Α
Αγροικάω = ακούω
Αδειάζω
= ευκαιρώ
Άκιωτο =
ατελείωτο
Ακουμπέτι = παρά ταύτα
Ακώ = ακούω
Αλάργα= μακριά
Αλλαξιά= σύνολο ένδυσης,
Άλλη
βολά = άλλη φορά
Αλουνώνε = άλλων
Ανάκαρο = δύναμη,
τσαγανό.
Ανακλαρίζομαι =
τεντόνωμαι
Αναρίγησα =
ανατρίχιασα
Ανάρτυγο=φαγητό
χωρίς λάδι
Ανασκελώθηκε = έπεσε
ανάσκελα
Ανάχρια = Τα
χρήσιμα εργαλεία
Ανεβάσταγη =
ανυπόμονη, αυτή που δεν κρατιέται.
Ανήλιαγο = Αυτό
που δεν το βλέπει ο ήλιος.
Αντάρα –
καταχνιά = ομίχλη
Αξύριγος =
αξύριστος
Απάγκιο = μέρος
που δεν χτυπά ο αέρας
Απάνου = επάνω
Απαντοχή = υπομονή
Απίδι
= αχλάδι
Απόκανα =
παρακουράστηκα,
Αποκρεύω=σταματώ
να τρώω κρέας
Απολάω = αφήνω
ελεύθερα για βοσκή
Απόρριξε
=απέβαλλε
Αποσπερού = απόψε
Απόστασα =
κουράστηκα
Αράδα = σειρά.
Άραχνος
= κακομοίρης
Αρναούτης = ισχυρογνώμων
Αρούκατος
= άτσαλος
Αρτήθηκα = έφαγα
σε περίοδο νηστείας
Ασκί =
τουλούμι.
Αυτούνο
αυτού = αυτό εκεί
Αφάνα
= αγκαθωτός
θάμνος (χρησιμοποιείται σαν προσάναμμα)
Αφόρμησα =
μολύνθηκα
Αχαμνό
= αδύνατο
Αχάραγο =
αφώτιστο
Αχνιά = Ούτε κουβέντα, άχνα
Αχουγιάζω = βρίζω.
Β
Βαγένι
(βαένι) = Το βαρέλι που έβαζαν το μούστο.
Βάιζα = Κόρη
Βαρελίτσα=μικρό
βαρελοειδές ξύλινο δοχείο.
Βαρικό = χωράφι
που κρατά νερό, νεροβγάζει
Βατιώνα=
σύμπλεγμα από βάτα
Βερεσιγέ = χωρίς
πληρωμή
Βετούλι = κατσίκι
ενός έτους
Βιζιγάδι = έμπλαστρο
Βίκα = στάμνα
Βόιδι
= χαζός
Βουή
σας μαύρη = προσέξτε θα σας βρει μεγάλο κακό
Βρακοζώνι = ανδρικό
εσώρουχo με πόδια
Γ
Γαστέρα = κοιλιά
Γιάτρα = κοίτα
Γιούκος = κουβέρτες και παπλώματα το ένα
πάνω στο άλλο
Γκαβαλίνα-γκάβαλο = η κοπριά των ζώων
Γκορτσιά = άγρια αχλαδιά
Γκέμι = Χαλινάρι
Γκουστέρα ή γαϊδουροκουστέλα = μεγάλη πράσινη
σαύρα
Γκριτζάλα = ειδικό ξύλο με δόντια.
Γλαριάζω = νυστάζω,
μισοκοιμάμαι
Γνέματα = νήματα
Γούπατο = μέρος που δεν έχει ορατότητα, βύθισμα
Γουρλώνω = ανοίγω πολύ τα μάτια μου
Γούρνα = στέρνα
Γράνα = χαντάκι
Γραπώνω = πιάνω βίαια
Γρουμπούλι = το πρήξιμο μετά από χτύπημα, μικρό ογκίδιο
Δ
Δαιμόνιο =διαβολάκος, κακός
Δεν κοτάς να τσίξεις = Δεν τολμάς να μιλήσεις
Δημοσιά = δημόσιος δρόμος
Διάτανος = διάβολος
Δικόνες μου = ο δικός μου
Δυχατέρα = θυγατέρα
Δώθενε = από εδώ
Διαίνω = πηγαίνω
Ε
Έκιωσα = τελείωσα
Έντος = νάτος
Ευτού = εκεί
Εντοσα = ξεπιάστηκα, χαλάρωσα
Εφτούνο = αυτό
Έχουτε = έχετε.
Ζ
Ζάρα = μεγάλη στάμνα
Ζα = τα ζώα
Ζερζέκι = Η κίτρινη μεγάλη σφήκα, σκούρκος
Ζαρζαβατικά = Λαχανικά
Ζεμπερέκι= πόμολο ή σύρτης πόρτας
Ζουπάω = πιέζω
Ζουγκουνίζω = Κάνω μεγάλη φασαρία
Ζούπες = πολύ γινωμένα αχλάδια
Ζουλάπι = μικρό άγριο ζώο
Η
Ήρα = ξένα σπόρια σε σιτάρι
Θ
Θερμαίνομαι = κρυώνω
Ι
Ίσαμε = έως εδώ
Κ
Kλωνά = κλωστή
Κακαράντζες, καρκατζέλες = κοπριά κατσίκας
Καλύβω = καλύπτω.
Καμώνομαι = σωπαίνω
Καπινός = καπνός
Κάτου = κάτω
Κατσούλα = γάτα
Κατακεφαλιά =καρπαζιά
Καψερός = ο καημένος.
Κείθενε = από ‘κει,
Κειώνω = τελειώνω
Κιούπι = πήλινο δοχείο
Κλιτσινάρα = Το πίσω μέρος του γόνατου, η κλείδωση.
Κιούπι = πήλινο,λαγήνι
Κουτσούνα= κούκλα, το παιχνίδι
Κούκλα = καλαμπόκι
Κολέγας = φίλος
Κορύτα = λεκάνη ξύλινη ή μεταλλική (πίνουν ζώα νερό)
Κοτάω = τολμώ (Δεν κοτάω να μιλήσω = δεν τολμώ να
μιλήσω)
Κότσαλα = κοτσάνια, συνήθως στο μάζεμα της ελιάς
Κουβενταρία = λογοδιάρρια.
Κουνενές = μωρό
Κόρυζα = αρρώστια πτηνών.
Κονταυγές = χαράματα
Κούρβουλο = ο κορμός του αμπελιού
Κούρβουλο= ο πολύ κουρασμένος
Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα
Κουτουρού = τυχαία
Κουκουλώνομαι =χώνομαι στα σκεπάσματα.
Κουτρούλι = σωρός από χώμα συνήθως στα αμπέλια
Κουτσουκέλα = Πονηριά, ζημιά
Κασβίκης = Μικρός στο μπόι
Κουτσούνα = κούκλα
Κόφα = μεγάλο καλάθι.
Κοφίνι = καλάθι
Λ
Λαδικό = ροΐ, δοχείο που βάζαμε το λάδι
Λαγκεύει (το μάτι μου) = Παίζει το μάτι μου
Λακάω = τρέχω, φεύγω
Λάου – λάου = σιγά - σιγά
Λάχανα = τα άγρια χόρτα
Λεβέτι = το παλιό καζάνι από χαλκό
Λιανός = λεπτός
Λιάστρα = εκεί που το βλέπει συνέχεια ο ήλιος
Λιμπύ = τσιμεντένια λεκάνη που πίνουν τα ζώα νερό, αλλά και
πλένουν
Λινάτσα = Τσουβάλι, (Μεταφορικά)= Κατεργάρης, απατεώνας
Λόγγος = δάσος
Λούζα = Θάμνος
Λοκάνικο = λουκάνικο
Λούμπα = μικρή λιμνούλα στο δρόμο
Λουτριάζω τα βαρέλια = Καθάρισμα των βαρελιών με διάφορα βότανα
Λουτσίζομαι = βρέχομαι
Λωμώνω = λουφάζω
Μ
Μάπα = λάχανο
Μαραφέτι = Μικρό εργαλείο
Μαραγωγιέμαι = Δεν ακούγομαι
Μπίθιακας = Πολύ κοντός
Μαρτίνι= κατσίκι
Μούργα =χοντρό κατακάθι λαδιού.
Ματσούκι = κοντόχονδρο ραβδί
Μερτικό = μερίδιο
Μην κάνεις μουτσουτσούνια = Μην κάνεις ότι δεν
θέλεις
Μούρτζι = Αχνοφεγγιά
Μουσαφίρης = Φιλοξενούμενος,
επισκέπτης
Μπαγιάτικο = Πολλών ημερών
Μουστρίθηκες = Πασαλίφθηκες στο πρόσωπο
Μπαντανία= χοντρή κουβέρτα.
Μπορούτε = μπορείτε
Μπόσικα = χαλαρά.
Μπάκα = κοιλιά.
Μουχτουράω = Δεν το μαρτυράω
Μποτσίκια = Η Κρεμμύδα που κρεμάμε την πρωτοχρονιά
Μπάντα = μεριά, πλευρά, άκρη (κάνε στην μπάντα)
Μπαρδαλώνουν = λέγετε όταν οριμάζουν τα φρούτα
Μπαρέζα = μαντίλι κεφαλής
Μπιντόνα = ντενεκές
Μπότσα = ειδικό δοχείο, χωρούσε δύο
οκάδες λάδι.
Μπροστέλα, μπροστοποδιά = ποδιά της
νοικοκυράς.
Μαζόχτη = μαζεύτηκε- έφτασε
Μπαζίνα = πολύ ψωμί μέσα στο φαγητό
Μπίτι = τίποτα, καθόλου
Μπλεζενιά = καρπουζιά
Μπόλικος = Άφθονος
Μπόσικος = Χαλαρός
Μπαγλαρώνω = Δένω, φυλακίζω
Μποστάνι = Λαχανόκηπος
Μπονόρα = απόγευμα
Μπούρδας = χοντρός
Μασιά = σιδερένιο όργανο για τα
κάρβουνα στο τζάκι
Μπάκακας =βάτραχος
Μπουχός = σκόνη
Ν
Νογάω = καταλαβαίνω
Νταβάς = χάλκινο ταψί με καπάκι
Νάκα = φορητή κούνια μωρών
Νόνα = γιαγιά
Ντόνω = χαλαρώνω, ξεμουδιάζω
Νταραβέρι = Συναλλαγή
Ντουμάνι = Πολύς καπνός
Ξ
Ξεϊγκλωτος = ατιμέλητος
Ξεκορφαδίζω = Κόβω τις κορυφές (Συνήθως στα αμπέλια)
Ξελεμιάστηκα = κοιτάζω επίμονα κάπου
κάτι να δω
Ξεσαγωνιάστηκα = από πολύ χασμουριτό
Ξεκωλώνω = ξεριζώνω
Ξεσπίνισμα = η αφαίρεση του σπόρου του
καλαμποκιού
Ξεραγγανό = λεπτό, κοκαλιάρικο
Ο
Ολούθε = παντού
Ούλοι = Όλοι
Ούλος = όλος
Όρνιο = κορόιδο, βλάκας
Οματιά = τοπικό ορεκτικό από έντερο χοιρινού με ειδική
γέμιση
Π
Παλιόπραμα = παλιάνθρωπος
Παραγώνι = τζάκι
Πασπαλώ = ρίχνω άχνη ζάχαρη
Παταγούδι = πολύ κρύο, πολύ παγωμένο
Πατάκα = πατάτα
Παταλιά = σε οριζόντια θέση, νεκρός
(πεθαμένος)
Πατσαβούρα = πρόχειρο πανί που
χρησιμοποιείται κατά και μετά το φαγητό
Πάω κα = πάω κάτω
Πελεκάω = χτυπάω, αφαιρώ κομμάτια φλούδας από ξύλο
Πιλάλα = τρεχάλα
Πιλαλάω = τρέχω,
Πιτάκι = μικρά σκουληκάκια σε τυρί
Πιοτούρα = κρασοκατάνυξη
Πέσε μου = πες μου
Πλακουτσωτά = πλατιά
Πλέχτρες = Οι πλεξίδες των κρεμμυδιών
Πούντος = που είναι;
Προγκάω = διώχνω κάτι με φωνές
Προσμπούκι = κολατσιό
Προσφέρνω = παρομοιάζω κάποιον με κάποιον
άλλο
Προσώρας = προσωρινά
Πολιώρα = προηγουμένως
Πούζα= ευκοίλια
Ρ
Ρεντίκολο = ρεζίλι, γελοίο
Ροβολάω = κατεβαίνω τρέχοντας.
Ρετάλι = Υπόλοιπο υφάσματος, αλλά και τιποτένιος, παλιάνθρωπος
Ρογός = αποθηκευτικός χώρος του άχυρου στο κατώι του
σπιτιού
Ρόμπα = Γυναικείο καθημερινό ένδυμα, αλλά και ρεζίλης, ευτελής
Ρούγα = γειτονιά
Ρούγα = γειτονιά
Ρουπώνω = χορταίνω
Ρεντάω = ραντίζω
Ρουμάνι = πυκνό δάσος ρεματιά
Ραχάτι = Ησυχία
Ρουγκάλι = Πολύ νερό στο δρόμο
Ρουπώνω = χορταίνω
Σ
Σάϊσμα = Χοντρό ύφασμα πλεγμένο από μαλλί κατσίκας
Σαρωματιά = σκούπα από αφάνα
Σαρώνω = σκουπίζω
Σάψαλο = είμαι πολύ κουρασμένος,
σάπιο
Σβερκώνω = χτυπώ κάποιον άσχημα
Σβώλος = μικρό στρογγυλό κομμάτι χώματος
Σγαρλίζω = σκάλισμα κότας
Σγούφτω = σκύβω
Σγουμπαίνω = καμπουριάζω, είμαι
σκυφτός
Σειριά = σόϊ
Σεργούνι = η ξεφτύλα
Σεργούνι = ντροπή
Σιάζω = φτιάχνω
Σκούρκος = Η μεγάλη κίτρινη σφήκα
Σιακάτου = εκεί κάτω
Σαμαροπάϊδα = η λεπτή σανίδα στο
πλάι του σαμαριού
Σιακάτου = ίσια προς τα κάτω
Σιαπάνου = εκεί επάνω.
Σιαπέρα = ίσια προς τα πέρα
Σιγουρεύω = Βάζω κάτι στη θέση του, το κρύβω
Σιόμπολα = μικρές πέτρες
Σκάλος = σκάλισμα
Σκαρίζω = βγάζω τα ζώα για βοσκή
Σκατοψύχια = κατάρες.
Σκαπέτησα = έφυγα μακριά
Σκαρίζω = βγάζω τα ζώα για βοσκή
Σκατογένης = διάβολος
Σκουράντζος= ρέγγα,
Σκούζω = φωνάζω
Σοριάστηκα = έπεσε
Σούγελο = το σημείο της βρύσης που
βγάζει το νερό, υδρορροή
Σούδα = στενό δρομάκι
Σταθιμός= σταθμός
Σπερνά = κόλυβα
Σπόρισμα = διάρροια
Σκαφίδι = η σκάφη που ζύμωναν το ψωμί
Σιαπέρα = πήγαινε πέρα
Σκεύομαι = σκέπτομαι
Σκουληκαντέρα = χωματοσκούληκο
Σκιάχτηκα = τρόμαξα
Σκιάζομαι = φοβάμαι, τρομάζω
Σκουράντζος = ρέγγα
Σκουτιά = ρούχα
Σμίλα = ξύλινο εργαλείο τραβήγματος κλαριού
Σμούρτσι = πολύ πρωί (χάραμα)
Σούγλος = μεταλλικός κουβάς
που πιάνουν νερό από το πηγάδι
Σουντζούκι= βράχηκα ως το κόκκαλο, πολύ βρεγμένος
Σουράω = σφυρίζω
Σταλίζω = ξεκουράζομαι σε σκιά δένδρου
Στεγνώξω = στεγνώσω
Σώνει = φτάνει
Στροφιάζομαι = πέφτω για ύπνο
Συφιλιάζομαι = θυμώνω
Συμπράγκαλα = διάφορα είδη οικιακής χρήσης
Στύλος = χοντρό ξύλο που έδεναν τα άλογα στο κέντρο του
αλωνιού
Στρατόνι = πεζούλα
Στράφι = άδικα
Στρεκλάω = βαδίζω δεξιά αριστερά,
σκοντάφτω
Συνεμπαίνω = επεμβαίνω κάπου όχι με καλό τρόπο
Σφάρδακλας = βάτραχος
Σωσμάρα = Όταν μειώνονται οι δυνάμεις μου
Σώστο = πιάστο
Τ
Τάσι ή τασάκι= σταχτοδοχείο
Τανιέμαι = σφίγκομαι
Ταχειά = αύριο
Τέτζερης = κατσαρόλα
Τέντα = ανοιχτά, διάπλατα
Ταχιά = αύριο
Τζάρκος = μαντρί για αρνιά
Τζαναμπέτης = Δύστροπος, κάνει κάτι με πονηριά
Τράμπα = Ανταλλαγή
Τσακίρης = Γαλανομάτης
Τζιούκα = όταν παίρνουμε κάποιον στους ώμους μας
Τι λογό = Πς είναι; (Τι λογό είναι)
Τηράω =βλέπω
Τιλώθηκα = χόρτασα
Τοίρα = κοίτα
Τουρλώνω = τεντώνω πολύ το σώμα μου
Τουρλόκολα = ανάποδα
Τριφτάδες = είδος ζυμαρικών
Τρόκανι = κουδούνι αιγοπροβάτων
Τσακάω = τσακίζω
Τσαλίμια, τσαλιμάκια = νάζια
Τσαντίλα = ύφασμα που στραγγίζουν το
τυρί
Τροκάκι = κουδούνι προβάτου
Τσάκα – τσάκα = στα γρήγορα
Τσάκατη = φύγε γρήγορα
Τσιμουτάω = Δεν το λέω πουθενά
Τσανάκι = πιάτο αλλά και άγριο πρόβατο
Τσιγκλάω = πειράζω
Τσεμπέρι ή τσεμπέρα = Γυναικείο
μαντήλι.
Τσιλάγρα = πιτσιλιά
Τσογλάνι = παλιόπαιδο
Τσουράπι= κάλτσα
Τσιμασίρια= διάφορα μικρά εργαλεία
Τσιουμπλέκια = πολλά μικρά κουζινικά σκεύη μαζί
Τσοκανάω = σπάω με πέτρα
Τσιότρα= δοχείο κρασιού
Τουλούμπα = Αντλία χειροκίνητη
Τερτίπι = Τέχνασμα
Τσούπρα = κόρη
Τσουράπι = κάλτσα
Τσουλούφι = Δέσμη μαλλιών
Φ
Φαγάνα =μακρύ πριόνι με δύο λαβές που το χειρίζονται δύο
άτομα.
Φαγανιάρης = λαίμαργος
Φελί = ένα κομμάτι παστού βακαλάου
Φιότσος = βαφτηστήρι
Φλέσουρα = μικρά σκουπιδάκια από
ξύλα
Φλομώνω = σφάζω
Φλύχτρες = φουσκάλες στο δέρμα, σπυράκια
Φουρφουράω = κάνω μικρό θόρυβο
Φτενός = λεπτός
Φτούνος = αυτός
Φουσκί = κοπριά από τα ζώα
Φτουράει = φθάνει
Χ
Χαϊβάνι = χαζός, βλάκας
Χαΐρι = προκοπή
Χαμοκέλα = η παράγκα, το παλιό μισοχαλασμένο σπίτι
Χάφτω = καταπίνω λαίμαργα,
ξεγιελιέμαι
Χαμολόι = το μάζεμα της πεσμένης ελιάς
Χαρανί = καζάνι
Χαντρολέμι = κολιέ
Χαβάνι = σιδερένιο γουδί
Χάμου = κάτω
Χαράκι = η αφαίρεση φλοιού από τον κορμό του κλήματος
Χαρχαλεύω = ψάχνω
Χόβολη = στάχτη με αναμμένα κάρβουνα μέσα
Χουνέρι = πάθημα
Χορήδι = ασβέστης
Χουγιάζω = φωνάζω δυνατά, μαλώνω
Χουλιάρι = κουτάλι
Χαλκάς = Κρίκος
Χαράμι = Άδικα
Χούι = Ιδιοτροπία
Χούνη = χωράφι που καταλήγει σε
ρεματιά
Χουρχούρα = μικρή σαύρα
Χόχλος = Όταν αρχίζει
να βράζει πχ ένα φαγητό
Χρίζω = αλείφω
Χρονιάρα μέρα
= ημέρα μεγάλης γιορτής
Ψ
Ψες = χθες
Ω
Ωρέ = ρε