις ρίζες μας ,καθώς και τις γενναίες προσπάθειες τους να κάνουν την πρόσβασή μας εύκολη!
Και του χρόνου χωριανοί, και του χρόνου φίλοι! Με υγεία!
Ευχαριστούμε Σπύρο, Γιώργο, ευχαριστούμε πρόεδρε Γιάννη, ευχαριστούμε παπά Σταύρο!
Χρόνια σας πολλά οι απανταχού Μοφκιτσάνοι Γιώργηδες!

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Νέο Διοικητικό Συμβούλιο στον Πολιτιστικό Σύλλογο Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ"

 Με τη συμμετοχή των αρκετών συμπατριωτών μας πραγματοποιήθηκε επιτυχώς σήμερα 22/4/2018, η Τακτική Γενική Συνέλευση του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" με Διοικητικό - οικονομικό απολογισμό αλλά και εκλογή Νέου Διοικητικού Συμβουλίου για τη διετία 2018-2020.
Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο, που αναδείχτηκε από τις σημερινές αρχαιρεσίες, συνεδρίασε μετά την γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων και συγκροτήθηκε σε σώμα με την παρακάτω σύνθεση:
1) Παναγοπούλου Θεοδώρα του Ευσταθίου (Πρόεδρος)
2) Ψαρρός Δημήτριος του Νικολάου (Αντιπρόεδρος)
3) Κατσάμπουλας Ματθαίος του Δημητρίου (Γραμματέας)
4) Κουτσουρούπα Ασπασία του Αναστασίου (Ταμίας)
5) Σωτηρόπουλος Σωτήριος του Αθανασίου (Μέλος)
6) Κόντος Ιωάννης του Θεοχάρη (Μέλος)
7) Παναγοπούλου Κων/να του Αναστασίου (Μέλος)
Ευχόμαστε στο Νέο Διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου, καλή θητεία και επιτυχία στους σκοπούς και στους στόχους του! 

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Ένα ακόμη όμορφο Πάσχα στη Μοφκίτσα!


Χριστούγεννα στην πόλη και Πάσχα στο χωριό λέει η λαϊκή παροιμία! Φτιάξαμε λοιπόν βαλίτσες με γιορτινά ρούχα, αποχαιρετήσαμε την πόλη και πήραμε τον εορταστικό δρόμο προς το χωριό.  Επιστροφή στα παλιά μας τα λημέρια, εκεί που μεγαλώσαμε, όπου υπάρχουν θύμισες. Tα κλειστά σπίτια άνοιξαν, οι  εκκλησία με αρκετό κόσμο. Η ζωή ξανάρθε στο χωριό. Ημέρες χαράς, ημέρες αγάπης, ημέρες για αντάμωμα με συγγενείς και φίλους έστω και για λίγες μέρες. Άνθρωποι όλων των ηλικιών που επέστρεψαν για λίγο στη γενέτειρα τους για να γιορτάσουν το Πάσχα και να σμίξουν με συγγενείς και φίλους.
Επιστροφή στην φύση. Το Πάσχα συμπίπτει με το απόγειο της άνοιξης! Το χωριό και γενικά η ελληνική επαρχία έχει βαφτεί με τα καλύτερα χρώματα.
Εορταστικό κλίμα! Περπατήσαμε στους δρόμους και στην όμορφη πλατεία του χωριού, απολαύσαμε τις παραδοσιακές γεύσεις, γλυκά, μυρωδιές αλλά και τα εγκάρδια χρόνια πολλά των συγχωριανών μας!  Στο χωριό το Πάσχα κρατά όλες τις μέρες. Κατανυκτική λειτουργία όλες τις μέρες της Μεγάλης  Εβδομάδας στην εκκλησία του χωριού μας, ο στολισμός του Επιταφίου αλλά και η Ανάσταση του Κυρίου. 
Ζήσαμε και φέτος την κάθε στιγμή και γιορτάσαμε όλοι μαζί με τις οικογένειές μας! 
Χρόνια Πολλά, Χριστός Ανέστη!


Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Εκλογές στον Πολιτιστικό Σύλλογο Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ"


 Καλούνται όλα τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" στην Τακτική Γενική Συνέλευση του συλλόγου μας, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 22 Απριλίου 2018, Βουλής 34 (Ισόγειο) και ώρα 11.00πμ:  
Θέματα Γενικής Συνέλευσης:
  1. Διοικητικός και Οικονομικός Απολογισμός της διετίας 2016-2018.
  2. Έκθεση Εξελεγκτικής Επιτροπής της διετίας 2016-2018.
  3. Προτάσεις - τοποθετήσεις - συζήτηση επί των προς τροποποίηση διατάξεων του από 17/10/1984 ιδρυτικού καταστατικού του συλλόγου μας και ψήφιση αυτών.
  4. Εκλογές για την ανάδειξη Νέου Διοικητικού Συμβουλίου και εξελεγκτικής επιτροπής.
Η παρουσία όλων κρίνεται απαραίτητη. Σας περιμένουμε να συμβάλλετε με τη συμμετοχή, τις ιδέες και τις προτάσεις σας στην αναβάθμιση, την ανανέωση και τη βελτίωση της λειτουργίας του Συλλόγου μας, έτσι ώστε να συνεχίσει τη δράση του και την προσφορά του στον πολιτισμό και στο χωριό μας που τόσο αγαπάμε.
Για το Διοικητικό Συμβούλιο
      Ο Γραμματέας                                       Η Πρόεδρος
 Μάνθος Κατσάμπουλας        Ντόρα Παναγοπούλου

Υ.Γ. Το Δ.Σ του συλλόγου, πιστεύει στην  ενεργό συμμετοχή όλων μας. Πιστεύει στον ενεργό πολίτη που μάχεται, διεκδικεί, οραματίζεται, στοχεύει και πετυχαίνει. Είναι γεγονός ότι έχουν αλλάξει πολλά, σήμερα. Βιώνουμε μια δύσκολη περίοδο, το ενδιαφέρον των πολιτών, και ειδικά, των νέων με τα κοινά περνάει ένα είδος κρίσης. Από τη στιγμή που επιλέγουμε τη λύση της μη συμμετοχής, οποιαδήποτε περίοδο και αν διανύουμε, η περιφρόνηση των πολιτών στα κοινά, συνήθως, συνεπάγεται αδράνεια, απραξία, έλλειψη προόδου. Όσο το ποσοστό αποστροφής στα κοινά αυξάνεται, τόσο, μεγαλύτερες επιπτώσεις έχει. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μεγαλώνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, γιατί κανείς δε διεκδικεί τίποτα. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η ενεργός συμμετοχή όλων μας, μέσα από το σύλλογο, μέσα από συλλογικούς φορείς. Διαφορετικά, κάθε αύριο θα είναι και χειρότερο και χωρίς δραστηριότητα δεν χτίζεται το μέλλον για μας αλλά και για τις επερχόμενες γενιές.
                                 Το Διοικητικό Συμβούλιο

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Πασχαλινές ευχές!


Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών "Η ΜΟΦΚΙΤΣΑ" εύχεται στα μέλη και φίλους του συλλόγου Χρόνια Πολλά, Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

"Μοιρολόγια" Το Μοιρολόι στη Μοφκίτσα


Επιμέλεια: Μαρία Κανελλοπούλου


Το μοιρολόι κατείχε ένα σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού μας τότε που αυτό είχε ζωή. Το μοιρολόι "γόος" των αρχαίων ελλήνων που συνεχίσθηκε στα Βυζαντινά χρόνια σαν "ανάκλημα" συνεχίστηκε και εντάθηκε στα χρόνια της σκλαβιάς, τότε που η ζωή του κάθε έλληνα ήταν ανείπωτη τραγωδία. Συνέχισε ως τις μέρες μας αποδεικνύοντας την άρρηκτη συνέχεια της φυλής μας, μιας φυλής Μεσογειακής που τίποτε δεν αντιμετώπιζε αθόρυβα ούτε και  αυτόν τον θάνατο. Τίποτε δεν αφήνει να περνάει απλά και αθόρυβα. Το θάνατο ακολουθούσε ο θρήνος από τα χρόνια του Ομήρου και τα χρόνια της λατρείας της Μέλαινας Δήμητρας.
  Ο λαός μας έζησε πολύ τραγικές εποχές, και μέσα στην τραγωδία του έκανε το θρήνο λυρικό τραγούδι, το μοιρολόι. Το έκανε μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Το μοιρολόι ήταν συμπαράσταση στους πενθούντες, επικοινωνία με τους νεκρούς, ψυχική ανάγκη.
Τα μοιρολόγια ήταν λυπητερά, λυρικά τραγούδια, δημιουργήματα γυναικών που είχαν το ταλέντο να δημιουργούν από τον πόνο στίχους, παρ' όλο ότι η πορεία της ζωής τους ήταν περιορισμένη στα πλαίσια μιας κλειστής καταπιεστικής αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας. Αυτά τα ποιήματα, πεζοτράγουδα και τι δεν είχαν. Είχαν μέτρο, ρυθμό, επίθετα, μεταφορές, παρομοιώσεις, διαλόγους, στοιχεία υπερβολής, κ.α.
  Η διαδικασία του μοιρολογίσματος είχε τάξη που βασιζόταν σε άγραφους κανόνες. Ξεκινούσε όταν ο ήλιος ανέτειλε και σταματούσε το ηλιοβασίλεμα. Ξεκινούσε πάντα μια ηλικιωμένη και ακολουθούσαν οι άλλες.  Ήταν δε αυτή η διαδικασία μια παράσταση απλοϊκή, αλλά πολύ σχετική με την παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Κορυφαία του χορού η πρωτομοιρολογίστρα και μέλη του χορού οι υπόλοιπες γυναίκες.
Από τα ακούσματα που έχω από την γιαγιά Αγγελική, περίφημη πρωτομοιρολογίστρα του καιρού της ήταν η θεία της Χάιδω Κοκκώνη, η οποία διέθετε και μια καταπληκτική φωνή. Έχω δε συγκρατήσει δυο μοιρολόγια, ένα που ξεκινούσε και ένα που τελείωνε όταν σήκωναν για την εκκλησία τον νεκρό και ειπώθηκαν από τις Μοφκιτσάνες θείες μου στην θανή της αδελφής μου.
"Καλάκαμες και πέθανες και μ' άνοιξες τους πόνους
τους περσινούς, τους φετινούς, τους αλησμονημένους
Όποια δεν έχει πεθαμό, δεν κλαίει τους πεθαμένους
Όποια δεν έχει αξαφνιά, δεν κλαίει τους ξαφνιασμένους
Όποια δεν έχει σκοτωμό, δεν κλαίει τους σκοτωμένους
Όποια δεν έχει ξενιτειά, δεν κλαίει ξενιτεμένους.
Και απαντούσαν οι γυναίκες ανάλογα με τα συμβάντα της ζωής της κάθε μιας.
Εγώ έχω τον πεθαμό και κλαίω τους πεθαμένους
Εγώ έχω την αξαφνιά και κλαίω τους ξαφνιασμένους κλπ."

*****
" Ήρθε η ώρα η πικρή, του χωρισμού η ώρα
ποια έχει λόγο να μου πει και γράμμα να μου δώσει
ποια έχει ρούχα στο μποξά, στον Άδη για να στείλει
Και απαντούσαν οι γυναίκες ανάλογα τη ζωή της μία - μία.
Εγώ έχω λόγο να σου πω και γράμμα να σου δώσω
έχω και ρούχα στον μποξά στον Άδη για να στείλω
γιατί έχω τον πατέρα μου στον Άδη χρόνια δέκα ή
έχω την αδερφούλα μου και καρτερεί στον Άδη  κ.α"

*****
Η καλή μοιρολογίστρια εκτός από φωνή έπρεπε να διαθέτει το ταλέντο του αυτοσχεδιασμού "συνταιριάσματος", να είναι καλή συνταιριάχτρα έλεγε η γιαγιά μου.
Το μοιρολόι έπρεπε να περιλαμβάνει οτιδήποτε είχε σχέση με το νεκρό, συνήθειες, χαρακτηριστικά, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, τρόπο θανής κ.α.
Στην Μοφκίτσα τα μοιρολόγια τα έλεγαν τραγούδια. Άλλωστε λυπητερά, λυρικά τραγούδια ήταν.  Εγώ τραγούδια πολλά σας έμαθα, θέλω τα καλύτερα στην θανή μου έλεγε η σπουδαία πρωτομοιρολογίστρια Παναγιώτα χα Αντωνίου Κριτσέλη (Χριστοδουλαντώναινα) απευθυνόμενη στις νεότερες.
Ήταν αυτή που έφερε στο χωριό εκείνο το μοιρολόι που κατέπληξε όταν θρηνούσε τον πρόωρα χαμένο γαμπρό της Μήτσο Κοκκώνη.
"Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη
Ένας γυρεύει την Λαμπρή κι άλλος το καλοκαίρι
κι ο Μήτσος τ' Άγιου Δημητριού που είναι η γιορτή του
που βγαίνουν τα γλυκά κρασιά που ανοίγουν τα βαγένια
κανείς δεν τους αγροίκησε εκεί στον κάτω κόσμο
μόνο μια κόρη όμορφη, μια μικροπαντρεμένη
πάρτε και εμέ λεβέντες μου να βγούμε από τον Άδη.
Κόρη βροντάν τα ρούχα σας μας αγροικούν οι άλλοι
τα βγάνω τα παντέρημα, στον Άδη τα αφήνω…"
Το υπόλοιπο το έχω ξεχάσει.
Σαν παιδί περνούσα τα καλοκαίρια μου στη Μοφκίτσα και την αγάπησα τόσο πολύ που σε όλους λέω εγώ έχω δυο χωριά, δυο πατρίδες. Ένα Καλοκαίρι συνέβη ο θάνατος του Αλέξη Κόντου και είχα εντυπωσιαστεί από τον γρήγορο αυτοσχεδιασμό που έκαναν οι ηλικιωμένες του χωριού για τον πρόωρο χαμό του.
"Μην με σκεπάζεις ουρανέ, μην με πλακώνεις χώμα
γιατί εγώ δεν φόρεσα καπέλο με κορώνα (στρατός)
Μην με σκεπάζεις ουρανέ, μην με πλακώνεις χώμα
γιατί εγώ δεν φόρεσα στεφάνι κι αρραβώνα (γάμος)"
Σαν παιδί είχα ζήσει δίπλα στην αξιοσέβαστη γιαγιά Γαρούφω Κριτσέλη (αδελφή της γιαγιάς μου) με είχε εντυπωσιάσει ότι είχε αυτοσχεδιάσει για όλο το φάσμα της ζωής της έχοντας χάσει τον εικοσάχρονο γιό της Ανδρέα. Απομακρυνόταν, απομονωμένη μονολογούσε. ¨όταν τελείωνε ήταν ήρεμη με ένα πικρό χαμόγελο σαν να έχει επιτελέσει ένα αναγκαίο καθήκον, σαν να είχε έρθει σε επαφή με την ψυχή του παιδιού της.
Έτσι κάνουν όλες έλεγε η γιαγιά μου. Όταν είχε μπροστά της κάποιο νεκρό.
"Εκεί που πας (όνομα) κι εκεί που σεργιανίζεις
αν βρεις τις νιές χαιρέτα τες, τους νιούς κουβέντιασέ τους
Αν βρεις και τον Ανδρέα μου, πολλά φιλιά να δώσεις.
Και πώς να τον γνωρίσω εγώ τον γιόκα σου στον Άδη;
Ψηλός, λιγνός ειν' στο κορμί, μελαχρινός στα κάλλη
έχει τα μάτια σαν ελιά, τα φρύδια σαν γαϊτάνι.
Όταν πλησίαζε κάποια μεγάλη γιορτή.
Σαν έρθουν Ανδρέα μου Λαμπρές και μεγαλογιορτάδες
εγώ για το χατίρι σου πικρά θ' αναστενάξω
για να ιδείς Ανδρέα μου πόσο πονάει η μάννα
για να τα' ακούσει ο χάροντας, να λυπηθεί τις μάνες.
Όταν συνέβαινε κάποιο ευχάριστο γεγονός:
Εμένα μου στείλανε παραγγελιά απ' τον Άδη
εκεί που γίνονται χαρές, ποτέ να μην περάσω
νάναι η καρδούλα μου βαριά, νάν' η ψυχή μου μαύρη
νάναι και τα ματάκια  βρύση που δεν στερεύει."
Είναι για μένα η γιαγιά Γαρούφω απεικόνιση της θεάς Δήμητρας της Μέλαινας (μαυροφορεμένης), μια εικόνα της μάνας Παναγιάς.
Υπήρχαν πολλές ταλαντούχες μοιρολογίστρες στο χωριό που εγώ τις αγνοώ. Η γιαγιά μου είχε αναφέρει εκείνο το πικρό συνταίριασμα της θείας της Αθηνάς Κοκκώνη για τον σκοτωμένο στην Μικρά Ασία γιό της.
"Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει μέσα στην τουρκιά
να κάψει τις κορώνες τους να κάψει τα σπαθιά τους
να κάψει τις καρδούλες τους, όπως και τη δική μου
και για τον πονεμένο πατέρα  Κωνσταντή (άνδρα της)
Πανηγυράκι γίνεται στον Άγιο Κωνσταντίνο
κι ο Κωσταντής που γιόρταζε, καθόταν λυπημένος
φάτε και πιέτε ρε παιδιά κι έχετε και το νου σας
γιατί περνάει ο χάροντας καβάλα στο άλογό του
Μαύρος είναι, μαύρα φορεί, μαύρο και τ' αλογό του,
μαύρα είναι και τα δόντια του, που τρώει τους λεβέντες
τα παλληκάρια τα καλά και τους πολεμιστάδες."
Επίσης η γιαγιά μου είχε αναφέρει σαν εξαίρετα ταλαντούχα  μοιρολογίστρια την Γεωργίτσα Παπαδάμη που άφησε το ταλέντο της να φανεί στον πρόωρο χαμό του αδελφού της  και στην συμμετοχή της στον θρήνο του πρώτου της εξαδέλφου Αντώνη Αγραπηδά, του αγνοημένου ήρωα της Μοφκίτσας που παρασημοφορήθηκε στο Μικρασιάτικο Μέτωπο και πέρασε τα πάνδεινα αιχμάλωτος στο "Αμελέ Ταμπουρού" τάγματα εργασίας των Τούρκων και επέστρεψε με την ανταλλαγή αιχμαλώτων.
Λόγω της συγγενικής μας σχέσης (αδελφός του παππού μου) έχω καταγράψει δυο αυτοσχεδιασμένα απ' αυτήν μοιρολόγια.
"Αντώνη μου που κείτεσαι, λεβέντη μου που είσαι
Αντώνη την ψυχούλα σου, ο χάρος που την βρήκε
εκεί που ειν' τα ψηλά βουνά κι οι κάμποι οι μεγάλοι
κι η πικροθάλασσα πλατιά, περάσματα δεν έχει
θ' ανοίξω δρόμους στα βουνά, στους κάμπους μονοπάτια
και για την πικροθάλασσα, καράβι θ' αρματώσω
να φέρει η μάνα σου κερί κι η αδελφές σου λάδι
κι η πρώτη ξαδερφούλα σου να φέρει το λιβάνι"

*******
"Ο χάρος εσεργιάνιζε, εκεί στα ξένα μέρη
λεβέντες εσημάδευε, καλούς κι αντρειωμένους
και στον Αντώνη έριξε, βόλι φαρμακωμένο
κι ο Αντώνης μας εφώναξε μες στ'αγγελόκρουσμά του
Πού 'σαι αδερφούλα μου καλή, μανούλα αγαπημένη
για να μου πλύντε τις πληγές να με νεκροστολίστε,
και πρωτοξαδερφούλα μου να πεις τα μοιρολόγια.
Ο Χάρος με σημάδεψε, στον Άδη με πηγαίνει.
κι πάλι ο Αντώνης εγύρεψε, μια χάρη να του κάνει.
Παρακαλώ σε χάρε μου, του κάτω κόσμου αφέντη
να στείλω μήνυμα πικρό, στη δόλια μου μανούλα
με το πουλάκι τα' ουρανού, με το χελιδονάκι.
Χελιδονάκι μου καλό και κοσμογυρισμένο
για πέρνα απ' το σπιτάκι μου και κάτσε στην αυλή μου
και πέσε στην μανούλα μου, να μην με περιμένει
να μην αλλάξει του Χριστού, στην εκκλησιά μην πάει
και την Λαμπρή ανήμερα, τραπέζι να μην στρώσει
Οι Τούρκοι με φονέψανε, εδώ στα ξένα μέρη
Τούρκε οχτρέ, Τούρκε φονιά, Τούρκε καταραμένε
πήρες τον ήλιο απ' το πρωί και τα' άστρια από τη νύχτα
φόνεψες το παιδάκι μου κι έκαψες την καρδιά μου."
Δεν ξέρω αν η αγράμματη κι απλοϊκή Μοφκιτσάνα Γιωργίτσα Κριτσέλη - Παπαδάμη είχε να ζηλέψει κάτι από το ταλέντο μιας ποιήτριας καταξιωμένης.
Έχω καταγράψει μοιρολόγια αγαπημένα και πολυτραγουδισμένα στη Μοφκίτσα στα σαρανταήμερα μνημόσυνα που η θεία μου Μαρία Αγραπηδά με την ωραία φωνή της είπε για την αδελφή μου κάνοντας όλους να κλάψουν.
"Σαν πήρα έναν ανήφορα, κι έναν ανηφοράκο
να βρω κλαράκι να σταθώ, πέτρα για ν' ακουμπίσω
ούτε πετρούλα απάντησα, ουτε κλαράκι ευρήκα
πήρα ένα έρημο στρατί, μ' εβγαλε στου Αγιωργιού την πόρτα
Γειά σας χαρά σας άνιφτοι, καλως τον τον νιμένο
πως τα περνάτε ρε πιδιά, εδώ στον κάτω κόσμο΄
δίχως φαι, διχως ψωμί, δίχως δικό κανένα
πώς να περάσουμε παιδιά, εδώ στον κάτω κόσμο
εδώ είναι τα φίδια πλεχταριά κι οχιές περιπλεγμένες
Όταν πεινάνε για ψωμί, τρώνε απ' το κορμί μας
κι όταν διψάνε για νερό, το αίμα μας βιζαίνουν
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά, θα σε παρακαλέσω
να μη μου φας τα μάτια μου, τα θέλω για να βλέπω
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά θα σε παρακαλέσω
να μην μου φας τα χέρια μου, θέλω να χαιρετίσω
Μαύρη οχιά, κακιά οχιά θα σε παρακαλέσω
να μην μου φας τα πόδια μου, θέλω να περπατήσω
με καρτερούν στο σπίτι μου, πίσω για να γυρίσω."

*****
"Εμένα με πήρε ο πόνος σου, με πήρε κι ο καημός σου
μωρ' αν σε πήρε ο πόνος μου, σε πήρε κι ο καημός μου
για πέρνα απ' το μνήμα μου κι απ' το νεκρόταφό μου
και σκάψε με τα νύχια σου, σαν άγρια  γερακίνα
και ρίχτ' το χώμα από τη μια, την πλάκα από την άλλη
και σήκω το μαντήλι μου, να δεις το πρόσωπό μου
κι αν είμαι όπως με ήξερες, σκύψε κι αγκάλιασέ με 
κι αν είμαι μαύρη κι άραχνη, σκύψε και σκέπασέ με
και παρ' τα χέρια σταυρωτά και την καρδιά κρατώντας
και τράβα στο σπιτάκι μας και κάτσε στη γωνιά μας
και βάλε μια ψιλή φωνή, όσο κι αν έχεις βάλε
ναρθούν ματάκια θλιβερά, ναρθούν καρδιές καμένες
άλλη  να κλαίει τον άνδρα της κι άλλη την αδερφή της
και εσύ να κλαις εμένανε, που πια δεν ξαναβλέπεις."

*****
"Στο παραθύρι να μην βγεις, στην πόρτα να μην κάτσεις
και παραπέρα στην αυλή, να βγεις να κουβεντιάσεις
το παραθύρι έχει δροσιά κι η πόρτα έχει κουβέντα
και παραπέρα η αυλή διασκέδαση μεγάλη
Αλησμονάς και χαίρεσαι και χαίρεται η καρδιά σου
δεν πρέπει πια να χαίρεσαι, μηδέ να κουβεντιάζεις
μον' πρέπει εσύ να κάθεσαι, σε έρμο στευροδρόμι
κι εκεί να κλαις τα ντέρτια σου, να κλαις και τους καημούς σου
για να τα' ακούσει η μαύρη γη, λουλούδια να μη βγάλει
για να τα' ακούσουν τα κλαριά, ποτά να μην ανθίσουν."

*****
"Για πεσ μου πότε θε να ρθεις και πότε θα γυρίσεις
να έχω η δόλια απαντοχή, να έχω η έρμη ελπίδα
για να στρώσω κόκκινα, να στρώσω βελουδένια.
Μωρή τι στρώνεις κόκκινα, τι στρώνεις βελουδένια
Μωρ' μαύρη ποιος σε γέλασε και ποιος σε κοροϊδεύει;
Εδώ που μπήκα εγώ, πίσω δεν ξαναβγαίνω
εγώ στα έμπα βρήκα ανοιχτά, στα έβγα ηύρα κλεισμένα
Με κλειδωνιές Βενετικές, με αμπάρες σιδερένιες
εδώ το λένε μαύρη γη, το λένε στο μηγύρι
Εδώ ειν' τα μνήματα, δασιά κεφάλι με κεφάλι"

*****
"Ο χάρος εβουλήθηκε να φτιέξει περιβόλι
βάζει τις νιές για λεμονιές, τους νιους  για κυπαρίσσια
τα μικρομέγαλα παιδιά, μόσχους και καρυοφύλλια
και τους καλούς τους γέροντες, φραγή στο περιβόλι.
Αχ να μπόραγα να άνοιγα, πόρτα στο περιβόλι
να κόψω κλάρες λεμονιάς, κλαριά από κυπαρίσσια
και να γεμίσω την ποδιά, μόσχους και καρυοφύλλια
να ακουμπήσω στην φραγή, λίγο να ξαποστάσω
να βρω τον πατερούλη μου, κουβέντα να του πιάσω
να βρω και τη μανούλα μου, ορμήνιες να γυρέψω."

*****
Είναι πάρα πολλά τα μοιρολόγια του χωριού, επειδή δεν έχω καταγράψει πολλά, αν συμπληρώσουν άλλοι που έχουν βιώματα  και μνήμες από το χωριό, πιο πολλές από εμένα, γιατί εγώ μπορώ να μπερδέψω μερικά.
Πολύ πονεμένα ήταν και τα μοιρολόγια αυτών που πέθαναν στην ξενιτειά. Η οικογένεια του παππού μου είχε τέτοια απώλεια, όταν πέθανε ο αδερφός του Θεόδωρος στην Αμερική. Ο παππούς μου είχε πει μερικά που έλεγε η πονεμένη μητέρα του και προγιαγιά μου.
"Ανάθεμά σε ξενιτειά, όσα καλά κι αν έχεις
κι αν έχεις πύργους γυάλινους, πύργους μαλαματένιους
Εγώ είδα , εγώ άκουσα, τους ξένους πως τους θάβαν
δίχως λιβάνι και κερί, δίχως παπά και ψάλτη
αλλάργα από τις εκκλησιές, αλλάργα από τους άγιους
και πάνε και τους θάβουνε, σε έρημα χωράφια"

*****
"Ξένος εψυχοράγαγε, σε ξένο παραγώνι
τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει
μαϊδ' αδερφό, μαϊδ' αδερφή, ούτε τη δόλια μάνα
να είχα μανούλας γόνατα και αδερφής αγκάλη
να είχα νερό απ' τον τόπο μου και μήλο απ' τη μηλιά μου."

*****
"Παιδάκι μου πώς να το ειπώ, το μαύρο μοιρολόι
ξένοι σου φέραν το νερό, ξένοι σε σιγυράγαν
ξένοι σου στρώναν τα σκουτιά, τα γιατρικά σου δίναν
ξένοι τα χέρια σταύρωσαν και κλείσανε τα μάτια
ξένοι σε εδίακαν στην εκκλησιά, στον έρημο τον τάφο
κι από τον πόνο τον πολύ, της ξενητειάς τη λύπη
βαλαντωμένος έπεσες, στο έρμο σου το μνήμα."
*****
"Εγώ επήγα στην ξενιτειά, να κάτσω δέκα μήνες
κι η ξενιτειά με γέλασε κι έκαμα δέκα χρόνους
παρακαλώ σε ξένη γη, να μη με αρρωστήσεις
γιατί η αρρώστια θέλει
 θέλει μανούλας αγκαλιά και αδερφής  φροντίδα
Κι η πρώτη μου ξαδέρφισσα, να κάθεται κοντά μου
Όσο 'χει ο ξένος την υγειά, όλοι τον αγαπάνε
μα 'ρθε καιρός κι αρρώστησε ο ξένος να πεθάνει
κι ο ξένος αναστέναξε κι η γη αναταράχτη."

*****
Πριν μερικά χρόνια συγκινήθηκα από την θεια Μαλλιώ της Μοφκίτσας, που όταν αντίκρυσε νεκρή την αδελφή της την Πηνειώ είπε:
Ήρθα αδερφούλα να σε τραγουδήσω, για να μην μου κατέβεις παραπονεμένη. Πήρα εδώ το σημειωματάριό μου και έγραψα εκείνο το πικρό αυτοσχεδιασμό που έκανε για τον αδελφό τους, το πιο τραγικό συμβάν της ζωής της.
"Στο δρόμο που θα πορευτείς, φαντάρο θ' απαντήσεις
για πάρε ρούχα καθαρά, ν' αλλάξει τα παλιά του
πάρε κρασί και βάλσαμο, να πλύνει τις πληγές του
πάρε κλωνί βασιλικού, για χαιρετίσματά μου."
Αντίο θεια Μαλλιώ, ήσουν από τις τελευταίες. Αντίο στη γενιά της Μοφκίτσας που πήρε μαζί της τους πολιτιστικούς θυσαυρούς, που εμείς, αγνοήσαμε, περιφρονήσαμε, χλευάσαμε. Αν κάποιος γνώστης της λογοτεχνίας το ψάξει , όλα αυτά θα τα εντάξει και θα τους κατονομάσει Λογοτεχνικούς Θησαυρούς.
  Η περιοχή μας ήταν πλούσια σ' αυτόν τον τομέα. Μοιρολόγια έχουν καταγραφεί από πανεπιστημιακούς όπως ο  κ.Ν. Βέης.